Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

ΗΠΑ–Καναδάς: Πώς κατέρρευσε στο παρά πέντε η εμπορική συμφωνία και ξέσπασε νέος πόλεμος δασμών



Η εμπορική συμφωνία ΗΠΑ–Καναδά έμοιαζε σχεδόν κλεισμένη, σε σημείο που ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ (Donald Trump) την είχε ουσιαστικά προαναγγείλει ήδη από την Τρίτη. Μέσα σε λίγες ώρες, όμως, οι δύο χώρες πέρασαν από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων σε έναν νέο εμπορικό πόλεμο, με την Ουάσιγκτον να επιβάλλει δασμούς 50%, την Οτάβα να προαναγγέλλει αντίποινα και τις δύο πλευρές να αλληλοκατηγορούνται για το ποιος άλλαξε τους όρους στο παρά πέντε.

Η αιφνίδια κατάρρευση δεν ακυρώνει απλώς μια συμφωνία που βρισκόταν μια ανάσα πριν από την ολοκλήρωσή της. Θέτει σε κίνδυνο εμπορικές ροές άνω του 1 τρισ. δολαρίων και δείχνει πόσο γρήγορα οι πολιτικές πιέσεις, οι αντικρουόμενες απαιτήσεις και οι εσωτερικές τριβές μπορούν να μετατρέψουν έναν σχεδόν έτοιμο συμβιβασμό σε μετωπική σύγκρουση.

Το παρασκήνιο της ανατροπής αποκαλύπτει το Politico, το οποίο, επικαλούμενο περισσότερους από δέκα νυν και πρώην Καναδούς και Αμερικανούς αξιωματούχους, λομπίστες και εκπροσώπους επιχειρηματικών φορέων, περιγράφει μια διαπραγμάτευση που εκτροχιάστηκε στις τελευταίες της ώρες, καθώς παλιές διαφωνίες επανήλθαν στο τραπέζι και νέες «κόκκινες γραμμές» ήρθαν να επιβαρύνουν στις ήδη εύθραυστες ισορροπίες.

Το απόγευμα της Παρασκευής, σύμφωνα με το Politico, ο Εμπορικός Αντιπρόσωπος των ΗΠΑ, Τζέιμισον Γκριρ, μπήκε εμφανώς σκυθρωπός στη συνάντηση με Καναδούς αξιωματούχους. Είχε προηγηθεί περισσότερο από μία εβδομάδα εντατικών συνομιλιών, κατά την οποία οι δύο πλευρές είχαν φτάσει τόσο κοντά σε συμφωνία ώστε το γενικό πλαίσιο είχε ήδη διαμορφωθεί, ενώ κλαδικοί φορείς και ενδιαφερόμενα μέρη είχαν ενημερωθεί.

Η συμφωνία θα μπορούσε να βάλει τέλος σε περισσότερο από έναν χρόνο παγωμένων διπλωματικών και οικονομικών σχέσεων μεταξύ των δύο γειτονικών χωρών. Και μέχρι εκείνη τη στιγμή, όλα έδειχναν ότι αυτό ακριβώς επρόκειτο να συμβεί.

Λίγες ώρες αργότερα, όμως, οι συνομιλίες είχαν τιναχθεί στον αέρα.

Από εκεί και πέρα άρχισε και η μάχη για την απόδοση ευθυνών. Η Ουάσιγκτον υποστηρίζει ότι η Οτάβα έφερε νέες απαιτήσεις στο παρά πέντε των συνομιλιών, μεταξύ άλλων ζητώντας χαμηλότερους δασμούς στα βαρέα φορτηγά. Οι Καναδοί, αντίθετα, δείχνουν προς το εσωτερικό της κυβέρνησης Τραμπ, υποστηρίζοντας ότι οι διαφωνίες για το ποιος είχε τον έλεγχο κρίσιμων πτυχών της συμφωνίας συνέβαλαν καθοριστικά στο ναυάγιο.

Από τη συμφωνία στον εμπορικό πόλεμο

Η αποτυχία των συνομιλιών μετατράπηκε σχεδόν αμέσως σε ανοιχτή εμπορική σύγκρουση μεταξύ δύο οικονομιών με βαθιά διασυνδεδεμένες εφοδιαστικές αλυσίδες.

Δασμός 50% σε καναδικά προϊόντα αξίας 20 δισ. δολαρίων τέθηκε σε ισχύ το Σάββατο, ενώ η κυβέρνηση του Μαρκ Κάρνεϊ έχει δεσμευθεί να απαντήσει με ανάλογα αντίμετρα.

