Το ιδιωτικό χρέος έχει εξελιχθεί σε μία από τις μεγαλύτερες απειλές για την οικονομική σταθερότητα και την κοινωνική συνοχή της χώρας. Δεν πρόκειται απλώς για ένα ζήτημα τραπεζικών ισολογισμών ή για μια τεχνική εκκρεμότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Πρόκειται για ένα πρόβλημα που αγγίζει την πρώτη κατοικία, την αγροτική γη, την οικογενειακή περιουσία, τη μικρή επιχείρηση και τελικά την αξιοπρέπεια χιλιάδων πολιτών.
Την
τελευταία δεκαετία, οι κυβερνήσεις δεν
κατάφεραν να δώσουν μια ουσιαστική και
βιώσιμη λύση. Άλλοτε από αδυναμία
σύγκρουσης με ισχυρά οικονομικά
συμφέροντα και άλλοτε μέσα από συνειδητές
πολιτικές επιλογές, διαμορφώθηκε ένα
πλαίσιο που διευκόλυνε τη μεταβίβαση
δανείων, την επιτάχυνση των πλειστηριασμών
και την αποδυνάμωση της προστασίας των
δανειοληπτών.
Η
αρχή έγινε με τη θεσμοθέτηση της
δυνατότητας λειτουργίας και διαχείρισης
των «κόκκινων» δανείων από funds, μέσα
από τον ν. 4354/2015. Ακολούθησε η περαιτέρω
διευκόλυνση των πλειστηριασμών με τον
ν. 4472/2017, ενώ στη συνέχεια περιορίστηκε
ουσιαστικά το πλαίσιο προστασίας της
πρώτης κατοικίας που είχε συνδεθεί με
τον ν. 3869/2010. Η προηγούμενη κυβέρνηση ,
πριν αποχωρήσει , με τον 4592/2019 κατήργησε
οριστικά την προστασία της πρώτης
κατοικίας του ν.3869/2010 και θέσπισε τον
ν.4605/2019 που είχε ασφυκτικά περιορισμένα
κριτήρια που μείωσαν την περίμετρο των
δικαιούχων. Η σημερινή κυβέρνηση, αντί
να διορθώσει αυτή την πορεία, την
επιτάχυνε προς την πλήρη αποδόμηση κάθε
προστατευτικού πλαισίου. Με τον ν.
4738/2020 και με το πρόγραμμα «Ηρακλής ΙΙ»
του ν. 4799/2021, η χώρα οδηγήθηκε σε ένα
περιβάλλον όπου τα funds και οι
εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων
απέκτησαν καθοριστικό ρόλο απέναντι
στους δανειολήπτες.
Το
αποτέλεσμα είναι ότι σήμερα χιλιάδες
πολίτες αισθάνονται απροστάτευτοι. Οι
εταιρείες διαχείρισης λειτουργούν
συχνά με όρους απόλυτης ισχύος, ενώ οι
δανειολήπτες καλούνται να διαπραγματευτούν
από μειονεκτική θέση. Η χώρα μοιάζει να
έχει μετατραπεί σε πεδίο ανεξέλεγκτης
δράσης για τα funds, την ώρα που οι
πλειστηριασμοί αυξάνονται και η
ανασφάλεια για την απώλεια κατοικιών
και περιουσιών γίνεται καθημερινή
πραγματικότητα.
Ιδιαίτερα
ανησυχητικό είναι ότι η πίεση δεν αφορά
πλέον μόνο τους πιο ευάλωτους οικονομικά
πολίτες. Άνθρωποι που κατάφεραν να
αντέξουν στα χρόνια της οικονομικής
κρίσης βρίσκονται σήμερα αντιμέτωποι
με νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές ή με τον
κίνδυνο να χάσουν ρυθμίσεις λόγω της
αύξησης των επιτοκίων και της γενικότερης
ακρίβειας. Η μεσαία τάξη, οι
μικροεπαγγελματίες, οι αγρότες και τα
νοικοκυριά που μέχρι πρόσφατα παρέμεναν
συνεπή βλέπουν πλέον την οικονομική
τους αντοχή να εξαντλείται.
Οι
δανειολήπτες συχνά πιέζονται να
αποδεχθούν όρους που δεν ανταποκρίνονται
στην πραγματική τους δυνατότητα
αποπληρωμής. Σε πολλές περιπτώσεις
καλούνται να καταβάλουν υπέρογκες
προκαταβολές για να αποφύγουν τον
πλειστηριασμό ή να δεχθούν ρυθμίσεις
με δυσμενείς και ανισοβαρείς όρους.
