Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

85 χρόνια από τη σφαγή του Δοξάτου: Οι επιζώντες θυμούνται τη φρίκη της βουλγαρικής κατοχής



Συνοπτικά από ΣΚΑΪ AI
toggle

  • Τη νύχτα της 28ης Σεπτεμβρίου 1941, η βουλγαρική κατοχή στην Ανατολική Μακεδονία συνοδεύτηκε από μαζική σφαγή στο Δοξάτο, με περισσότερους από 350 άνδρες νεκρούς ως αντίποινα για την επίθεση ανταρτικών ομάδων στον βουλγαρικό αστυνομικό σταθμό.
  • Η σφαγή αποτέλεσε απάντηση στην εξέγερση που εκδηλώθηκε σε περιοχές της βουλγαροκρατούμενης Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης λόγω της πολιτικής εκβουλγαρισμού και των διώξεων κατά του ελληνικού πληθυσμού.
  • Οι κάτοικοι του Δοξάτου βίωσαν έντονα τραυματικές εμπειρίες, με πολλούς να κρύβονται σε υπόγεια και αποθήκες, ενώ οι μεγαλύτεροι θυμήθηκαν παλιότερες σφαγές και ομηρίες στην περιοχή κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Μαρτυρίες επιζώντων για τη σφαγή του Δοξάξου από βουλγαρικές δυνάμεις, μία από τις πιο σκοτεινές και για πολλούς άγνωστες σελίδες της Κατοχής.Τη νύχτα της 28ης Σεπτεμβρίου 1941, λίγους μήνες μετά την επιβολή της βουλγαρικής κατοχής στην Ανατολική Μακεδονία, οι καμπάνες του Δοξάτου δεν καλούσαν σε λειτουργία. Χτυπούσαν διαφορετικά. Οι μεγαλύτεροι κατάλαβαν αμέσως. Είχαν ζήσει τη σφαγή του 1913 και την ομηρία στα «ντουρντουβάκια» το 1916-1918. Μέχρι να ξημερώσει, κάτοικοι κρύβονταν σε υπόγεια, αποθήκες και καπναποθήκες.

Η επίθεση αντάρτικων ομάδων στον βουλγαρικό αστυνομικό σταθμό στο Δοξάτο αποτέλεσε μέρος της εξέγερσης που εκδηλώθηκε εκείνες τις ημέρες σε περιοχές της βουλγαροκρατούμενης Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης. Λίγους μήνες μετά την επιβολή της βουλγαρικής κατοχής, η πολιτική εκβουλγαρισμού και οι διώξεις του ελληνικού πληθυσμού είχαν οξύνει την ένταση στην περιοχή. Η επίθεση έδωσε στις κατοχικές αρχές το πρόσχημα για σκληρά αντίποινα. Μέχρι το τέλος της επόμενης ημέρας περισσότεροι από 350 άνδρες θα ήταν νεκροί.

«Η ξιφολόγχη πέρασε πάνω από το κεφάλι μου»

Ο Αναστάσιος Μαυρομιχάλης ήταν έξι ετών. Η οικογένειά του κρύφτηκε στο υπόγειο γειτονικού σπιτιού. Η καταπακτή καλύφθηκε με σεντόνι και καλαμπόκια ώστε να μη δημιουργεί υποψίες. Όμως οι στρατιώτες επέστρεψαν. «Ακούγαμε τα πατήματά τους πάνω από τα κεφάλια μας», θυμάται. Ξαφνικά άνοιξε η καταπακτή. Ένας στρατιώτης κατέβασε τη ξιφολόγχη του όπλου του προς το σκοτάδι. «Πέρασε λίγα εκατοστά πάνω από το κεφάλι μου».

Λίγο αργότερα έβγαλαν την οικογένεια με τη βία από το κρησφύγετο. Συγκέντρωσαν γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένους κάτω από την απειλή πολυβόλων, ενώ απομόνωσαν σταδιακά τους άνδρες 18-50 ετών.

