Η χρεοκοπία της Lehman Brothers στις 15 Σεπτεμβρίου 2008 αποκάλυψε πόσο εύθραυστο ήταν το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα και ανάγκασε κυβερνήσεις και κεντρικές τράπεζες να ξαναγράψουν τους κανόνες του.
Στις 15 Σεπτεμβρίου 2008, η Lehman Brothers, μια τράπεζα με ιστορία 158 ετών, κατέρρευσε. Ήταν η μεγαλύτερη πτώχευση στην ιστορία των ΗΠΑ, με την τράπεζα να ελέγχει περιουσιακά στοιχεία άνω των 600 δισ. δολαρίων.
Δεκαοκτώ χρόνια αργότερα, το ερώτημα δεν είναι μόνο «τι συνέβη», αλλά και «γιατί η πτώση ενός και μόνο οργανισμού προκάλεσε τόσο βαθιά και μόνιμη αλλαγή». Η απάντηση βρίσκεται στον μηχανισμό μετάδοσης. Η Lehman ήταν κομβικά συνδεδεμένη με χιλιάδες άλλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα μέσω δανείων, παραγώγων και συμβολαίων ανταλλαγής κινδύνου. Όταν κατέρρευσε, οι επιπτώσεις δεν περιορίστηκαν στην ίδια την τράπεζα. Μεταδόθηκαν σαν ηλεκτρικό σοκ σε ολόκληρο το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Με τη Lehman, το «φαινόμενο της πεταλούδας» πήρε σάρκα και οστά στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Μια κατάρρευση σε ένα σημείο του συστήματος ήταν αρκετή για να προκαλέσει αλυσιδωτές αντιδράσεις χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. Η στενή διασύνδεση των αγορών σήμαινε ότι η Lehman δεν μπορούσε να πέσει χωρίς να συμπαρασύρει μαζί της ολόκληρο το σύστημα.
Γίναμε κατά κάποιο τρόπο μάρτυρες του «φαινόμενου της πεταλούδας» στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Μια κατάρρευση σε ένα σημείο του συστήματος κατάφερε να προκαλέσει αλυσιδωτές αντιδράσεις χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. Και επειδή το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα ήταν τόσο στενά διασυνδεδεμένο, η Lehman δεν έπεσε μόνη της. Παρέσυρε μαζί της ολόκληρο τον πλανήτη.
Ακριβώς αυτός ο μηχανισμός μετάδοσης οδήγησε τις κυβερνήσεις να ξαναγράψουν από την αρχή τους κανόνες λειτουργίας του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Η άνοδος και η πτώση ενός κολοσσού
Η Lehman Brothers ιδρύθηκε το 1850 και εξελίχθηκε σε έναν από τους σημαντικότερους παίκτες της Wall Street. Η πραγματική μεταμόρφωσή της, όμως, πραγματοποιήθηκε τις δύο τελευταίες δεκαετίες πριν από την κατάρρευση.
Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, η αμερικανική αγορά ακινήτων βρισκόταν σε περίοδο μεγάλης άνθησης. Η Lehman, όπως και άλλες μεγάλες επενδυτικές τράπεζες, αύξησε θεαματικά την έκθεσή της στα στεγαστικά δάνεια, συμπεριλαμβανομένων των subprime, των δανείων δηλαδή προς δανειολήπτες υψηλότερου πιστωτικού κινδύνου.
Το μοντέλο ήταν απλό στη βάση του, αλλά εξαιρετικά σύνθετο στην εφαρμογή του. Τα στεγαστικά δάνεια συγκεντρώνονταν σε «πακέτα», μετατρέπονταν σε χρηματοοικονομικά προϊόντα και στη συνέχεια πωλούνταν σε επενδυτές σε ολόκληρο τον κόσμο. Έτσι, ο κίνδυνος που ξεκινούσε από ένα στεγαστικό δάνειο στις ΗΠΑ μπορούσε να καταλήξει στον ισολογισμό μιας τράπεζας στην Ευρώπη ή ενός επενδυτικού fund στην άλλη άκρη του πλανήτη.
Το πρόβλημα ήταν ότι η Lehman δεν είχε απλώς μεγάλη έκθεση σε αυτά τα προϊόντα. Είχε χτίσει το μοντέλο της πάνω σε τεράστια μόχλευση. Δανειζόταν δηλαδή πολύ περισσότερα χρήματα σε σχέση με τα ίδια κεφάλαιά της, αυξάνοντας σημαντικά τόσο τις πιθανές αποδόσεις όσο και τις πιθανές ζημιές.
