Ένα πράγμα που χαρακτηρίζει σταθερά την αμερικανική πολιτική για τη μη διάδοση των πυρηνικών όπλων είναι η ασυνέπειά της.
Του Βίκτορ Τσα, προέδρου του τμήματος Γεωπολιτικής και Εξωτερικής Πολιτικής στο CSIS και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Georgetown
Μετά την αποπυρηνικοποίηση της Λιβύης, η αμερικανική κυβέρνηση υιοθέτησε την άποψη ότι κάθε διαδικασία αποπυρηνικοποίησης θα πρέπει να ακολουθεί το μοντέλο CVID – πλήρης, επαληθεύσιμη και μη αναστρέψιμη αποπυρηνικοποίηση (Complete, Verifiable and Irreversible Denuclearization), το οποίο θεωρήθηκε επιτυχημένο στην περίπτωση της Λιβύης.
Όμως αυτό σαφώς δεν ισχύει σήμερα, καθώς ο Ντόναλντ Τραμπ (Donald Trump) ακολουθεί δύο εντελώς διαφορετικές κατευθύνσεις απέναντι στα πυρηνικά προγράμματα του Ιράν και της Βόρειας Κορέας. Στην περίπτωση του Ιράν, ο Τραμπ έχει υιοθετήσει την απόλυτη θέση ότι η χώρα δεν πρέπει ποτέ να αποκτήσει πυρηνικό όπλο. Αντίθετα, απέναντι στη Βόρεια Κορέα ακολουθεί μια πιο πραγματιστική και συμβιβαστική προσέγγιση, που περιλαμβάνει διαπραγματεύσεις, μείωση των εντάσεων και διαχείριση μιας Βόρειας Κορέας που ήδη διαθέτει πυρηνικά όπλα.
Αυτή η έλλειψη συνέπειας έγινε ιδιαίτερα εμφανής στο αξιοσημείωτο μήνυμα του Τραμπ την περασμένη εβδομάδα, με το οποίο διέταξε να περιοριστεί η αμερικανική συμμετοχή στις κοινές στρατιωτικές ασκήσεις με τη Νότια Κορέα. Η απόφαση αυτή αποτέλεσε το πρώτο συγκεκριμένο βήμα του προέδρου για την επαναπροσέγγιση με τον ηγέτη της Βόρειας Κορέας, Κιμ Γιονγκ Ουν, κατά τη δεύτερη θητεία του. Ωστόσο, ο Τραμπ είχε λάβει παρόμοια απόφαση μετά την πρώτη του συνάντηση με τον Κιμ στη Σιγκαπούρη το 2018, όταν ανέστειλε τις στρατιωτικές ασκήσεις με τη Νότια Κορέα.
Στην ανάρτησή του, ο Τραμπ υποστήριξε ότι το γεγονός πως η Βόρεια Κορέα δεν έχει πραγματοποιήσει πυρηνικές δοκιμές ούτε δοκιμές διηπειρωτικών βαλλιστικών πυραύλων από την επιστροφή του στην προεδρία αποτελεί «μη απειλητική και σεβαστική» συμπεριφορά. Φυσικά, μπορεί επίσης να προσπαθεί να απομακρύνει την προσοχή από το τέλμα στο οποίο έχει περιέλθει η κατάσταση στο Ιράν.
Ο Τραμπ έχει αναγνωρίσει και στο παρελθόν ότι η Βόρεια Κορέα αποτελεί ήδη πυρηνική δύναμη, την ίδια στιγμή που αρνείται να κάνει την ίδια παραχώρηση στο Ιράν. Θα ήταν όμως άδικο να χαρακτηρίσουμε αυτή την πολιτική «δύο μέτρα και δύο σταθμά». Οι διαφορετικές προσεγγίσεις είναι λογικές, δεδομένης της κατάστασης των δύο πυρηνικών προγραμμάτων.
Το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν – σε πρώιμο ακόμη στάδιο και βασισμένο σε γνωστές εγκαταστάσεις – ήταν δυνατό να αποτελέσει στόχο ενός προληπτικού στρατιωτικού πλήγματος. Στην περίπτωση της Βόρειας Κορέας, όμως, το «τζίνι έχει βγει από το μπουκάλι». Η χώρα διαθέτει περίπου 60 πυρηνικά όπλα, ενώ έχει αρκετό σχάσιμο υλικό για την κατασκευή περίπου 30 ακόμη, καθώς και αρκετούς τύπους συστημάτων μεταφοράς. Επομένως, η Βόρεια Κορέα δεν είναι πλέον ευάλωτη σε μια λύση τύπου CVID.