Στη μνήμη του τόπου έχει διασωθεί και η ιστορία ενός τετράχρονου παιδιού που άρχισε να κλαίει μέσα σε καταφύγιο όπου κρύβονταν οικογένειες. Οι γυναίκες το αγκάλιασαν για να μην προδώσει την παρουσία τους. Οι κάτοικοι διηγούνταν για χρόνια πως από τον τρόμο του το παιδί δεν ξαναμίλησε μέχρι να περάσει ο κίνδυνος.

Η δίψα

Οι γυναίκες, τα παιδιά και οι ηλικιωμένοι οδηγήθηκαν στο σχολείο. Οι άνδρες χωρίστηκαν από τις οικογένειές τους. Μέσα στις κατάμεστες αίθουσες η δίψα έγινε βασανιστήριο. Δεν υπήρχε νερό ούτε φαγητό. Τα παιδιά έκλαιγαν ασταμάτητα. Τότε ορισμένες γυναίκες βρήκαν σε αίθουσα χημείας ένα δοχείο. Aφησαν ούρα να κρυώσουν και το μοίρασαν στα παιδιά για νερό. «Ήπιαμε από εκείνο το πράγμα για να ξεδιψάσουμε», αναφέρει ο Αναστάσιος Μαυρομιχάλης. «Την ίδια ώρα, έξω από το σχολείο ακούγαμε τα πολυβόλα. Λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα, δεκάδες άνδρες δεμένοι ανά ομάδες με αγκαθωτό σύρμα οδηγούνταν στους τόπους εκτέλεσης».

Το τρύπιο παπούτσι

Η Ρίτσα Αρβανιτίδου ήταν οκτώ ετών. Θυμάται τον πατέρα της όταν γείτονες τον προειδοποιούσαν να φύγει, εκείνος απαντούσε: «Τι φοβάστε; Εμείς δεν κάναμε τίποτα». Λίγες ώρες αργότερα βρισκόταν ανάμεσα στους εκτελεσμένους.

Οι συγγενείς αρνούνταν να πιστέψουν ότι οι δικοί τους άνθρωποι είχαν χαθεί. «Ελπίζαμε πως ζουν», θυμάται. Ο δεκατετράχρονος αδελφός της έφτασε κρυφά στο σημείο όπου είχαν μισοθαφτεί τα θύματα και επέστρεψε κρατώντας ένα παλιό, τρύπιο παπούτσι. Η μητέρα του το αναγνώρισε αμέσως. «Το παπούτσι του Κώστα είναι αυτό», φώναξε.

Η βεβαιότητα ήρθε λίγες ημέρες αργότερα. Καθώς σκυλιά ξέθαβαν πτώματα από τους πρόχειρους τάφους, οι βουλγαρικές αρχές διέταξαν να μεταφερθεί επιπλέον χώμα. Άνδρες με κάρα περνούσαν από τους δρόμους και, κρυφά, πετούσαν κομμάτια από ρούχα, ζώνες και πουλόβερ των νεκρών. Οι γυναίκες είχαν συγκεντρωθεί στις άκρες του δρόμου αναζητώντας ένα σημάδι. «Αυτό είναι του άντρα μου», «αυτό είναι του γιου μου», ακούγονταν οι κραυγές καθώς αναγνώριζαν ένα κομμάτι υφάσματος ή μια ζώνη. «Έτσι μάθαμε πως δεν θα ξαναγυρίσουν ποτέ», αναφέρει στη Deutsche Welle η Ρίτσα Αρβανιτίδου. Το Δοξάτο, λέει, «έκλαιγε ολόκληρο».

