Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Η αθέατη πραγματικότητα της συλλογής απολιθωμάτων στην Ελλάδα


Σε μια χώρα όπου η έννοια της κληρονομιάς είναι ταυτόχρονα φυσική και πολιτιστική, ένα ερώτημα παραμένει ουσιαστικά αναπάντητο: υπό ποιες προϋποθέσεις η συλλογή απολιθωμάτων δεν υπονομεύει το ίδιο το αντικείμενο των Γεωεπιστημών;

Το ερώτημα αυτό δεν είναι απλώς νομικό, είναι βαθιά επιστημονικό, κοινωνικό, πολιτισμικό και στο σύνολό του, πολιτικό. Η απάντησή του δεν βρίσκεται σε μία μόνο διάταξη νόμου, αλλά σε μια σύνθετη τομή μεταξύ γεωεπιστημών, διοικητικής πρακτικής και της επικρατούσας αντίληψης για το τι συνιστά δημόσιο αγαθό. Για να διατυπωθεί, ωστόσο, μια τεκμηριωμένη απάντηση, χρειάζεται πρώτα να κατανοηθεί το ισχύον θεσμικό πλαίσιο και οι κρίσιμες ελλείψεις του.

Σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπου η συλλογή απολιθωμάτων αποτελεί ελεγχόμενη ερασιτεχνική δραστηριότητα ή ακόμη και οργανωμένη αγορά, στην Ελλάδα το ισχύον πλαίσιο κυμαίνεται από αυστηρά περιοριστικό έως ουσιαστικά ανύπαρκτο. Ο ν. 4858/2021, ο οποίος κωδικοποίησε και αντικατέστησε τον προγενέστερο ν. 3028/2002, ορίζει ότι στα αρχαία μνημεία συμπεριλαμβάνονται σπήλαια και παλαιοντολογικά κατάλοιπα, αλλά μόνον εφόσον υπάρχουν ενδείξεις ότι αυτά συνδέονται με την ανθρώπινη ύπαρξη (ν. 4858/2021). Η προστασία, επομένως δεν εκτείνεται αυτομάτως σε κάθε παλαιοντολογικό εύρημα, αλλά αφορά μόνον εκείνα που εντάσσονται στη σφαίρα της ανθρωπολογικής ή αρχαιολογικής κληρονομιάς. Αυτό σημαίνει ότι απολιθώματα με τεράστιο γεωεπιστημονικό ενδιαφέρον, αλλά χωρίς τεκμηριωμένη σχέση με ανθρώπινη παρουσία, παραμένουν νομοθετικά αόρατα. Στη διεθνή βιβλιογραφία αντίθετα έχουν αναπτυχθεί εδώ και χρόνια συστηματικά πλαίσια αξιολόγησης της επιστημονικής αξίας του παλαιοντολογικού κληρονομήματος, λαμβάνοντας υπόψη παράγοντες όπως η σπανιότητα, η πληρότητα διατήρησης, η αντιπροσωπευτικότητα στη στρωματογραφική ακολουθία και η δυνατότητα τεκμηρίωσης εξελικτικών διεργασιών (Henriques and Pena dos Reis, 2015). Η ελληνική νομοθεσία δεν διαθέτει αντίστοιχη μέριμνα: δεν αναγνωρίζει, δεν ιεραρχεί και επομένως δεν προστατεύει το παλαιοντολογικό εύρημα με βάση αυτό που πράγματι παράγει: επιστημονικά αποτελέσματα. Με άλλα λόγια, η πρώτη έλλειψη που καθιστά το κεντρικό ερώτημα δύσκολο να απαντηθεί είναι ακριβώς αυτή: ο Έλληνας νομοθέτης δεν έχει θεσπίσει κανένα κριτήριο που να αφορά στην επιστημονική αξία του παλαιοντολογικού υλικού καθ’ εαυτήν.

