Δεν θέλουν το ακατόρθωτο. Δεν ζητούν μια ζωή χωρίς όρια, ούτε έναν κόσμο φτιαγμένο στα μέτρα τους. Αυτό που θέλουν οι έφηβοι είναι κάτι πολύ πιο απλό. Και ίσως γι’ αυτό τόσο δύσκολο να το κατανοήσουν οι ενήλικες: να ακουστούν.
Ενώ όλοι γύρω τους επιμένουν να τους ρωτούν «τι θα κάνεις στη ζωή σου;» πριν οι ίδιοι καν προλάβουν να καταλάβουν ποιοι είναι, η εφηβεία μοιάζει με αγώνα επιβίωσης. Σχολείο, φροντιστήριο, εξετάσεις, στόχοι. Όλα μπαίνουν σε μια σειρά, σαν να υπάρχει μία και μοναδική διαδρομή που οδηγεί στην «επιτυχία».
Και κάπου εκεί, ανάμεσα σε προσδοκίες και φόβους, η φωνή του εφήβου αρχίζει να χάνεται.
«Το κάνουμε για το καλό σου», «δεν ξέρεις εσύ» λένε οι γονείς–κηδεμόνες. Και τις περισσότερες φορές το εννοούν. Πίσω από τον έλεγχο υπάρχει αγωνία. Πίσω από την πίεση, υπάρχει φόβος για ένα μέλλον αβέβαιο.
Όμως για τον έφηβο, αυτή η φροντίδα, συχνά, μεταφράζεται ως έλλειψη εμπιστοσύνης. Σαν να μην τον θεωρούν ικανό να αποφασίσει, σαν να μην γνωρίζει αρκετά, σαν να πρέπει να ακολουθήσει έναν δρόμο που αποφάσισαν άλλοι για εκείνον.
Έτσι δημιουργείται ένα ρήγμα που δεν φαίνεται, αλλά βαθαίνει. Όχι μέσα από μεγάλες συγκρούσεις, αλλά μέσα από μικρές καθημερινές υποχωρήσεις και αποσύρσεις.
Ο έφηβος μαθαίνει να προσαρμόζεται, χωρίς να είναι «παρών». Να λέει «ναι» ενώ μέσα του υπάρχει ένα «όχι». Να κυνηγά στόχους που δεν διάλεξε, να υιοθετεί όνειρα που δεν πρόλαβε να σχηματίσει.
Και όσο αυτό συνεχίζεται, τόσο πιο δύσκολο γίνεται να ξεχωρίσει τι είναι δικό του και τι όχι.
Κάπου εδώ ξεχνιέται μια απλή αλλά ουσιαστική αλήθεια: και οι μεγάλοι υπήρξαν κάποτε έφηβοι.
Κι εκείνοι ένιωθαν ότι δεν ακούγονταν, ότι οι άλλοι αποφάσιζαν για εκείνους, ότι έπρεπε να χωρέσουν σε ρόλους που δεν διάλεξαν. Κι εκείνοι ήθελαν να τους δοθεί χώρος.
Όμως με τον χρόνο, αυτή η εμπειρία ξεθωριάζει και ο νέος ρόλος του γονέα, κυριαρχεί. Το πρωταρχικό μέλημα είναι να προστατεύσουν τα παιδιά τους από λάθη, που έκαναν εκείνοι. Έτσι, η κατανόηση αντικαθίσταται από βεβαιότητα και η εμπειρία γίνεται κανόνας, γκρεμίζοντας τις γέφυρες.
Σε αυτό το πλαίσιο, η αποτυχία παύει να είναι απλώς ένα λάθος. Γίνεται βάρος. Συνδέεται με απογοήτευση, βλέμματα, σιωπές που λένε περισσότερα από λέξεις.
Κι έτσι ο έφηβος φοβάται. Όχι μόνο να αποτύχει, αλλά και να δοκιμάσει. Γιατί το ρίσκο δεν αφορά μόνο τον ίδιο, αφορά και όσους «περιμένουν».
Η ανάγκη του, όμως, παραμένει, να τον δουν ως αυτόνομη προσωπικότητα και όχι ως βελτιωμένο αποτέλεσμα. Να του δοθεί χώρος να κάνει λάθη, χωρίς να νιώθει ότι χάνει την αξία του. Να ακουστε,ί χωρίς να κρίνεται, πριν ολοκληρώσει τη σκέψη του.
Γιατί αυτό που ζητά δεν είναι η απόλυτη ελευθερία. Είναι η εμπιστοσύνη. Να μπορεί να πει «δεν ξέρω» χωρίς να μειώνεται. Να αλλάξει πορεία, χωρίς να χαρακτηρίζεται. Να δοκιμάσει χωρίς να φοβάται ότι κάθε του βήμα, μετριέται.
Στην πραγματικότητα, αυτό που θέλουν οι έφηβοι είναι να μεγαλώσουν χωρίς να χρειάζεται να αποδεικνύουν διαρκώς την αξία τους. Να έχουν χρόνο να ανακαλύψουν ποιοι είναι, όχι ποιοι πρέπει να γίνουν. Να ζήσουν μια εφηβεία που δεν θα μοιάζει με προθάλαμο ζωής, αλλά να τη ζήσουν στις διαστάσεις που έχει.
Ίσως τελικά το ερώτημα δεν είναι τι θέλουν οι έφηβοι. Είναι αν είμαστε διατεθειμένοι να μείνουμε συνδεδεμένοι με τον έφηβο που κάποτε υπήρξαμε. Γιατί πριν γίνουμε εκείνοι που συμβουλεύουν, ήμασταν κι εμείς εκείνοι που ζητούσαμε να ακουστούμε.
Και τότε γίνεται ξεκάθαρο: δεν χρειάζεται να αλλάξουν οι έφηβοι. Χρειάζεται να αλλάξει ο τρόπος που τους ακούμε.