Στη μέση της σύγκρουσης κινδυνεύει να βρεθεί και το Μεξικό, το οποίο συναλλάσσεται στενά και με τις δύο χώρες.

Η χρονική συγκυρία κάνει την κλιμάκωση ακόμη πιο ευαίσθητη πολιτικά. Στις ΗΠΑ, ένας νέος κύκλος δασμών μπορεί να επιβαρύνει το κόστος εισαγωγών και να εντείνει τις οικονομικές πιέσεις ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου.

«Σε αυτή την πραγματικότητα, μερικές φορές είναι ευκολότερο να εγκαταλείψεις μια συμφωνία παρά να προχωρήσεις σε μειώσεις δασμών, ακριβώς επειδή το πολιτικό κόστος είναι τόσο μεγάλο», δήλωσε πρώην αξιωματούχος του Γραφείου του Εμπορικού Αντιπροσώπου των ΗΠΑ, ο οποίος ζήτησε να διατηρήσει την ανωνυμία του λόγω της ευαισθησίας των διαπραγματεύσεων.

Το πολιτικό κόστος, όμως, ήταν εξίσου μεγάλο και για τον Κάρνεϊ. Ο Καναδός πρωθυπουργός θα δυσκολευόταν να παρουσιάσει ως επιτυχία μια συμφωνία σε ένα κοινό ήδη εξοργισμένο με τις αμερικανικές απαιτήσεις που η Οτάβα θεωρούσε ότι άγγιζαν ζητήματα εθνικής κυριαρχίας – από τον πολιτισμό έως τη δυνατότητα του Καναδά να συνάπτει στο μέλλον εμπορικές συμφωνίες με τρίτες χώρες.

Αυτός ο συνδυασμός οικονομικών και πολιτικών πιέσεων εξηγεί γιατί μια συμφωνία που φαινόταν εφικτή σε τεχνικό επίπεδο αποδείχθηκε πολύ δυσκολότερη να κλείσει πολιτικά.

Οι τριβές στο εσωτερικό της κυβέρνησης Τραμπ

Πέρα από το πολιτικό κόστος της σύγκρουσης Ουάσιγκτον και Οτάβας, όμως, οι διαπραγματεύσεις έφεραν στην επιφάνεια και ένα δεύτερο μέτωπο: τις τριβές ανάμεσα στα πεδία αρμοδιότητας του Γκριρ και του υπουργού Εμπορίου των ΗΠΑ, Χάουαρντ Λάτνικ.

Ο Λευκός Οίκος επιμένει ότι οι δύο αξιωματούχοι βρίσκονταν σε πλήρη συντονισμό. Ωστόσο, δύο πρόσωπα με γνώση των συνομιλιών ανέφεραν ότι ο Λάτνικ θεωρούσε πως το πλαίσιο συμφωνίας που είχε επεξεργαστεί το γραφείο του Γκριρ παρουσιάστηκε αιφνιδιαστικά στο υπουργείο του, παρότι περιλάμβανε ζητήματα που εμπίπτουν στις δικές του αρμοδιότητες.

Ο Γκριρ είχε αναλάβει την ηγεσία των συνομιλιών με στόχο να αποτρέψει την επιβολή των νέων δασμών 50% που είχε ανακοινώσει ο Τραμπ έναν μήνα νωρίτερα, δίνοντας περίοδο χάριτος 30 ημερών για την επίτευξη συμφωνίας.

Οι δασμοί επρόκειτο αρχικά να τεθούν σε ισχύ τα μεσάνυχτα της 19ης Αυγούστου. Ο Τραμπ, όμως, τους ανέστειλε για τρεις ημέρες, γράφοντας αργά το βράδυ της Τρίτης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ότι η καθυστέρηση αποφασίστηκε «με βάση το γεγονός ότι ο Καναδάς και οι ΗΠΑ, υπό την προϋπόθεση της οριστικοποίησης των εγγράφων, έχουν ΣΥΜΦΩΝΙΑ!».

Η βεβαιότητα του Αμερικανού προέδρου, ωστόσο, έκρυψε το γεγονός ότι στο τραπέζι παρέμεναν ανοιχτά ορισμένα από τα δυσκολότερα ζητήματα της διαπραγμάτευσης.

Μεταξύ αυτών ήταν οι αμερικανικοί δασμοί στα αυτοκίνητα, τον χάλυβα και το αλουμίνιο – τομείς που υπάγονται στην αρμοδιότητα του Λάτνικ και του έδιναν καθοριστικό λόγο στην τελική μορφή της συμφωνίας.