Η δεύτερη, εξίσου κρίσιμη έλλειψη αφορά τη σχέση του ευρήματος με το γεωλογικό του περιβάλλον. Η «επιστημονική αξία» δεν είναι εγγενής στο αντικείμενο: ένα κοινό απολίθωμα, ένα όστρακο, ένα αποτύπωμα φυτού, ένας ριζόλιθος, μπορεί να φαίνεται αδιάφορο στον ερασιτέχνη συλλέκτη, αλλά να αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία όταν ενταχθεί σε συγκεκριμένο γεωλογικό πλαίσιο. Αξία και πλαίσιο είναι αδιάρρηκτα δεμένα. Αυτή ακριβώς η σχέση καθιστά τη μαζική ή ανεξέλεγκτη συλλογή ιδιαίτερα προβληματική: αποσπά το εύρημα από το στρωματογραφικό και παλαιοπεριβαλλοντικό του πλαίσιο, καταστρέφοντας πληροφορία που δεν μπορεί να ανακτηθεί (Benton and Harper, 2009). Συλλογή χωρίς σεβασμό του πλαισίου δεν είναι μόνο παράνομη είναι και επιστημολογικά καταστροφική.

Σε περιοχές με ειδικό καθεστώς προστασίας, όπως οι Εθνικοί Δρυμοί, το ζήτημα αντιμετωπίζεται με σαφήνεια  και αυτό αποτελεί υπόδειγμα για τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να διαμορφωθεί θεσμικά η απάντηση στο κεντρικό ερώτημα. Επίσης στο Απολιθωμένο Δάσος Λέσβου, σε μια περιοχή που έχει χαρακτηριστεί Προστατευόμενο Φυσικό Μνημείο από το 1985, κάθε απομάκρυνση υλικού απαγορεύεται αυστηρά.  Ωστόσο, το ερώτημα παραμένει ανοιχτό για τα απολιθώματα που εντοπίζονται εντός των υπόλοιπων ελληνικών Γεωπάρκων, τα οποία δεν απολαμβάνουν εθνική νομική προστασία αλλά μόνο την αναγνώριση και την προβολή της UNESCO.

Η διεθνής εμπειρία προσφέρει μια τρίτη βασική παράμετρο: τη ρυθμισμένη, όχι άναρχη, συμμετοχή. Σε χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, η ερασιτεχνική συλλογή επιτρέπεται υπό όρους και έχει συμβάλει σημαντικά στην επιστήμη, με εμβληματικό παράδειγμα εκείνο της Mary Anning, της οποίας οι ανακαλύψεις στον 19ο αιώνα στο Lyme Regis άλλαξαν ριζικά την παλαιοντολογία (Emling, 2009). Ωστόσο, ακόμη και εκεί, η συλλογή ρυθμίζεται αυστηρά σε προστατευόμενες περιοχές, ιδίως όταν πρόκειται για ευρήματα ιδιαίτερης επιστημονικής αξίας. Το συμπέρασμα είναι σαφές: η ερασιτεχνική συλλογή απολιθωμάτων δεν είναι εξ ορισμού προβληματική, αρκεί να τελεί υπό θεσμική εποπτεία και να προσανατολίζεται προς την επιστημονική κοινότητα.

Στην Ελλάδα, η απουσία σαφούς θεσμοθέτησης της ιδιότητας του «συλλέκτη απολιθωμάτων» δημιουργεί μια ιδιότυπη κατάσταση. Η περιορισμένη, μη εμπορική συλλογή μικρών και κοινών ευρημάτων μπορεί να γίνεται ανεκτή στην πράξη, αλλά δεν αποτελεί κατοχυρωμένο δικαίωμα. Αντίθετα, η συστηματική συλλογή ή η εμπορική διακίνηση μπορεί να εμπίπτει σε παραβάσεις της περιβαλλοντικής και πολιτιστικής νομοθεσίας (Brilha, 2016). Η αβεβαιότητα αυτή γεννά ένα παράδοξο: εάν η απολιθωματοφόρος θέση δεν διαθέτει σαφές νομικό καθεστώς, μπορεί να αποτελεί αντικείμενο δημόσιας διαφήμισης ή τουριστικής προβολής χωρίς παράλληλα να τίθενται κανόνες πρόσβασης και χρήσης; Η απάντηση, όπως προκύπτει από τη λογική των προϋποθέσεων που εξετάζουμε, είναι αρνητική: η προβολή χωρίς προστασία δεν αναδεικνύει την κληρονομιά, αλλά την εκθέτει.