Όσοι δεν έχουν οικονομικά αποθέματα
οδηγούνται σταδιακά στην απώλεια της
περιουσίας τους. Η πρώτη κατοικία, που
θα έπρεπε να αποτελεί πεδίο αυξημένης
κοινωνικής προστασίας, αντιμετωπίζεται
συχνά σαν οποιοδήποτε περιουσιακό
στοιχείο προς εκποίηση.
Απέναντι
σε αυτή την κατάσταση, το ΠΑΣΟΚ έχει
καταθέσει τα τελευταία χρόνια συγκεκριμένες
τροπολογίες και προτάσεις, οι οποίες
δεν αντιμετωπίστηκαν με την αναγκαία
θεσμική σοβαρότητα από την κυβέρνηση.
Η Νέα Δημοκρατία αρνήθηκε συστηματικά
να ανοίξει ουσιαστική συζήτηση για ένα
πιο δίκαιο πλαίσιο ρύθμισης. Την ίδια
στιγμή, δικαστικές αποφάσεις έχουν
αναδείξει παράνομες ή καταχρηστικές
πρακτικές των servicers, επιβεβαιώνοντας
ότι το υφιστάμενο σύστημα έχει σοβαρά
κενά προστασίας και ελέγχου.
Η
κυβέρνηση, αντί να αξιοποιήσει αυτά τα
δεδομένα, περιορίζεται σε αποσπασματικές
αλλαγές και επικοινωνιακή διαχείριση.
Ο εξωδικαστικός μηχανισμός, παρά τις
τροποποιήσεις που έχουν γίνει, δεν έχει
καταφέρει να αποτελέσει ένα πραγματικά
αποτελεσματικό εργαλείο προστασίας
και ρύθμισης. Σε πολλές περιπτώσεις, οι
προτάσεις που παράγονται δεν είναι
βιώσιμες, ενώ η συμμετοχή των πιστωτών
δεν λειτουργεί με τρόπο που να εγγυάται
ισορροπία και πραγματική διαπραγμάτευση.
Υπάρχουν,
επίσης, ειδικές κατηγορίες δανειοληπτών
που παραμένουν για χρόνια χωρίς δίκαιη
λύση. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση
των δανείων σε ελβετικό φράγκο. Χιλιάδες
οικογένειες εγκλωβίστηκαν σε μια
υπέρμετρη επιβάρυνση λόγω της μεταβολής
της ισοτιμίας, χωρίς η πολιτεία να δώσει
την προστασία που δόθηκε σε άλλες
ευρωπαϊκές χώρες. Αυτή η αδράνεια έχει
αφήσει τους πολίτες εκτεθειμένους σε
ένα βάρος που δεν μπορούν να σηκώσουν
μόνοι τους.
Δεν
υπάρχει, επομένως, άλλος χρόνος για
αναμονή. Το ιδιωτικό χρέος δεν μπορεί
να συνεχίσει να αντιμετωπίζεται ως
λογιστικό πρόβλημα. Αν δεν υπάρξει άμεσα
βιώσιμο πλαίσιο ρύθμισης των «κόκκινων»
δανείων, η κοινωνική συνοχή θα δεχθεί
ακόμη ισχυρότερο πλήγμα. Η απειλή μαζικών
πλειστηριασμών, ακόμη και πρώτης
κατοικίας, δημιουργεί μια συνθήκη φόβου
και ανασφάλειας που δεν μπορεί να γίνει
αποδεκτή σε ένα κράτος δικαίου.
Ο
Νίκος Ανδρουλάκης και το ΠΑΣΟΚ έχουν
καταστήσει σαφές ότι η αντιμετώπιση
του ιδιωτικού χρέους αποτελεί κεντρική
πολιτική προτεραιότητα. Χθες παρουσίασε
με σαφήνεια την πρόταση μας . Η
δέσμευση του ΠΑΣΟΚ είναι ξεκάθαρη: οι
προτάσεις και οι τροπολογίες που έχουν
ήδη κατατεθεί θα αποτελέσουν άμεσες
νομοθετικές πρωτοβουλίες μιας προοδευτικής
κυβέρνησης. Δεν
πρόκειται για αποσπασματικές εξαγγελίες
ούτε για γενικές διακηρύξεις, αλλά για
συγκεκριμένο πρόγραμμα προστασίας των
δανειοληπτών, με στόχο να μπει τέλος
στην ασυδοσία των funds και
των servicers, να αποκατασταθεί η ισορροπία
ανάμεσα στον δανειολήπτη και τον πιστωτή
και να υπάρξει πραγματική προστασία
της κατοικίας, της αγροτικής γης και
της περιουσίας των πολιτών.
