
toggle
-
Η ελληνική οικονομία στηρίζεται σε τέσσερις βασικούς παράγοντες απέναντι στην αναταραχή των αγορών ομολόγων: ανάπτυξη, πρωτογενή πλεονάσματα, μείωση χρέους και επενδυτική βαθμίδα.
-
Η απόδοση του ελληνικού δεκαετούς κινείται κοντά στο 4,4%, χαμηλότερα από της Γαλλίας, της Ιταλίας και της Βρετανίας.
-
Το προσχέδιο προϋπολογισμού προβλέπει ανάπτυξη 2,3% το 2027 και μείωση του δημόσιου χρέους στο 128,8% του ΑΕΠ.
Την ώρα που οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων ανεβαίνουν και ακόμη και μεγάλες οικονομίες, όπως η Γαλλία και οι ΗΠΑ, βρίσκονται αντιμέτωπες με αυξανόμενο κόστος δανεισμού, η Ελλάδα διαθέτει τέσσερα σημαντικά στηρίγματα απέναντι στη διεθνή αναταραχή. Η ανάπτυξη, τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, η ταχύτερη αποπληρωμή του δημόσιου χρέους και η επενδυτική βαθμίδα συνθέτουν ένα δίχτυ ασφαλείας που, σύμφωνα με τραπεζικούς και οικονομικούς παράγοντες, περιορίζει τις πιέσεις στα ελληνικά ομόλογα.
Η διαφορά αποτυπώνεται ήδη στις αγορές. Η απόδοση του ελληνικού δεκαετούς κινείται κοντά στο 4,4%, χαμηλότερα από το αντίστοιχο κόστος δανεισμού της Γαλλίας, της Ιταλίας και της Βρετανίας. Το γαλλικό δεκαετές έχει ξεπεράσει το 5%, καθώς εντείνονται οι ανησυχίες για τα δημόσια οικονομικά της χώρας, ενώ η απόδοση του ιταλικού βρίσκεται περίπου στο 4,6%, του βρετανικού στο 5,4% και του αμερικανικού κοντά στο 5%. Στη Γερμανία, που εξακολουθεί να αποτελεί σημείο αναφοράς για την ευρωπαϊκή αγορά ομολόγων, η απόδοση διαμορφώνεται περίπου στο 3,3%.
Οι πιέσεις δεν περιορίζονται στην Ευρώπη. Οι πόλεμοι στην Ουκρανία και στο Ιράν, η άνοδος των τιμών ενέργειας και των επιτοκίων, αλλά και η αυξανόμενη ανάγκη χρηματοδότησης των μεγάλων τεχνολογικών εταιρειών που επενδύουν στην τεχνητή νοημοσύνη, επιβαρύνουν το διεθνές περιβάλλον. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, η δημοσιονομική εικόνα κάθε χώρας αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία για τους επενδυτές.
Ανάπτυξη σχεδόν διπλάσια από την ευρωζώνη
Το πρώτο πλεονέκτημα της ελληνικής οικονομίας είναι ότι εξακολουθεί να αναπτύσσεται με ρυθμούς αισθητά υψηλότερους από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Σύμφωνα με το προσχέδιο του κρατικού προϋπολογισμού για το 2027, η ανάπτυξη προβλέπεται να φτάσει το 2% το 2026, έναντι 0,9% στην ευρωζώνη. Για την επόμενη χρονιά η ελληνική οικονομία αναμένεται να επιταχύνει στο 2,3%, όταν η ευρωζώνη εκτιμάται ότι θα κινηθεί στο 1,2%.
Σημαντικό μέρος αυτής της δυναμικής προέρχεται από τις επενδύσεις. Ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου εκτιμάται ότι θα αυξηθεί κατά 7,7% φέτος και 7,9% το 2027, συμβάλλοντας στη διατήρηση των αναπτυξιακών ρυθμών πάνω από το 2%.
Για τις αγορές, οι προβλέψεις αυτές έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα. Μια οικονομία που συνεχίζει να αναπτύσσεται διαθέτει μεγαλύτερα περιθώρια να περιορίζει το βάρος του χρέους της ως ποσοστό του ΑΕΠ, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι μένει ανεπηρέαστη από τις διεθνείς αναταράξεις.
