Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Metallica στο ΟΑΚΑ: Εκεί που το «Master of Puppets» συνάντησε τη Gen X νοσταλγία και έναν μικρό συλλογικό σεισμό


Χθες το ΟΑΚΑ δεν φιλοξένησε απλώς μια μεγάλη συναυλία. Φιλοξένησε μια μαζική επιστροφή στην εφηβεία. Μια τεράστια, ιδρωμένη, θορυβώδη ωδή στη νοσταλγία, από αυτές που μόνο οι Metallica μπορούν πια να προσφέρουν χωρίς να μοιάζουν με tribute του ίδιου τους του εαυτού.

Και ίσως αυτό να είναι το πιο εντυπωσιακό στοιχείο τους το 2026: ότι παραμένουν τεράστιοι χωρίς να προσπαθούν να αποδείξουν πως είναι ακόμα 25 χρονών. Μεγάλωσαν, ωρίμασαν, έγιναν πιο συναισθηματικοί, πιο ανθρώπινοι στα λόγια τους ανάμεσα στα τραγούδια, αλλά κράτησαν όλο τον δυναμισμό και την τρέλα που τους έκανε κάποτε το πιο επικίνδυνο συγκρότημα του πλανήτη. Απλώς τώρα το κάνουν πιο ακομπλεξάριστα. Και να πούμε και μια αλήθεια: αν συγκρίνεις έναν άνθρωπο με τον 30χρονο εαυτό του και σε ενοχλεί ότι άλλαξε, μάλλον το πρόβλημα δεν είναι εκείνος.

Από το πρώτο “Creeping Death” μέχρι το “Enter Sandman”, το sold out ΟΑΚΑ λειτουργούσε σαν ένας τεράστιος παλλόμενος οργανισμός. Και το «παλλόμενος» δεν είναι σχήμα λόγου. Σε κομμάτια όπως το “Seek & Destroy”, το “One” και κυρίως το “Master of Puppets”, οι κερκίδες δονούνταν κυριολεκτικά από τη συγχρονισμένη κίνηση δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων. Δεν είναι τυχαίο ότι το Γεωδυναμικό Ινστιτούτο του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών παρακολουθούσε τη συναυλία μέσω σεισμογράφου, καταγράφοντας τις μικροδονήσεις που προκάλεσε το κοινό. Και κάπου εκεί, ανάμεσα σε “Master! Master!” και γενικευμένο κοπάνημα, υπήρξαν κι αρκετοί από εμάς που κοιταχτήκαμε για λίγο με ένα πολύ συγκεκριμένο βλέμμα τύπου «παιδιά… είμαστε σίγουροι ότι αυτό είναι φυσιολογικό;».

Η βραδιά είχε ξεκινήσει να χτίζεται πολύ πριν εμφανιστεί η μπάντα. Το ανθρώπινο wave στις κερκίδες λίγο πριν ακουστεί το “Ecstasy of Gold” δημιούργησε μία από τις πιο όμορφες εικόνες της βραδιάς: ένα γεμάτο ΟΑΚΑ να κινείται σαν ένα σώμα μέσα σε εκείνη τη γνώριμη ηλεκτρισμένη αναμονή πριν σβήσουν τα φώτα.

Δείτε περισσότερα στο ertflix.gr | Ακούστε περισσότερα στο ertecho.gr

Κι όμως, μέσα σε όλο αυτό το χάος, η συναυλία ήταν υποδειγματικά στημένη τεχνολογικά. Η 360° σκηνή της περιοδείας “M72”, τα γιγαντιαία κυλινδρικά video towers, ο φωτισμός, οι συνεχείς μετακινήσεις της μπάντας και ο τρόπος που αξιοποιήθηκε ο χώρος έδιναν την αίσθηση ότι το show είχε σχεδιαστεί με ακρίβεια σχεδόν κινηματογραφική. Από όπου κι αν βρισκόσουν, μπορούσες να παρακολουθήσεις ουσιαστικά τη συναυλία χωρίς να νιώθεις «εκτός» εμπειρίας.