Ο Λάτνικ, από τους αξιωματούχους της κυβέρνησης Τραμπ που έχουν εκφραστεί ιδιαίτερα επικριτικά για τον Καναδά και τα συμφέροντά του, επικοινώνησε απευθείας με τον Κάρνεϊ μέσω μηνυμάτων και τηλεφωνικών συνομιλιών αρκετές φορές την τελευταία εβδομάδα, σύμφωνα με τρία πρόσωπα με γνώση των διαπραγματεύσεων. Μία από τις πηγές ανέφερε ότι οι δύο άνδρες μίλησαν ακόμη και την Παρασκευή.

«Δεν θα μου προκαλούσε έκπληξη αν αυτός ήταν ο λόγος της ασυνεννοησίας και για το γεγονός ότι και οι δύο πλευρές κατηγορούν η μία την άλλη πως άλλαξε τους όρους την τελευταία στιγμή», δήλωσε στο Politico πρόσωπο με γνώση των συνομιλιών.

Κάρνεϊ: «Δεν μπορείτε να πείτε το ίδιο για την αμερικανική κυβέρνηση»

Αυτή ακριβώς την εικόνα επιχείρησε να ενισχύσει και ο Κάρνεϊ. Μιλώντας σε συνέντευξη Τύπου στην Οτάβα το Σάββατο, άφησε να εννοηθεί ότι η έλλειψη ενιαίας γραμμής στην αμερικανική πλευρά βάρυνε στην απόφασή του να αποχωρήσει από τις συνομιλίες.

Η καναδική ομάδα, όπως τόνισε, είχε ενιαία θέση σε όλη τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων. «Δεν μπορεί να πει κανείς το ίδιο για την κυβέρνηση των ΗΠΑ», πρόσθεσε.

Ο Λευκός Οίκος απορρίπτει κατηγορηματικά αυτή την εκδοχή. Αξιωματούχος της αμερικανικής προεδρίας αρνήθηκε ότι υπήρχε οποιαδήποτε ουσιαστική απόσταση μεταξύ Γκριρ και Λάτνικ. «Η ιδέα ότι ο Λάτνικ και ο Γκριρ βρίσκονταν σε θεμελιωδώς διαφορετικές γραμμές -ξέρω ότι οι Καναδοί το λένε συχνά- είναι ένας περίεργος αντιπερισπασμός», δήλωσε. «Δεν είναι ότι ο Λάτνικ κινήθηκε ανεξέλεγκτα και εκτροχίασε μονομερώς τη συμφωνία ή κάτι τέτοιο. Απλώς δεν ισχύει», πρόσθεσε.

Το υπουργείο Εμπορίου δεν απάντησε στο αίτημα του Politico να σχολιάσει το θέμα, ενώ το Γραφείο του Εμπορικού Αντιπροσώπου των ΗΠΑ αρνήθηκε να προβεί σε κάποιο σχόλιο.

Ακόμη και σύμμαχοι της κυβέρνησης, πάντως, αναγνωρίζουν ότι, παρότι ο Γκριρ είχε την ηγεσία των συνομιλιών, ορισμένες από τις παραχωρήσεις που ζητούσε ο Καναδάς αφορούσαν τομείς που εποπτεύει ο Λάτνικ. Το υπουργείο Εμπορίου ήταν, επομένως, αναπόφευκτα κρίσιμος παράγοντας για την τελική έκβαση.

Δεν ήταν, άλλωστε, η πρώτη φορά που οι δύο πλευρές συγκρούονταν σε αυτά τα ζητήματα. Σε προηγούμενο στάδιο των διαπραγματεύσεων είχαν προκύψει διαφωνίες για τους δασμούς στα μέταλλα, με τον Λάτνικ να αντιτίθεται σε ευρύτερες παραχωρήσεις που είχαν τεθεί στο τραπέζι.

Η αμερικανική εκδοχή: «Οι Καναδοί άλλαξαν τους όρους»

Η Ουάσιγκτον, ωστόσο, επιμένει ότι η καθοριστική ρήξη δεν προήλθε από τις εσωτερικές ισορροπίες της κυβέρνησης Τραμπ, αλλά από μια νέα καναδική απαίτηση στο τέλος των συνομιλιών.

Σύμφωνα με πέντε πρόσωπα με γνώση των διαπραγματεύσεων, αυτή είναι η κυρίαρχη εκδοχή στο αμερικανικό στρατόπεδο. Δύο εξ αυτών προσδιόρισαν ως βασικό σημείο τριβής τους δασμούς στα βαρέα φορτηγά.