Τα χρόνια της Κατοχής ήταν γεμάτα πείνα και κακουχίες. «Καλαμπόκι μόνο, μπομπότα τρώγαμε, λάδι δεν είχαμε, δεν άφηναν τίποτα, όσοι ήταν βουλγαρογραμμένοι, τους έφερναν τυριά, κασέρια. Τα παιδιά όλα κοκκαλιάρικα που, βεντούζες μας έβαζαν και έπεφταν», λέει χαρακτηριστικά. «Στο περίπτερο της μαμάς μου, αυτοί που είχαν κανένα ραδιόφωνο κρυφό, άκουγαν πώς προχωράει ο πόλεμος, αν θα νικήσουν οι Ρώσοι τους Γερμανούς. Περιμέναμε πώς και πώς να ‘ρθει η μέρα να ελευθερωθούμε».

Δύο σφαγές και μία ομηρία στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα

Το τραύμα δεν σταμάτησε με τον πόλεμο. Πέρασε στις επόμενες γενιές. Η Αθανασία Καρατζίνη, απόγονος οικογένειας που έχασε τον μοναχογιό της στη σφαγή, μεγάλωσε μέσα σε μια σιωπή που έλεγε περισσότερα από τις λέξεις. «Η γιαγιά μου μιλούσε σπάνια για όσα συνέβησαν. Όταν η θλίψη την κυρίευε, τραγουδούσε ένα μοιρολόι. Κάθε 29 Σεπτεμβρίου στο σπίτι είχαμε νηστεία», αναφέρει. Στη συλλογική μνήμη του Δοξάτου διατηρήθηκαν και αφηγήσεις με έντονο συμβολικό χαρακτήρα. Ανάμεσά τους η διήγηση ότι από το καμένο αστυνομικό τμήμα διασώθηκε μια εικόνα των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης.

«Aνάμεσα στους μαρτυρικούς τόπους της Ελλάδας το Δοξάτο είχε το θλιβερό προνόμιο, τις περιόδους των τριών βουλγαρικών κατοχών στην Ανατολική Μακεδονία 1912-13, 1916-18, 1941-44, να γνωρίσει όχι μία αλλά δύο σφαγές και μία ομηρία των κατοίκων του», τονίζει η ιστορικός Δήμητρα Χατζηδημητρίου. «Οι βυθισμένοι στο πένθος κάτοικοι υποχρεώθηκαν να καταβάλουν 500 λέβα ανά οικογένεια, ως αποζημίωση για τις σφαίρες που χρησιμοποιήθηκαν στην εκτέλεση των συγγενών τους».

Η κυρίαρχη ιστορική αφήγηση συγκαταλέγει την εξέγερση του Δοξάτου στις πρώτες αντιφασιστικές εκδηλώσεις στην κατεχόμενη Ευρώπη. Η μνήμη της εξέγερσης και των αιτίων που οδήγησαν στη σφαγή παραμένει αντικείμενο συζήτησης μέχρι σήμερα. Στην τοπική κοινωνία, πάντως, δεν έλειψαν οι αντιπαραθέσεις σχετικά με τους σκοπούς και τις προθέσεις των πρωταγωνιστών, με ορισμένους να μιλούν για «ψευδοεπανάσταση» και για ένα εγχείρημα καταδικασμένο σε αποτυχία.

«Θα έπρεπε να ‘ρθουν οι Βούλγαροι επίσημα και για τα εγκλήματα των προγόνων τους να ζητήσουν έστω και μια συγγνώμη», λέει με παράπονο ο Αναστάσιος Μαυρομιχάλης.

Ογδόντα πέντε χρόνια μετά, οι καμπάνες του Δοξάτου δεν προειδοποιούν πια για κίνδυνο. Οι ιστορίες όμως εκείνης της ημέρας εξακολουθούν να περνούν από γενιά σε γενιά. Για τους κατοίκους της κωμόπολης, η σφαγή του 1941 δεν ανήκει μόνο στην ιστορία. Παραμένει μια ανοιχτή μνήμη.

Πηγή: Deutsche Welle



Πηγή: www.skai.gr