Οι διαφορετικές πολιτικές οφείλονται επίσης στην αποτελεσματικότητα των κυρώσεων. Στην περίπτωση του Ιράν εξακολουθεί να υπάρχει διεθνής υποστήριξη για την επιβολή οικονομικών κυρώσεων, οι οποίες είναι απαραίτητες για μια απόλυτη και αδιάλλακτη προσέγγιση. Αντίθετα, η Κίνα και η Ρωσία στηρίζουν πλήρως τη Βόρεια Κορέα, καθιστώντας ουσιαστικά ανενεργές τις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ εναντίον της.
Τέλος, και εξίσου σημαντικά, οι διαφορετικές προσεγγίσεις ενισχύονται από βασικούς συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών.
Ο προοδευτικός πρόεδρος της Νότιας Κορέας, Λι Τζε-Μιουνγκ, δεν θέλει να διακινδυνεύσει μια στρατιωτική σύγκρουση στην κορεατική χερσόνησο και, ως εκ τούτου, καλωσορίζει τις διπλωματικές προσπάθειες του Τραμπ απέναντι στη Βόρεια Κορέα. Αντίθετα, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός, Μπενιαμίν Νετανιάχου, έχει ενθαρρύνει τις Ηνωμένες Πολιτείες να απαιτήσουν CVID από το Ιράν και έχει δείξει προθυμία να χρησιμοποιήσει στρατιωτική δύναμη, ακόμη και να απορροφήσει τα ιρανικά αντίποινα.
Ασυνήθιστα για τα δεδομένα, η Κίνα μπορεί επίσης να τάσσεται υπέρ ενός νέου διαλόγου μεταξύ Τραμπ και Κιμ, προκειμένου να αποφευχθούν περαιτέρω αμερικανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις στην περιοχή της και να περιοριστεί η περαιτέρω σύσφιξη των σχέσεων Ρωσίας και Βόρειας Κορέας, οι οποίες έχουν ενισχυθεί εξαιτίας της συμμαχίας τους στον πόλεμο κατά της Ουκρανίας.
Υπάρχει όμως και μία ακόμη διάσταση στην ασυνέπεια αυτή: το Ιράν και η Βόρεια Κορέα μαθαίνουν το ένα από το άλλο.
Οι δύο χώρες έχουν ιστορικό συνεργασίας στον τομέα των πυραύλων και η αμερικανική επίθεση εναντίον του Ιράν έχει πιθανότατα ενισχύσει ακόμη περισσότερο την πεποίθηση της Πιονγκγιάνγκ ότι τα πυρηνικά όπλα μπορούν να λειτουργήσουν ως αποτρεπτικός παράγοντας απέναντι στον αμερικανικό στρατό. Επιπλέον, η Βόρεια Κορέα πρέπει να έχει ενθαρρυνθεί από την αδυναμία των Ηνωμένων Πολιτειών να καταστρέψουν ολοκληρωτικά τις ιρανικές πυρηνικές δυνατότητες.
Και το Ιράν, φυσικά, θα βγάλει τα δικά του συμπεράσματα από τις διαφορετικές προσεγγίσεις του Τραμπ. Είναι μάλιστα πιθανό να στραφεί στη Βόρεια Κορέα για βοήθεια στην ανασυγκρότηση του πυρηνικού του προγράμματος.
Η πολιτική της μη διάδοσης των πυρηνικών όπλων είναι συχνά μια επιλογή ανάμεσα στο κακό και το χειρότερο. Η άβολη αλήθεια είναι ότι μία και μοναδική στρατηγική δεν μπορεί ποτέ να εφαρμοστεί σε όλες τις περιπτώσεις.
Η ειρωνεία είναι πως η σκληρή στάση του Τραμπ απέναντι στο Ιράν μπορεί να αποδείξει στους Βορειοκορεάτες ότι η Ουάσιγκτον διαθέτει την αποφασιστικότητα να επιβάλει ένα «ή αλλιώς», ενισχύοντας έτσι τη διαπραγματευτική του θέση απέναντι στην Πιονγκγιάνγκ. Ταυτόχρονα, όμως, μια επιτυχία της διπλωματίας με τη Βόρεια Κορέα θα μπορούσε να ενισχύσει την αποφασιστικότητα του Ιράν να αντισταθεί στην αμερικανική πίεση.
Όταν η πυρηνική καταστροφή καραδοκεί διαρκώς στην επόμενη στροφή, οι δρόμοι του απόλυτου και του πραγματισμού έχουν έναν τρόπο να συγκλίνουν τελικά.
Πηγή: skai.gr
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.