«Η πραγματικότητα είναι απλώς ότι οι Καναδοί συνέχιζαν να φέρνουν αλλαγές της τελευταίας στιγμής σχετικά με τους δασμούς του Άρθρου 232, και αυτό ήταν που σε μεγάλο βαθμό εκτροχίασε τις διαπραγματεύσεις», δήλωσε αξιωματούχος του Λευκού Οίκου.

Ο Κάρνεϊ απέρριψε κατηγορηματικά τον ισχυρισμό ότι η Οτάβα έφερε νέες απαιτήσεις στο παρά πέντε.

«“Όχι”, είναι η σύντομη απάντηση», δήλωσε στους δημοσιογράφους το Σάββατο. «Διευκρινίσαμε τι ακριβώς βρισκόταν στο τραπέζι και απογοητευόμασταν συνεχώς από τις απαντήσεις», δήλωσε ο Καναδός πρωθυπουργός.

Κατά την καναδική εκδοχή, συνέβη ακριβώς το αντίθετο: η αμερικανική πλευρά επιχείρησε να εξαιρέσει τα μεσαία και βαρέα φορτηγά από τη μείωση των δασμών, παρότι οι δύο πλευρές είχαν ήδη συμφωνήσει να περιορίσουν τους δασμούς στα αυτοκίνητα στο 15%, υπό την προϋπόθεση συγκεκριμένου ποσοστού αμερικανικού περιεχομένου.

Οι Αμερικανοί δεν έδωσαν «καμία αιτιολόγηση» για τις εξαιρέσεις, σημείωσε ο Κάρνεϊ, αναφέροντας συγκεκριμένα μοντέλα της Ford και της General Motors που κατασκευάζονται στον Καναδά και θα εξακολουθούσαν να υπόκεινται σε δασμούς.

«Ο Καναδάς δεν επρόκειτο να συνθηκολογήσει στα μεγάλα ζητήματα, τουλάχιστον όχι τώρα», δήλωσε δικηγόρος εμπορικού δικαίου που βρίσκεται κοντά στην κυβέρνηση της Οτάβας. «Αντί να αντιμετωπίσουν αυτά τα θέματα, έβαλαν στο τραπέζι ένα σωρό δευτερεύοντα πράγματα. Ένα πανηγύρι αυθαιρεσίας», πρόσθεσε.

Οι «κόκκινες γραμμές» του Καναδά

Οι δασμοί στα φορτηγά, όμως, ήταν μόνο η άμεση αφορμή. Πίσω από αυτούς βρισκόταν μια ευρύτερη διαφωνία για το πόσο μακριά μπορούσε να φτάσει ο Καναδάς χωρίς να θεωρηθεί ότι παραχωρεί μέρος της οικονομικής και πολιτικής του αυτονομίας.

Η καναδική κυβέρνηση αντέδρασε ιδιαίτερα σε αμερικανικά αιτήματα που, όπως υποστήριξε, θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο «τη γαλλική γλώσσα και τον πολιτισμό μας», αλλά και να περιορίσουν τη δυνατότητα της χώρας να συνάπτει στο μέλλον εμπορικές συμφωνίες με τρίτες χώρες.

Αμερικανός αξιωματούχος αντέτεινε ότι το επίμαχο αίτημα αφορούσε την «οικονομική συνεργασία και ασφάλεια» και δεν αποσκοπούσε στο να εμποδίσει τον Καναδά να συνάπτει άλλες συμφωνίες. Παρέπεμψε, μάλιστα, σε αντίστοιχες διατάξεις οικονομικής ασφάλειας που περιλαμβάνονταν σε εμπορική συμφωνία της κυβέρνησης Τραμπ με το Ηνωμένο Βασίλειο τον προηγούμενο χρόνο.

Οι διαφωνίες αυτές, όμως, περιόρισαν σημαντικά τα περιθώρια συμβιβασμού για τον Κάρνεϊ – ιδιαίτερα από τη στιγμή που η σκληρή στάση απέναντι στον Τραμπ δεν προκαλούσε, τουλάχιστον μέχρι στιγμής, σημαντικό πολιτικό κόστος στο εσωτερικό.

Αντίθετα, απέσπασε θετικά σχόλια από διαφορετικές πλευρές του καναδικού πολιτικού φάσματος. Ακόμη και ο βασικός του αντίπαλός του από τους Συντηρητικούς, Πιερ Πουαλιέβρ, προσφέρθηκε να βοηθήσει «για την προστασία των Καναδών και των βιομηχανιών μας που στοχοποιούνται από αυτούς τους άδικους αμερικανικούς δασμούς».

