Ως το υπ’ αριθμόν ένα »αγκάθι», αντιμετωπίζεται από την κυβέρνηση η ακρίβεια, σε μια συγκυρία όπου οι δευτερογενείς επιπτώσεις του πολέμου στον Περσικό, απειλούν εκ νέου τα ράφια και τις τσέπες των καταναλωτών.
Το μεσημέρι, στο Μέγαρο Μαξίμου, έχει προγραμματιστεί σύσκεψη υπό τον Πρωθυπουργό, όπου πέρα από τον αρμόδιο υπουργό Ανάπτυξης, Τ. Θεοδωρικάκο, θα συμμετάσχουν ο πρόεδρος του ΣΕΒ Σπύρος Θεοδωρόπουλος, ο πρόεδρος της Ένωσης Σούπερ Μάρκετ Ελλάδας Γιάννης Μασούτης και ο πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών Τροφίμων, Γιάννης Γιώτης. Σκοπός της συνάντησης δεν είναι να ανταλλάξουν απόψεις, ούτε να αναλύσουν τα δεδομένα, καθώς αυτά είναι γνωστά σε όλους. Στόχος της κυβέρνησης είναι μια συμφωνία άμεσης και οριζόντιας μείωσης τιμών σε βασικούς κωδικούς τροφίμων.
Από το ξέσπασμα της πληθωριστικής κρίσης έχουν ληφθεί μέτρα, όπως για παράδειγμα το “καλάθι της νοικοκυράς” ή η πρόσφατη πρωτοβουλία για τη μείωση τιμών σε πάνω από 2.000 κωδικούς. Το αποτέλεσμα δεν δικαίωσε τις προσδοκίες της κυβέρνησης, πόσο μάλλον των καταναλωτών, καθώς η παγιωμένη αίσθηση είναι ότι οι όποιες μειώσεις αφορούσαν κυρίως σε δευτερεύοντες κωδικούς, δεν περνούσαν ταυτοχρόνως στα ράφια όλων των σούπερ μάρκετς κι εν πάση περιπτώσει δεν ελάφρυναν επαρκώς το βάρος των οικογενειακών προϋπολογισμών.
Η νέα συμφωνία
Με αυτά τα δεδομένα, η κυβέρνηση θα επιδιώξει ή μάλλον θα
πιέσει όλους του κρίκους της εφοδιαστικής αλυσίδας να προχωρήσουν συντεταγμένα
και ταυτόχρονα σε ουσιαστικές μειώσεις τιμών σε βασικούς κωδικούς προϊόντων,
που δεν λείπουν από κανένα καλάθι νοικοκυριού, έτσι ώστε οι καταναλωτές να
νιώσουν τη διαφορά, χωρίς να ψάχνουν από σούπερ μάρκετ σε
σούπερ μάρκετ, “κυνηγώντας” εκπτώσεις και προσφορές. Πώς μπορεί να
γίνει αυτό; Προφανώς με τον περιορισμό του περιθωρίου κέρδους όλων των
εμπλεκομένων στην εφοδιαστική αλυσίδα.
Η εξίσωση δεν είναι εύκολη. Αν ήταν άλλωστε, η συμφωνία θα
είχε επιτευχθεί προ πολλού. Η νέα αύξηση του κόστους παραγωγής (πρώτες ύλες)
και των μεταφορικών περιπλέκει τα πράγματα, ενώ όσο καθυστερεί η λήξη του
πολέμου στον Περσικό και η ομαλοποίηση της αγοράς, ουδείς μπορεί να προβλέψει
με ασφάλεια πώς θα κινηθούν οι τιμές των πρώτων υλών τους επόμενους μήνες.
Είναι ενδεικτικό, άλλωστε, ότι αναλυτές και τεχνοκράτες θεσμικών οργάνων, όπως
η Κομισιόν και η ΕΚΤ, “βλέπουν” πληθωριστικές πιέσεις τουλάχιστον ως το τέλος
του έτους, βάζοντας τον πήχη κοντά ή πάνω από το 4% στα πιο δυσμενή
σενάρια.
Ως μοχλός πίεσης από την κυβέρνηση, θα χρησιμοποιηθεί το
πλαφόν στο περιθώριο κέρδους, του οποίου η ισχύς εκπνέει την Τετάρτη,
εκτός αν αποφασιστεί η παράταση του. Σύμφωνα με στοιχεία, που επικαλέστηκε ο
Τ. Θεοδωρικάκος, μέσω του πλαφόν καταγράφηκε μείωση τιμών σε περίπου 2.000
προϊόντα, κάτι που προφανώς σημαίνει ότι στα εν λόγω προϊόντα τα περιθώρια
κέρδους είχαν αυξηθεί σε σχέση με το 2021.
Αν η επιδιωκόμενη συμφωνία για μειώσεις τιμών δεν
επιτευχθεί, παρά τις θετικά μηνύματα που εκπέμπει η πλευρά της αγοράς, τότε
είναι πολύ πιθανόν να παραταθεί μέχρι νεωτέρας το πλαφόν.
Υπάρχει το επιχείρημα παραγόντων της αγοράς ότι οι καλοκαιρινοί μήνες, με την
υψηλή ζήτηση και κατανάλωση από τουρίστες, δεν προσφέρεται για τέτοιες
πρωτοβουλίες, άρα θα είχε νόημα μια τέτοια συζήτηση από το Σεπτέμβριο και μετά,
όταν θα υπάρχουν και ασφαλέστερες εκτιμήσεις για τις διεθνείς τιμές καυσίμων
και πρώτων υλών. Ακόμα και σε αυτήν την περίπτωση, το πλαφόν αναμένεται να
παραταθεί, μέχρι την οριστική συμφωνία.
Η πορεία των τιμών
Τα τελευταία στοιχεία της Eurostat έδειξαν ότι ο πληθωρισμός “έτρεξε” με 4,9% στην Ελλάδα, έναντι 3,3% στην ΕΕ. Παρά το ότι ο μισός πληθωρισμός οφείλεται στην επίπτωση από τις μεγάλες αυξήσεις στη βενζίνη, το πετρέλαιο κίνησης, το φυσικό αέριο και το ρεύμα, οι αυξήσεις στα τρόφιμα δεν είναι αμελητέες. Συγκεκριμένα, αν και “έτρεξαν” με χαμηλότερη ταχύτητα από τον Απρίλιο, το… κοντέρ “έγραψε” 3,3%, έναντι 1,4% που ήταν ο μέσος ευρωπαϊκός όρος. Κι αυτή η σύγκριση αφορά μόνο στο μέσο όρο, καθώς σε επιμέρους κατηγορίες ειδών διατροφής, όπως τα φρούτα, τα λαχανικά, το κρέας, οι αυξήσεις είναι πολλαπλάσιες, ακόμα και διψήφιες.
Αυτό που βαραίνει, ωστόσο, περισσότερο τους καταναλωτές δεν είναι οι τρέχουσες ανατιμήσεις, αλλά οι συσσωρευμένες αυξήσεις των τελευταίων ετών. Ασχέτως αν αυτές οφείλονται εν όλω ή εν μέρει στις διεθνείς εξελίξεις, η ουσία είναι ότι από το 2021- όταν ξεκίνησε ο πληθωριστικός πυρετός- οι τιμές των τροφίμων έχουν αυξηθεί κατά 40%, “ροκανίζοντας” την αγοραστική δύναμη μισθωτών, συνταξιούχων, επαγγελματιών, αγροτών.