Όσο οι τιμές των ακινήτων ανέβαιναν και η πρόσβαση σε φθηνό χρήμα παρέμενε εύκολη, το μοντέλο λειτουργούσε. Τα προβλήματα άρχισαν όταν η αγορά κατοικίας στις ΗΠΑ γύρισε απότομα.
Από το 2007, οι τιμές των ακινήτων άρχισαν να υποχωρούν και οι καθυστερήσεις στις πληρωμές στεγαστικών δανείων να αυξάνονται. Τα χρηματοοικονομικά προϊόντα που είχαν δημιουργηθεί πάνω σε αυτά τα δάνεια άρχισαν να χάνουν την αξία τους. Και τότε αποκαλύφθηκε το πραγματικό μέγεθος του προβλήματος. Κανείς δεν μπορούσε πλέον να είναι βέβαιος πόσο άξιζαν πραγματικά τα περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονταν στους ισολογισμούς των τραπεζών.
Η Lehman βρέθηκε στο επίκεντρο αυτής της κρίσης. Οι ζημιές αυξάνονταν, η μετοχή της κατέρρεε και η εμπιστοσύνη των επενδυτών εξαφανιζόταν. Η τράπεζα χρειαζόταν επειγόντως κεφάλαια ή έναν αγοραστή.
Και ξαφνικά το πρόβλημα της Lehman έγινε πρόβλημα ολόκληρου του συστήματος.
Οι τελευταίες 48 ώρες της Lehman Brothers
Το Σαββατοκύριακο 13-14 Σεπτεμβρίου 2008, στελέχη της αμερικανικής κυβέρνησης, της Federal Reserve και των μεγαλύτερων τραπεζών συγκεντρώθηκαν στη Νέα Υόρκη σε μια αγωνιώδη προσπάθεια να βρουν αγοραστή για τη Lehman Brothers ή τέλος πάντων μια λύση που θα απέτρεπε την κατάρρευσή της.
Η κατάσταση ήταν διαφορετική από εκείνη της Bear Stearns, την οποία λίγους μήνες νωρίτερα είχε εξαγοράσει η JPMorgan Chase με τη στήριξη της Federal Reserve. Για τη Lehman δεν βρέθηκε λύση. Οι υποψήφιοι αγοραστές δεν ήταν διατεθειμένοι να αναλάβουν το βάρος των προβληματικών στοιχείων του ενεργητικού της χωρίς σημαντική κρατική εγγύηση, ενώ η αμερικανική κυβέρνηση δεν προχώρησε σε διάσωση με δημόσιο χρήμα.
Τα ξημερώματα της Δευτέρας 15 Σεπτεμβρίου, η Lehman Brothers κατέθεσε αίτηση προστασίας από τους πιστωτές, σε μία από τις μεγαλύτερες πτωχεύσεις στην ιστορία των ΗΠΑ.
Αυτό που ακολούθησε ήταν πολύ μεγαλύτερο από την κατάρρευση μιας τράπεζας. Οι αγορές αντέδρασαν με πανικό και μέσα στις επόμενες ημέρες η κρίση εξαπλώθηκε με ταχύτητα σε ολόκληρο το χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Η AIG, ένας από τους μεγαλύτερους ασφαλιστικούς ομίλους στον κόσμο, βρέθηκε στα πρόθυρα της κατάρρευσης και χρειάστηκε κρατική στήριξη που τελικά έφτασε στα περίπου 182 δισ. δολάρια. Στα money market funds, επενδυτές άρχισαν να αποσύρουν μαζικά τα χρήματά τους, με αποτέλεσμα ένα μεγάλο fund να «σπάσει το δολάριο» (break the buck), κάτι που μέχρι εκείνη τη στιγμή θεωρούνταν σχεδόν αδιανόητο.
Ενα από τα σημαντικότερα προβλήματα που ανέκυψαν, όμως, ήταν ότι οι τράπεζες σταμάτησαν να εμπιστεύονται η μία την άλλη. Η διατραπεζική αγορά πάγωσε, καθώς κανείς δεν μπορούσε να γνωρίζει ποιος είχε στην κατοχή του «τοξικά» προϊόντα και πόσο εκτεθειμένος ήταν στην κρίση.
Η Lehman είχε καταρρεύσει. Το ερώτημα ήταν ποιος θα ακολουθούσε.
