
Η Ελλάδα υπογράμμισε τη σημασία των πρόσφατων δικαστικών εξελίξεων στην υπόθεση Ελ Χίσρι, κατά τη συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας για την 31η Έκθεση του εισαγγελέα του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου προς το Συμβούλιο, βάσει της Aπόφασης 1970 του 2011 για την παραπομπή της κατάστασης στη Λιβύη.
Στην παρέμβασή του, ο αναπληρωτής μόνιμος αντιπρόσωπος της Ελλάδας στα Ηνωμένα Έθνη, Ιωάννης Σταματέκος, ευχαρίστησε την αναπληρώτρια εισαγγελέα Ναζχάτ Σαμίμ Χαν, καθώς και το Γραφείο του εισαγγελέα του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, για την παρουσίαση της έκθεσης, ενώ χαιρέτισε και τη συμμετοχή του μόνιμου αντιπροσώπου της Λιβύης στη συνεδρίαση.
Η Ελλάδα τόνισε τις «σημαντικές δικαστικές εξελίξεις» στην υπόθεση Ελ Χίσρι, μετά την παράδοση του υπόπτου στο Δικαστήριο και την έναρξη της δικαστικής διαδικασίας, σημειώνοντας ότι πρόκειται για «σημαντικό βήμα προς τα εμπρός στην καταπολέμηση της ατιμωρησίας στη Λιβύη».
Παράλληλα, η ελληνική αντιπροσωπεία σημείωσε την πρόοδο που έχει επιτευχθεί ως προς την ολοκλήρωση των ερευνητικών δραστηριοτήτων για εγκλήματα που σχετίζονται με τη γραμμή έρευνας για τη βία του 2011. Όπως ανέφερε, το Δικαστήριο έχει σήμερα εννέα εκκρεμή δημόσια εντάλματα σύλληψης, εκ των οποίων τέσσερα αφορούν τα συγκεκριμένα εγκλήματα.
Ο κ. Σταματέκος χαιρέτισε επίσης τη συνεχιζόμενη ερευνητική εργασία του Γραφείου του εισαγγελέα, επισημαίνοντας ότι, κατά την περίοδο αναφοράς, το Γραφείο «συνέλεξε περισσότερα από 690 αποδεικτικά στοιχεία, διεξήγαγε περισσότερες από 15 συνεντεύξεις, αξιολόγησε περισσότερους από 19 μάρτυρες και διαβίβασε 19 αιτήματα συνδρομής σε κράτη και διεθνείς οργανισμούς», λαμβάνοντας ευρεία υποστήριξη, μεταξύ άλλων από εννέα εθνικές αρχές επιβολής του νόμου και εισαγγελικές αρχές.
Η Ελλάδα έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στις προσπάθειες του Γραφείου του εισαγγελέα για την ενίσχυση της συμμετοχής θυμάτων και μαρτύρων στις ερευνητικές διαδικασίες.
Η ελληνική πλευρά αναφέρθηκε επίσης στη σημασία των νέων και αναδυόμενων τεχνολογιών, καθώς και των μεθόδων εντοπισμού των προϊόντων εγκλήματος, για την υποστήριξη των ερευνών και τη θεμελίωση αποδεικτικών στοιχείων σχετικά με σοβαρά διεθνή εγκλήματα. Όπως υπογράμμισε, αυτά μπορούν να ενισχύσουν αποτελεσματικά τις έρευνες, υπό την προϋπόθεση ότι συνοδεύονται από τις αναγκαίες εγγυήσεις για την ακεραιότητα των δικαστικών διαδικασιών.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στην αυξημένη συνεργασία του Γραφείου του εισαγγελέα με τις λιβυκές αρχές, καθώς και με τα γραφεία του Προέδρου του Προεδρικού Συμβουλίου της Λιβύης και του πρωθυπουργού, ιδίως μετά την αποδοχή από τη Λιβύη της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, βάσει της δήλωσης του άρθρου 12 παράγραφος 3 του Καταστατικού της Ρώμης.
Ωστόσο, η Ελλάδα κάλεσε τις λιβυκές αρχές να προχωρήσουν στην εκτέλεση των ενταλμάτων σύλληψης για υπόπτους που διαμένουν στη Λιβύη, επισημαίνοντας ότι η σχετική συνεργασία παραμένει, όπως υπογραμμίζει η έκθεση, «μη ικανοποιητική», ενώ η συνεργασία με τον Γενικό Εισαγγελέα «παραμένει σημαντικά κάτω από το επίπεδο που απαιτείται βάσει της Aπόφασης 1970 του Συμβουλίου Ασφαλείας».
Κλείνοντας, ο κ. Σταματέκος εξέφρασε τη λύπη της Ελλάδας για το γεγονός ότι η αναπληρώτρια εισαγγελέας δεν μπόρεσε να ενημερώσει αυτοπροσώπως το Συμβούλιο, εκφράζοντας φόβο ότι αυτό «ενδέχεται να έχει αρνητικό αντίκτυπο στα θύματα θηριωδιών» και, κατά συνέπεια, στη λογοδοσία για σοβαρά διεθνή εγκλήματα.
Η Ελλάδα υπογράμμισε, τέλος, τη δέσμευσή της «να υπερασπιστεί και να διαφυλάξει το Καταστατικό της Ρώμης», διατηρώντας την ακεραιότητά του απέναντι σε απειλές και ενέργειες που στρέφονται κατά του Δικαστηρίου ή των αξιωματούχων του.
Πηγή: ΑΠΕ – ΜΠΕ
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.















