Ένας σύνθετος χάρτης επικινδυνότητας που επιχειρεί να κατανοήσει τι πραγματικά συμβαίνει στους δρόμους της ελληνικής πρωτεύουσας.
- Η νέα μελέτη του ΕΜΠ εστιάζει στη συμπεριφορά των οδηγών, πέρα από τα απλά καταγεγραμμένα ατυχήματα, αναγνωρίζοντας την Ελλάδα ως χώρα με υψηλά ποσοστά θανάτων από τροχαία σε αστικό περιβάλλον.
- Οι ερευνητές αξιοποίησαν δεδομένα ατυχημάτων και τηλεματικής από 6.700 διαδρομές, καταγράφοντας 25.000 περιστατικά «επιθετικής οδήγησης». Δημιουργήθηκε ο Δείκτης Έντονων Συμβάντων και ο Προσαρμοσμένος Δείκτης Ατυχημάτων για δικαιότερη αποτίμηση του κινδύνου.
- Η ανάλυση ανέδειξε 20 επικίνδυνους οδικούς άξονες, εστιάζοντας σε οκτώ κεντρικές αρτηρίες της Αθήνας. Τα δεδομένα TomTom έδειξαν στενή σχέση συμφόρησης και επιθετικής οδήγησης, με αύξηση συμβάντων τις ώρες αιχμής.
- Η μελέτη ερμηνεύει την «επιθετική» οδήγηση και ως αμυντική αντίδραση σε συμφόρηση, ενώ τα πιο επικίνδυνα τμήματα συχνά έχουν αργή κίνηση. Προτείνεται ένα νέο πλαίσιο για προληπτική οδική ασφάλεια, βασισμένο σε δεδομένα κινδύνου σε πραγματικό χρόνο.
Η οδική ασφάλεια στην Αθήνα παραμένει ένα σύνθετο και επίμονο πρόβλημα, με τις σύγχρονες ερευνητικές προσεγγίσεις να στρέφονται όλο και περισσότερο στη χρήση δεδομένων σε πραγματικό χρόνο και στην ανάλυση οδηγικής συμπεριφοράς. Νέα μελέτη του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου επιχειρεί να φωτίσει τις «μαύρες τρύπες» του αστικού οδικού δικτύου, αξιοποιώντας έναν συνδυασμό τηλεματικής, επίσημων καταγραφών τροχαίων ατυχημάτων και δεδομένων κυκλοφορίας από την πλατφόρμα TomTom. Το αποτέλεσμα είναι ένας πιο σύνθετος χάρτης επικινδυνότητας, που δεν περιορίζεται στην απλή καταμέτρηση ατυχημάτων, αλλά επιχειρεί να κατανοήσει τι πραγματικά συμβαίνει στους δρόμους της πόλης.
Ανάγκη για πιο στοχευμένες παρεμβάσεις
Σε παγκόσμιο επίπεδο, τα τροχαία δυστυχήματα εξακολουθούν να αποτελούν μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις δημόσιας υγείας. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, περίπου 1,19 εκατομμύρια άνθρωποι χάνουν τη ζωή τους κάθε χρόνο στους δρόμους, με τα τροχαία να αποτελούν την κύρια αιτία θανάτου για παιδιά και νέους ηλικίας 5 έως 29 ετών. Στην ευρωπαϊκή πραγματικότητα, η Ελλάδα καταγράφει διαχρονικά από τις υψηλότερες επιδόσεις σε θανάτους από τροχαία σε αστικό περιβάλλον, γεγονός που καθιστά την ανάγκη για πιο στοχευμένες παρεμβάσεις επιτακτική.
Η ερευνητική ομάδα του ΕΜΠ, με επικεφαλής τον Αριστοτέλη Τσουτσάνη, εστιάζει σε ένα κρίσιμο αλλά συχνά υποτιμημένο στοιχείο: τη συμπεριφορά των οδηγών. «Η ανάλυση δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στα καταγεγραμμένα ατυχήματα. Χρειάζεται να δούμε τι συμβαίνει πριν από αυτά», επισημαίνεται στη μελέτη, αναδεικνύοντας τη σημασία των λεγόμενων «δεικτών υποκατάστατης ασφάλειας», όπως το απότομο φρενάρισμα και η επιθετική επιτάχυνση.
Για την περίοδο 2017–2022, οι ερευνητές αξιοποίησαν δεδομένα τροχαίων ατυχημάτων που καταγράφηκαν από την Ελληνική Στατιστική Αρχή και την αστυνομία, χαρτογραφώντας τα σε επίπεδο οδικού τμήματος. Παράλληλα, ενσωμάτωσαν τηλεματικά δεδομένα από περισσότερες από 6.700 διαδρομές οχημάτων στην ευρύτερη περιοχή της Αθήνας, κατά τις οποίες καταγράφηκαν πάνω από 25.000 περιστατικά «επιθετικής οδήγησης», όπως απότομα φρεναρίσματα και έντονες επιταχύνσεις.
Από αυτά τα δεδομένα προέκυψε ένας κρίσιμος δείκτης, ο λεγόμενος Δείκτης Έντονων Συμβάντων (Harsh Event Ratio), που αποτυπώνει το ποσοστό των επικίνδυνων οδηγικών συμπεριφορών σε σχέση με τη συνολική κίνηση σε έναν δρόμο. Ο δείκτης αυτός χρησιμοποιήθηκε για να «διορθώσει» την απλή καταμέτρηση ατυχημάτων και να δημιουργηθεί ένας νέος σύνθετος δείκτης, ο Προσαρμοσμένος Δείκτης Ατυχημάτων. Όπως εξηγούν οι ερευνητές, «ο στόχος είναι να προσεγγίσουμε πιο δίκαια τον πραγματικό κίνδυνο, λαμβάνοντας υπόψη όχι μόνο πόσα ατυχήματα συμβαίνουν, αλλά και πόσο “επιθετικά” οδηγείται ένας δρόμος».