Πλεονάσματα και ταμειακό μαξιλάρι 32 δισ. ευρώ
Η δεύτερη γραμμή άμυνας είναι τα δημόσια οικονομικά. Για το 2026 προβλέπεται πρωτογενές πλεόνασμα 3,6% του ΑΕΠ, ενώ για το 2027 η αντίστοιχη πρόβλεψη διαμορφώνεται στο 3,3%. Παράλληλα, το συνολικό ισοζύγιο της Γενικής Κυβέρνησης αναμένεται να παραμείνει πλεονασματικό, στο 0,6% του ΑΕΠ φέτος και στο 0,3% την επόμενη χρονιά.
Στη δημοσιονομική αυτή εικόνα προστίθεται το ισχυρό ταμειακό απόθεμα, το οποίο οικονομικοί παράγοντες τοποθετούν στα 32 δισ. ευρώ. Το συγκεκριμένο απόθεμα, σε συνδυασμό με τις περιορισμένες χρηματοδοτικές ανάγκες και τους ευνοϊκούς όρους αποπληρωμής μεγάλου μέρους του ελληνικού χρέους, προσφέρει στο οικονομικό επιτελείο και στον Οργανισμό Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους μεγαλύτερη ευχέρεια στον προγραμματισμό των εκδόσεων ομολόγων.
Με άλλα λόγια, η Ελλάδα δεν είναι υποχρεωμένη να προσφεύγει με την ίδια συχνότητα στις αγορές, ακόμη και όταν το κόστος δανεισμού αυξάνεται. Πρόκειται για ένα πλεονέκτημα ιδιαίτερα σημαντικό σε περιόδους έντονης μεταβλητότητας.
Οι πρόωρες αποπληρωμές και η υποχώρηση του χρέους
Η τρίτη γραμμή άμυνας είναι η συνεχής μείωση του δημόσιου χρέους, την οποία επιταχύνουν οι πρόωρες αποπληρωμές. Τον Ιούνιο η Ελλάδα αποπλήρωσε δάνεια του πρώτου μνημονίου ύψους 6,94 δισ. ευρώ, ενώ στις αρχές Οκτωβρίου ακολούθησε νέα αποπληρωμή 2,5 δισ. ευρώ προς τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF).
Ο προγραμματισμός προβλέπει ακόμη μία πρόωρη κίνηση ύψους 2,2 δισ. ευρώ έως το τέλος του 2026. Οι αποπληρωμές αυτές, μαζί με την ανάπτυξη και τα πρωτογενή πλεονάσματα, συνδέονται με την προβλεπόμενη αποκλιμάκωση του χρέους από το 136,7% του ΑΕΠ φέτος στο 128,8% το 2027.
Στον μεσοπρόθεσμο σχεδιασμό περιλαμβάνεται η περαιτέρω υποχώρηση του χρέους κάτω από το 120% του ΑΕΠ το 2029, με προοπτική να κινηθεί κάτω από το 110% το 2030. Πρόκειται για στόχους που προϋποθέτουν τη συνέχιση της δημοσιονομικής πορείας και των αναπτυξιακών επιδόσεων.
Το τέταρτο στήριγμα είναι η επενδυτική βαθμίδα, την οποία η Ελλάδα έχει εξασφαλίσει από τους μεγάλους διεθνείς οίκους αξιολόγησης. Οι αξιολογήσεις και οι θετικές προοπτικές που έχουν αποδώσει ορισμένοι από αυτούς ενισχύουν την εικόνα της χώρας στις αγορές, ενώ στις εκθέσεις τους επισημαίνεται παράλληλα η ανάγκη συνέχισης των μεταρρυθμίσεων.
Η Scope αναβάθμισε τον Σεπτέμβριο το ελληνικό αξιόχρεο στη βαθμίδα BBB+, ενώ η Moody’s διατήρησε τη βαθμίδα Baa3, αναβαθμίζοντας τις προοπτικές σε θετικές. Στις 23 Οκτωβρίου η S&P επιβεβαίωσε τη βαθμίδα BBB με σταθερές προοπτικές.
Τα τέσσερα αυτά στοιχεία δεν θωρακίζουν απόλυτα την Ελλάδα απέναντι σε μια παρατεταμένη διεθνή κρίση. Εξηγούν, ωστόσο, γιατί το ελληνικό Δημόσιο βρίσκεται σήμερα σε διαφορετική θέση από εκείνη άλλων ευρωπαϊκών οικονομιών, σε μια συγκυρία κατά την οποία η εμπιστοσύνη των αγορών δοκιμάζεται και το κόστος του χρήματος παραμένει υψηλό.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.