Βέβαια, όσο κι αν οι κερκίδες προσέφεραν εξαιρετική εικόνα του συνολικού θεάματος, προσωπικά δεν σταμάτησα να ζηλεύω την αρένα – ειδικά στα πιο χαοτικά ξεσπάσματα τύπου “Seek & Destroy”. Υπάρχει κάτι στην αίσθηση του να είσαι μέσα στον κόσμο, μέσα στο κοπάνημα, που δύσκολα αντικαθίσταται από οποιαδήποτε «άνεση» της κερκίδας. Και μεταξύ μας, οι θέσεις στο ΟΑΚΑ παραμένουν απελπιστικά στενές για μια συναυλία όπου ο κόσμος είναι όρθιος και χοροπηδά επί δυόμισι ώρες. Κάπου ανάμεσα στο “Master of Puppets” και στο “Enter Sandman”, ανακαλύπτεις ότι υπάρχει και ένας πολύ συγκεκριμένος πόνος από την τριβή της γάμπας πάνω στο πλαστικό κάθισμα.

Και τι setlist ήταν αυτό. Οι Metallica έπαιξαν σχεδόν χειρουργικά αυτό που ήθελε να ακούσει ένα ελληνικό κοινό που περίμενε χρόνια αυτή τη βραδιά: “Creeping Death”, “For Whom the Bell Tolls”, “Fade to Black”, “Nothing Else Matters”, “One”, “Seek & Destroy”, “Master of Puppets”, “Enter Sandman”. Πολύ λίγο καινούργιο υλικό, σχεδόν καθόλου «κοιλιά», μόνο κομμάτια φτιαγμένα για στάδιο και συλλογική κάθαρση.

Κάπου εκεί συνειδητοποιούσες και κάτι άλλο: ότι η συναυλία αυτή δεν ανήκε μόνο στους “παλιούς”. Τα βουρκωμένα μάτια πενηντάρηδων με τα παιδιά τους δίπλα ήταν ίσως η πιο συγκινητική εικόνα της βραδιάς. Άνθρωποι που κάποτε άκουγαν κρυφά “Master of Puppets” στο walkman, τώρα να εξηγούν στους γιους και τις κόρες τους γιατί όλο αυτό είναι σημαντικό. Και κάπου εκεί καταλάβαινες ότι ίσως αυτές οι συναυλίες τελικά δεν είναι μόνο για τη μουσική. Είναι για το πώς περνάει ο χρόνος χωρίς να παίρνει μαζί του αυτό που κάποτε σε έκανε να νιώθεις ζωντανός.

Και ίσως τελικά αυτό να ήταν το πραγματικό θέμα της βραδιάς: η συνέχεια. Όχι η νοσταλγία σαν μουσειακό έκθεμα, αλλά σαν κάτι ζωντανό που περνάει από γενιά σε γενιά.

Αυτό φάνηκε ακόμα και σε μικρές λεπτομέρειες. Ο Joe Duplantier των Gojira εμφανίστηκε με μπλούζα της συνέλευσης «Όχι Μετρό στην Πλατεία Εξαρχείων». Είτε συμφωνεί κανείς είτε διαφωνεί με το μήνυμα, η κίνηση έδειχνε ότι κάποιος προσπάθησε να καταλάβει πού βρίσκεται και να συνδεθεί με τον χώρο και την πόλη με τον δικό του τρόπο.

Οι Gojira, βέβαια, φρόντισαν και να μας διαλύσουν ηχητικά. Τόσο δυνατοί που κάπου στα μισά του set κατέληξα να βάλω ωτοασπίδες. Εκκωφαντικοί, ασφυκτικοί σχεδόν, αλλά ταυτόχρονα αδιανόητα ακριβείς live.