Το
πρόγραμμα αυτό ξεκινά από την επαναφορά
ουσιαστικής προστασίας της πρώτης
κατοικίας και της αγροτικής γης,
στα πρότυπα της φιλοσοφίας του ν.
3869/2010, αλλά με σύγχρονα και δίκαια
κριτήρια. Η προστασία αυτή πρέπει να
καλύπτει τους οικονομικά αδύναμους,
αλλά και τμήματα της μεσαίας τάξης που
σήμερα πιέζονται ασφυκτικά. Τα εισοδηματικά
και περιουσιακά κριτήρια πρέπει να
είναι ρεαλιστικά, ώστε να μη μένουν
εκτός προστασίας νοικοκυριά που έχουν
πραγματική ανάγκη. Παράλληλα, όπου ο
οφειλέτης αδυνατεί να καλύψει πλήρως
τη δόση μιας βιώσιμης ρύθμισης, πρέπει
να προβλέπεται συνεισφορά του Δημοσίου.
Κεντρικό
σημείο του ίδιου προγράμματος είναι
να κατοχυρωθεί
το δικαίωμα του δανειολήπτη να αποκτά
ο ίδιος το δάνειό του πριν αυτό μεταβιβαστεί
σε fund.
Δεν είναι κοινωνικά και ηθικά αποδεκτό
να αγοράζουν τρίτοι επενδυτές απαιτήσεις
σε χαμηλές τιμές, ενώ ο ίδιος ο δανειολήπτης
αποκλείεται από αυτή τη δυνατότητα. Αν
ένα fund μπορεί να αγοράσει ένα
δάνειο σε μειωμένη αξία, ο πολίτης πρέπει
να έχει δικαίωμα να το εξαγοράσει με
αντίστοιχους όρους, πριν χάσει την
κατοικία ή την περιουσία του.
Στο
ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η προστασία
των εγγυητών από δυσανάλογες απαιτήσεις.
Πολλοί εγγυητές βρέθηκαν να απειλούνται
για οφειλές που μεταβιβάστηκαν σε funds σε
πολύ χαμηλότερη τιμή από την αρχική
απαίτηση. Η ευθύνη τους πρέπει να
περιορίζεται αναλογικά με την πραγματική
τιμή αγοράς της απαίτησης από τα funds
, δεδομένου ότι η μεγάλη πλειοψηφία των
κόκκινων δανείων έχει μεταβιβασθεί. Με
αυτόν τον τρόπο αποφεύγεται η υπέρμετρη
επιβάρυνση ανθρώπων που πολλές φορές
εγγυήθηκαν για συγγενικά ή επαγγελματικά
πρόσωπα χωρίς να μπορούν να προβλέψουν
τη σημερινή κατάσταση.
Βασικός
άξονας των άμεσων νομοθετικών πρωτοβουλιών
είναι η υποχρεωτική
συμμετοχή των πιστωτών στον εξωδικαστικό
μηχανισμό.
Δεν μπορεί ένας πιστωτής ή ένας servicer να
αρνείται ουσιαστικά τη διαδικασία και
στη συνέχεια να προχωρά σε καταγγελία
της σύμβασης ή σε αναγκαστική εκτέλεση.
Όταν ο πιστωτής δεν συμμετέχει καλόπιστα,
πρέπει να αναστέλλεται η δυνατότητά
του να κινήσει διαδικασίες σε βάρος του
δανειολήπτη. Ο αλγόριθμος πρέπει να
βελτιωθεί για να παράγει πιο βιώσιμες
ρυθμίσεις , ενώ παράλληλα πρέπει να
αυξηθεί η περίμετρος των υποχρεωτικών
ρυθμίσεων του εξωδικαστικού για τους
πιστωτές.
Παράλληλα,
οι ρυθμίσεις που προτείνονται πρέπει
να είναι βιώσιμες,
ρεαλιστικές και πλήρως αιτιολογημένες.
Ο δανειολήπτης πρέπει να γνωρίζει με
σαφήνεια γιατί προτείνεται μια
συγκεκριμένη λύση και πώς υπολογίζεται
η δυνατότητα αποπληρωμής του. Σε περίπτωση
διαφωνίας, πρέπει να έχει δικαίωμα
προσφυγής σε ανεξάρτητη Επιτροπή
Διευθέτησης Οφειλών, η οποία θα εξετάζει
αντικειμενικά αν η πρόταση είναι δίκαιη
και εφαρμόσιμη.