Γιατί η πτώση μιας τράπεζας έγινε παγκόσμιο πρόβλημα
Η κατάρρευση της Lehman δεν ήταν η αιτία της χρηματοπιστωτικής κρίσης, ήταν η κορύφωσή της. Λειτούργησε όμως ως καταλύτης, και αυτό σχετίζεται με το πώς λειτουργεί το ίδιο το τραπεζικό σύστημα. Οι τράπεζες δεν λειτουργούν απομονωμένες, αλλά δανείζουν η μία στην άλλη καθημερινά για να καλύψουν τις ανάγκες τους σε ρευστότητα. Το αποτέλεσμα λοιπόν δεν ήταν μόνο οικονομικό. Ήταν και ψυχολογικό. Η εμπιστοσύνη πάνω στην οποία στηρίζεται το χρηματοπιστωτικό σύστημα, εξαφανίστηκε.
Το σοκ εμπιστοσύνης μετέτρεψε μια ήδη βαθιά χρηματοπιστωτική κρίση σε παγκόσμιο συστημικό σοκ, με συνέπειες που έφτασαν σε όλο τον κόσμο.
Παγκόσμια ύφεση: Η οικονομική δραστηριότητα συρρικνώθηκε σε ΗΠΑ, Ευρώπη και μεγάλο μέρος του κόσμου το 2008-2009, με εκατομμύρια ανθρώπους να χάνουν τις δουλειές τους.
Κρατικές διασώσεις: Κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο διοχέτευσαν τεράστια ποσά στο χρηματοπιστωτικό σύστημα μέσω προγραμμάτων όπως το αμερικανικό TARP, προκειμένου να αποτραπεί μια γενικευμένη κατάρρευση.
Ευρωπαϊκή κρίση χρέους: Το οικονομικό σοκ επιδείνωσε τις δημοσιονομικές και τραπεζικές αδυναμίες στην Ευρώπη, συμβάλλοντας στην κρίση χρέους της Ευρωζώνης. Η Ελλάδα, η Ιρλανδία και η Πορτογαλία χρειάστηκαν διεθνή προγράμματα χρηματοδοτικής στήριξης.
Νομισματική πολιτική χωρίς προηγούμενο: Οι κεντρικές τράπεζες κατέβασαν τα επιτόκια σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα και στράφηκαν στην ποσοτική χαλάρωση (quantitative easing), ένα εργαλείο που έκτοτε έγινε βασικό μέρος του οικονομικού τους οπλοστασίου.
Οι κανόνες ξαναγράφτηκαν
Οι μεταρρυθμίσεις που ακολούθησαν δεν ήταν τυχαίες. Κάθε μία προσπάθησε να απαντήσει σε μια συγκεκριμένη αδυναμία που αποκάλυψε η κατάρρευση της Lehman από την υπερβολική μόχλευση και την αδιαφάνεια έως το πρόβλημα του «too big to fail».
Επειδή οι τράπεζες είχαν πάρα πολύ λίγα κεφάλαια σε σχέση με το ρίσκο που έπαιρναν. Η Lehman λειτουργούσε με μόχλευση περίπου 30 προς 1, δηλαδή για κάθε 1 δολάριο ίδιων κεφαλαίων, είχε δανειστεί περίπου 30. Γι’ αυτό, στις ΗΠΑ ψηφίστηκε ο νόμος Dodd-Frank (2010) και διεθνώς υιοθετήθηκε το πλαίσιο Basel III, που υποχρέωσαν τις τράπεζες να κρατούν πολλαπλάσια κεφαλαιακά αποθέματα απ’ ό,τι πριν. Σήμερα μια τράπεζα δεν μπορεί νόμιμα να λειτουργεί με τόσο λεπτό «μαξιλάρι» ασφαλείας όσο η Lehman το 2008.
Κανείς δεν ήξερε ποιος ήταν πραγματικά εκτεθειμένος σε ποιον. Η αδιαφάνεια στα παράγωγα προϊόντα ήταν αυτή που μετέτρεψε την πτώση ενός οργανισμού σε γενικευμένο πανικό. Γι’ αυτό δημιουργήθηκαν νέοι μηχανισμοί παρακολούθησης συστημικού κινδύνου και τα τακτικά «stress tests», ώστε οι εποπτικές αρχές, αλλά και οι ίδιες οι τράπεζες, να γνωρίζουν εκ των προτέρων πού κρύβεται ο κίνδυνος, αντί να τον ανακαλύπτουν μέσα σε ένα Σαββατοκύριακο πανικού.
Καθώς δεν υπήρχε τρόπος να «πεθάνει» μια μεγάλη τράπεζα με τάξη. Το 2008, η μόνη επιλογή ήταν είτε πλήρης κρατική διάσωση είτε ανεξέλεγκτη πτώχευση με παγκόσμιες παρενέργειες. Τρίτος δρόμος δεν υπήρχε. Γι’ αυτό θεσπίστηκαν νέες διαδικασίες «ελεγχόμενης εξυγίανσης», ώστε ένα μεγάλο ίδρυμα να μπορεί να καταρρεύσει χωρίς να παρασύρει το υπόλοιπο σύστημα. Το ζήτημα όμως παραμένει ανοιχτό: οι τραπεζικές αναταράξεις στις ΗΠΑ το 2023 έδειξαν ότι το πρόβλημα του «too big to fail» δεν έχει λυθεί οριστικά.