Υπήρξε και μία στιγμή που άφησε μια μικρή αμηχανία. Το καθιερωμένο doodle των Kirk Hammett και Robert Trujillo ξεκίνησε με το συρτάκι του Ζορμπά. Η πρόθεση ήταν προφανώς καλοπροαίρετη, αλλά αρχικά έμοιαζε λίγο με τουριστικό στερεότυπο, λίγο με postcard Greece μπροστά σε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους που δεν χρειάζονταν τέτοιες ευκολίες. Και μετά ήρθε το γύρισμα στις Τρύπες. Εκεί ξαφνικά άλλαξε όλη η ενέργεια του σταδίου. Η αντίδραση έγινε αληθινή, αυθόρμητη, σχεδόν συγκινητική.

Αν κάτι απογοήτευσε αισθητά, αυτό ήταν η διοργάνωση στους χώρους εξυπηρέτησης. Για μια συναυλία τέτοιου μεγέθους, τα bars έμοιαζαν τραγικά λίγα για τον όγκο του κόσμου. Ουρές ατελείωτες, χαμένος χρόνος, άνθρωποι να προσπαθούν να επιστρέψουν αγχωμένοι στις θέσεις τους για να μη χάσουν τα αγαπημένα τους κομμάτια και μια συνολική αίσθηση ότι το λειτουργικό κομμάτι της βραδιάς είχε μείνει πολύ πίσω σε σχέση με το μέγεθος της παραγωγής. Είναι κρίμα μια τόσο άρτια συναυλιακή εμπειρία πάνω στη σκηνή να σκοντάφτει σε τόσο βασικά ζητήματα οργάνωσης κάτω από αυτήν.

Απορία (μου) άφησε και το περίφημο snake pit. Με τη λογική της κυκλικής σκηνής και τη συνεχή μετακίνηση της μπάντας, υπήρχαν στιγμές που δύσκολα καταλάβαινες πού ακριβώς τελείωνε η «premium εμπειρία» και πού άρχιζε απλώς μια διαφορετική εκδοχή της ίδιας συναυλίας. Οι ίδιοι οι Metallica έμοιαζαν να αντιμετωπίζουν όλο το στάδιο σαν ένα ενιαίο κοινό, χωρίς ιδιαίτερες διαχωριστικές γραμμές πάνω στην ενέργεια της βραδιάς.

Και κάπου εκεί ήρθε και η ατάκα του James Hetfield που έβαλε τον πιο σωστό επίλογο στη βραδιά: «Όσοι ήρθατε πρώτη φορά, καλωσορίσατε στην οικογένεια των Metallica». Και είχε μια περίεργη ζεστασιά αυτό, ειδικά μέσα σε μια σκηνή που πολλές φορές εξαντλείται σε μεταλλόμετρα, gatekeeping και διαγωνισμούς “true metal” πιστοποίησης. Χθες, ευτυχώς, κανείς δεν ζήτησε ταυτότητα παλιού Metal Hammer, ούτε εξετάσεις για το πού ήσουν στις 27 Ιουνίου του ’93. Για λίγες ώρες, το μόνο που είχε σημασία ήταν αν ένιωθες ακόμα το στομάχι σου να σφίγγεται όταν ακούς την εισαγωγή του “The Unforgiven”.

Και τελικά, πέρα από κάθε κριτική, κάθε οργανωτική γκρίνια ή κάθε προσωπική παρατήρηση, αυτό που έμεινε ήταν κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια «καλή συναυλία». Ήταν εκείνο το σπάνιο συναίσθημα ότι συμμετείχες σε κάτι που δύσκολα επαναλαμβάνεται με τον ίδιο τρόπο. Από εκείνες τις βραδιές που μετά από χρόνια δεν θυμάσαι απαραίτητα τη σειρά των τραγουδιών, αλλά θυμάσαι τον αέρα να βουίζει, τις κερκίδες να τρέμουν, τον κόσμο να ουρλιάζει το “Master! Master!” και για λίγο να πιστεύει ξανά ότι δεν μεγάλωσε ποτέ πραγματικά.

Όλες οι Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο,  στο ertnews.gr
Διάβασε όλες τις ειδήσεις μας στο Google
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber
Προσοχή! Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των πληροφοριών του παραπάνω άρθρου (όχι αυτολεξεί) ή μέρους αυτών μόνο αν:
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος





Πηγή: www.ertnews.gr