Ιδιαίτερη
σημασία στο πρόγραμμα έχει η αντικειμενική
αποτίμηση της περιουσίας.
Η εμπορική αξία ενός ακινήτου δεν μπορεί
να προσδιορίζεται από τον ίδιο τον
πιστωτή, ο οποίος έχει άμεσο συμφέρον
από το αποτέλεσμα. Η εκτίμηση πρέπει να
γίνεται από ανεξάρτητο πιστοποιημένο
εκτιμητή, ώστε να αποφεύγονται αυθαίρετες
αυξομειώσεις της αξίας ανάλογα με τη
στρατηγική του πιστωτή ή του servicer.
Ξεχωριστή
νομοθετική λύση προβλέπεται για τα δάνεια
σε ελβετικό φράγκο,
όπου η επιβάρυνση από τη μεταβολή της
ισοτιμίας δεν μπορεί να συνεχίσει να
βαραίνει σχεδόν αποκλειστικά τον
δανειολήπτη. Μια δίκαιη προσέγγιση
πρέπει να προβλέπει τη μετακύλισητου
μεγαλύτερου μέρους της συναλλαγματικής
επιβάρυνσης στον πιστωτή, ώστε να
αποκατασταθεί μια στοιχειώδης ισορροπία.
Αναπόσπαστο
μέρος των πρωτοβουλιών αυτών είναι και
η θέσπιση
αυστηρού πλαισίου κυρώσεων για
καταχρηστικές πρακτικές των servicers.
Οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων
πρέπει να λειτουργούν με διαφάνεια,
λογοδοσία και σεβασμό στα δικαιώματα
των δανειοληπτών. Όταν διαπιστώνονται
πιεστικές συμπεριφορές, αδιαφανείς
χρεώσεις, μη αιτιολογημένες προτάσεις
ή παραβιάσεις της νομοθεσίας, πρέπει
να επιβάλλονται ουσιαστικές συνέπειες:
πρόστιμα, αστικές κυρώσεις, περιορισμοί
στην αναγκαστική εκτέλεση και απώλεια
απαιτήσεων από τόκους υπερημερίας.
Τέλος,
το πρόγραμμα περιλαμβάνει και
την επιβράβευση
των συνεπών δανειοληπτών.
Δεν αρκεί να προστατεύονται μόνο όσοι
έχουν ήδη περιέλθει σε αδυναμία. Πρέπει
να αναγνωρίζεται έμπρακτα και η προσπάθεια
όσων, παρά τις δυσκολίες, συνεχίζουν να
πληρώνουν τις υποχρεώσεις τους. Η
συνέπεια πρέπει να αντιμετωπίζεται ως
αξία που στηρίζεται, όχι ως δεδομένο
που αγνοείται.
Το
ιδιωτικό χρέος δεν είναι ένας ψυχρός
οικονομικός δείκτης. Είναι κοινωνική
πληγή. Πίσω από κάθε φάκελο υπάρχουν
οικογένειες, επαγγελματίες, αγρότες,
εργαζόμενοι και άνθρωποι που προσπαθούν
να κρατήσουν όρθια τη ζωή τους. Η χώρα
χρειάζεται άμεσα ένα συνεκτικό νομοθετικό
σχέδιο που θα δίνει λύσεις, θα προστατεύει
τους αδύναμους, θα στηρίζει τους συνεπείς
και θα περιορίζει την αυθαιρεσία όσων
διαχειρίζονται τις απαιτήσεις.
Η
αντιμετώπιση του ιδιωτικού χρέους αφορά
την κοινωνική συνοχή, την οικονομική
δικαιοσύνη και την αξιοπρέπεια των
πολιτών. Αφορά, επίσης, τους καταναλωτικούς
φορείς, τους θεσμούς και κάθε πολιτική
δύναμη που αναγνωρίζει ότι η μαζική
απώλεια κατοικιών και περιουσιών δεν
μπορεί να θεωρηθεί κανονικότητα. Οι
άμεσες νομοθετικές πρωτοβουλίες που
προτείνει το ΠΑΣΟΚ, υπό την ηγεσία του
Νίκου Ανδρουλάκη, συγκροτούν ένα
ολοκληρωμένο πλαίσιο για καθαρούς
κανόνες, έλεγχο των funds και
των servicers, ουσιαστική προστασία των
δανειοληπτών και αποκατάσταση της
ισορροπίας ανάμεσα στον πολίτη και τον
πιστωτή.