Τα κεντρικά τραπεζικά εργαλεία της εποχής αποδείχθηκαν ανεπαρκή. Όταν τα επιτόκια έφτασαν σχεδόν στο μηδέν και οι αγορές παρέμεναν παγωμένες, οι κεντρικές τράπεζες στράφηκαν στην «ποσοτική χαλάρωση» (quantitative easing), αγοράζοντας μαζικά ομόλογα και άλλα περιουσιακά στοιχεία για να διοχετεύσουν ρευστότητα στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και την οικονομία. Η πρακτική είχε ήδη εφαρμοστεί από την Τράπεζα της Ιαπωνίας, όμως μετά την κρίση του 2008 υιοθετήθηκε σε πρωτοφανή κλίμακα από τη Fed και άλλες μεγάλες κεντρικές τράπεζες. Η ίδια πρακτική επανήλθε, επίσης, σε μαζική κλίμακα κατά την πανδημία του 2020.
Το κόστος της διάσωσης το πλήρωσαν άλλοι από αυτούς που πήραν το ρίσκο. Οι τράπεζες σώθηκαν με δημόσιο χρήμα, ενώ εκατομμύρια πολίτες έχασαν σπίτια και δουλειές. Αυτή η ασυμμετρία τροφοδότησε μόνιμα πολιτικά κινήματα (όπως το Occupy Wall Street) και άνοιξε μια συζήτηση για την ανισότητα και τη λογοδοσία των τραπεζικών στελεχών που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
Τι έμεινε από τη Lehman
Σήμερα, η φράση «στιγμή Lehman» χρησιμοποιείται για να περιγράψουμε μια απότομη, συστημική κατάρρευση της εμπιστοσύνης στις αγορές. Και παρότι οι κανόνες έχουν αλλάξει σημαντικά από το 2008, οι κίνδυνοι δεν εξαφανίστηκαν. Το σκιώδες τραπεζικό σύστημα, τα ιδιωτικά κεφάλαια, τα σύνθετα χρηματοοικονομικά προϊόντα και τα κρυπτονομίσματα δημιουργούν νέες εστίες κινδύνου που μπορούν, υπό τις κατάλληλες συνθήκες, να δοκιμάσουν ξανά τις αντοχές του συστήματος.
Η Lehman ανάγκασε κυβερνήσεις, κεντρικές τράπεζες και εποπτικές αρχές να ξαναγράψουν τους κανόνες του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Υψηλότερα κεφαλαιακά αποθέματα, stress tests, νέοι μηχανισμοί εποπτείας και διαδικασίες ελεγχόμενης εξυγίανσης σχεδιάστηκαν ώστε η κατάρρευση μιας μεγάλης τράπεζας να μην μπορεί να παρασύρει ξανά ολόκληρο το σύστημα.
Δεκαοκτώ χρόνια μετά, όμως, το βασικό ερώτημα παραμένει. Πόσο ασφαλές είναι ένα σύστημα στο οποίο οι μεγαλύτεροι παίκτες είναι τόσο στενά συνδεδεμένοι μεταξύ τους;
Η κρίση του 2008 έδειξε ότι σε μια παγκοσμιοποιημένη οικονομία δεν υπάρχει πραγματικά «τοπική» τραπεζική κατάρρευση. Ένας οργανισμός μπορεί να βρίσκεται στη Νέα Υόρκη, οι πιστωτές του στην Ευρώπη και οι αντισυμβαλλόμενοί του στην Ασία — και μέσα σε λίγες ώρες ένα πρόβλημα που ξεκίνησε σε ένα σημείο του συστήματος να μετατραπεί σε παγκόσμιο σοκ.
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο μάθημα της Lehman: δεν αρκεί να γνωρίζουμε αν μια τράπεζα είναι ισχυρή. Πρέπει να γνωρίζουμε πόσο συνδεδεμένη είναι με όλους τους υπόλοιπους.
Γιατί η Lehman δεν ήταν απλώς η πτώση μιας τράπεζας. Ήταν η στιγμή που ο κόσμος ανακάλυψε πόσο εύθραυστο μπορεί να είναι ένα σύστημα που όλοι θεωρούσαν ότι θα άντεχε.
Πηγή: skai.gr
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.


