Ο πρωθυπουργός του Οντάριο, Νταγκ Φορντ, συντηρητικός πολιτικός που στηρίζει σταθερά τον φιλελεύθερο Κάρνεϊ στα εμπορικά ζητήματα, εξέφρασε επίσης αμέσως την υποστήριξή του στην απόφαση της Οτάβας να αποχωρήσει από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

«Χαίρομαι που δεν υπέγραψε αυτή τη συμφωνία, γιατί ήταν κακή συμφωνία», δήλωσε το Σάββατο. «Πίστευα ότι ήταν μια απαίσια συμφωνία και ήμουν απολύτως σαφής με τον πρωθυπουργό: όταν κάνεις τέτοιες συμφωνίες, μπορεί να ισχύουν για χρόνια και χρόνια, ακόμη και για δεκαετίες».

Αντίποινα από τον Καναδά στις 8 Σεπτεμβρίου

Με τη διπλωματική διαπραγμάτευση να έχει παγώσει, το επόμενο κεφάλαιο γράφεται πλέον με δασμούς.

Οι αμερικανικοί δασμοί σε καναδικά προϊόντα -μεταξύ άλλων σε ξυλεία και αλκοολούχα ποτά- αναμένεται να προκαλέσουν βαρύ πλήγμα σε συγκεκριμένους κλάδους, ενώ η Οτάβα ετοιμάζει ήδη τη δική της απάντηση.

Ο Κάρνεϊ ανακοίνωσε ότι τις επόμενες ημέρες θα δοθούν λεπτομέρειες για νέα εμπορικά αντίποινα σε βάρος αμερικανικών προϊόντων, στα οποία περιλαμβάνονται ο χάλυβας, τα γαλακτοκομικά, οι οικιακές συσκευές, ο αγροτικός εξοπλισμός, ο χαρτοπολτός και το χαρτί, καθώς και οι ηλεκτρονικές συσκευές.

«Πρόκειται για μια στοχευμένη απάντηση για την προστασία και την υπεράσπιση των βιομηχανιών μας και για να τους επιτρέψουμε να ανταγωνίζονται τα αμερικανικά προϊόντα στην καναδική αγορά», δήλωσε το Σάββατο.

Οι ανταποδοτικοί δασμοί θα τεθούν σε ισχύ στις 8 Σεπτεμβρίου, πρόσθεσε ο Καναδός πρωθυπουργός.

Οι επιχειρήσεις και στις δύο πλευρές των συνόρων προετοιμάζονται πλέον για τις παράπλευρες απώλειες. Εμπορικοί φορείς που εκπροσωπούν τις βιομηχανίες αυτοκινήτου, γεωργίας και ξυλείας της Βόρειας Αμερικής εξέφρασαν έκπληξη και απογοήτευση για την κατάρρευση των συνομιλιών.

Το Εμπορικό Επιμελητήριο των ΗΠΑ, το οποίο εκπροσωπεί εκατομμύρια επιχειρήσεις, κάλεσε τις δύο πλευρές να επιστρέψουν άμεσα στο τραπέζι. «Η εναλλακτική είναι ένας κλιμακούμενος κύκλος δασμών που θα αυξήσει το κόστος και θα παρεμποδίσει την οικονομική ανάπτυξη», δήλωσε ο Νιλ Χέρινγκτον, ανώτερος αντιπρόεδρος του προγράμματος για την αμερικανική ήπειρο στον επιχειρηματικού φορέα.

Για την ώρα, πάντως, η επιστροφή στις διαπραγματεύσεις δεν φαίνεται άμεση. Μιλώντας στο Fox News το πρωί του Σαββάτου, ο Γκριρ δεν έδωσε σαφή εικόνα για το τι θα ακολουθήσει.

«Είναι δύσκολο να πούμε. Δεν έχουμε προγραμματίσει νέες συνομιλίες με τους Καναδούς. Προχωρούμε με μέτρα που απαντούν στα καναδικά αντίποινα», δήλωσε.

Έτσι, μια συμφωνία που ο ίδιος ο Τραμπ παρουσίαζε ως ουσιαστικά κλεισμένη μόλις λίγες ημέρες νωρίτερα έχει δώσει τη θέση της σε έναν νέο κύκλο δασμών και αντιποίνων. Και το βασικό ερώτημα πλέον δεν είναι ποιος θα υπογράψει τη συμφωνία, αλλά πόσο μακριά μπορεί να φτάσει η κλιμάκωση πριν οι δύο πλευρές αναγκαστούν να καθήσουν τελικά και πάλι στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
 

Πηγή: skai.gr



Πηγή: www.skai.gr