Γιατί το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι μόνο νομικό, είναι επιστημονικό και ηθικό. Τα απολιθώματα αποτελούν βασικές πηγές για την κατανόηση της εξέλιξης της ζωής και των παλαιοκλιματικών συνθηκών, όχι μόνο του τόπου εύρεσης, αλλά ευρύτερων γεωγραφικών περιοχών. Η απώλεια του γεωλογικού τους πλαισίου ισοδυναμεί με απώλεια μη ανακτήσιμης πληροφορίας, μια «σιωπηλή καταστροφή» που δεν αφήνει ορατά ίχνη, αλλά αποδυναμώνει αθεράπευτα τη γνώση (Gray, 2013).

Η απάντηση στο ερώτημα που τέθηκε αρχικά μπορεί πλέον να διατυπωθεί: η συλλογή απολιθωμάτων δεν υπονομεύει την επιστήμη εφόσον πληρούνται τρεις αλληλένδετες προϋποθέσεις. Πρώτον, το εύρημα βρίσκεται σε τέτοιους αριθμούς που μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν αποσπάται από το γεωλογικό και στρωματογραφικό του πλαίσιο. Δεύτερον, η συλλογή τελεί υπό θεσμική εποπτεία και δεν υπακούει σε εμπορική λογική. Τρίτον, ο συλλέκτης λειτουργεί ως εν δυνάμει συνεργάτης της επιστημονικής κοινότητας και όχι ως ιδιοκτήτης. Αυτές οι προϋποθέσεις δεν είναι αυθαίρετες: προκύπτουν από τη φύση του ίδιου του αντικειμένου. Τα απολιθώματα δεν είναι αντικείμενα προς κατοχή, αλλά τεκμήρια προς κατανόηση. Και η γνώση που φέρουν δεν ανήκει σε εκείνον που τα ανακαλύπτει, αλλά σε όλη την κοινωνία.

Βιβλιογραφία

Benton, M.J. and Harper, D.A.T. (2009) Introduction to Paleobiology and the Fossil Record. Oxford: Wiley-Blackwell.

Brilha, J. (2016) ‘Inventory and quantitative assessment of geosites and geodiversity sites: a review’, Geoheritage, 8(2), pp. 119–134.

Emling, S. (2009) The Fossil Hunter: Dinosaurs, Evolution, and the Woman Whose Discoveries Changed the World. New York: Palgrave Macmillan.

Gray, M. (2013) Geodiversity: Valuing and Conserving Abiotic Nature. 2nd edn. Chichester: Wiley-Blackwell.

Henriques, M.H. and Pena dos Reis, R. (2015) ‘Framing the palaeontological heritage within the geological heritage: an integrative vision’, Geoheritage, 7(3), pp. 249–259.

ν. 4858/2021 (2021) Κύρωση Κώδικα νομοθεσίας για την προστασία των αρχαιοτήτων και εν γένει της πολιτιστικής κληρονομιάς. ΦΕΚ 220/Α/19.11.2021.

*Ο Μανόλης Μανούτσογλου είναι Καθηγητής και τ. Κοσμήτορας της Σχολής Μηχανικών Ορυκτών Πόρων του Πολυτεχνείου Κρήτης

Προτιμώμενη πηγή στην Google

Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.



Πηγή: www.naftemporiki.gr