Οι 8 πιο επικίνδυνοι δρόμοι της πρωτεύουσας
Η κατάταξη που προέκυψε ανέδειξε τους 20 πιο επικίνδυνους οδικούς άξονες της Αθήνας, με οκτώ από αυτούς να εξετάζονται σε μεγαλύτερο βάθος λόγω πληρότητας δεδομένων. Ανάμεσά τους βρίσκονται κεντρικές αρτηρίες όπως η λεωφόρος Βασιλίσσης Σοφίας, η λεωφόρος Κηφισίας, η Πανεπιστημίου και η Ακαδημίας, δρόμοι που συνδυάζουν υψηλή κυκλοφορία, σύνθετες διασταυρώσεις και έντονη αλληλεπίδραση μεταξύ οδηγών, πεζών και μέσων μεταφοράς.
Αναλυτικά οι 8 πιο επικίνδυνοι δρόμοι της πρωτεύουσας:
- Βασιλίσσης Σοφίας
- Λεωφόρος Αλεξάνδρας
- Λεωφόρος Ακαδημίας
- Λεωφόρος Αθηνών
- Λεωφόρος Κηφισίας
- Λεωφόρος Ηλιουπόλεως
- Λεωφόρος Πανεπιστημίου
- Λεωφόρος Βουλιαγμένης
Στο επόμενο στάδιο, η ανάλυση εμπλουτίστηκε με δεδομένα κυκλοφορίας από την TomTom για ένα τρίμηνο, τα οποία περιλάμβαναν μέση ταχύτητα, χρόνο διαδρομής και καθυστερήσεις. Τα στοιχεία αυτά αποκάλυψαν μία κρίσιμη διάσταση: τη στενή σχέση ανάμεσα στην κυκλοφοριακή συμφόρηση και την οδηγική συμπεριφορά. Κατά τις ώρες αιχμής, μεταξύ 08:00–10:00 το πρωί και 17:00–18:00 το απόγευμα, καταγράφεται σαφής αύξηση των επιθετικών συμβάντων, την ώρα που η μέση ταχύτητα των οχημάτων μειώνεται αισθητά.
Ο οδηγός δεν είναι πάντα επιθετικός
Η παρατήρηση αυτή δεν ερμηνεύεται μονοδιάστατα. Όπως σημειώνεται χαρακτηριστικά στη μελέτη, «η αυξημένη συχνότητα απότομων φρεναρισμάτων και επιταχύνσεων δεν υποδηλώνει απαραίτητα επικίνδυνη συμπεριφορά, αλλά μπορεί να αντανακλά την ανάγκη για αμυντική οδήγηση σε συνθήκες υψηλής πυκνότητας κυκλοφορίας». Με άλλα λόγια, ο οδηγός δεν είναι πάντα επιθετικός· συχνά αντιδρά σε ένα απαιτητικό και πιεστικό περιβάλλον.
Η συσχέτιση μεταξύ ταχύτητας και επικινδυνότητας αποδεικνύεται επίσης πιο περίπλοκη από ό,τι φαίνεται. Σε αρκετές περιπτώσεις, τα πιο επικίνδυνα τμήματα δεν είναι αυτά με τις υψηλότερες ταχύτητες, αλλά εκείνα όπου η κίνηση είναι αργή και πυκνή. Διασταυρώσεις, φανάρια, πεζοδιαβάσεις και μικτές χρήσεις δρόμου δημιουργούν ένα περιβάλλον αυξημένων «σημείων σύγκρουσης», όπου ακόμη και μικρές ταχύτητες δεν εξαλείφουν τον κίνδυνο ατυχήματος.
Παρά τους περιορισμούς της έρευνας, όπως η έλλειψη δεδομένων για τη σοβαρότητα των ατυχημάτων ή η απουσία ακριβών μετρήσεων κυκλοφοριακού φόρτου, η μελέτη προτείνει ένα νέο, ευέλικτο πλαίσιο ανάλυσης που μπορεί να εφαρμοστεί και σε άλλες πόλεις με περιορισμένα δεδομένα. «Η ενσωμάτωση δεδομένων συμπεριφοράς, ατυχημάτων και κυκλοφορίας μπορεί να προσφέρει πιο άμεσες και στοχευμένες παρεμβάσεις», υπογραμμίζεται σχετικά.
Η προσέγγιση αυτή ανοίγει τον δρόμο για μια πιο προληπτική πολιτική οδικής ασφάλειας, όπου οι παρεμβάσεις δεν βασίζονται μόνο στο παρελθόν των ατυχημάτων, αλλά και σε ενδείξεις κινδύνου που καταγράφονται σε πραγματικό χρόνο. Σε μια πόλη όπως η Αθήνα, όπου η καθημερινή μετακίνηση συχνά ισορροπεί ανάμεσα στην πίεση και την αβεβαιότητα, η αξιοποίηση τέτοιων δεδομένων μπορεί να αποτελέσει κρίσιμο εργαλείο για τον επανασχεδιασμό του αστικού χώρου και τη μείωση των τροχαίων.















