Alvaro Siza
“Αγαπώ το Παλέρμο”
Alvaro Siza
Ο Alvaro Joaquin Melo Siza Vieira [93 ετών σήμερα] γεννήθηκε στο Matosinho, κοντά στο Πόρτο, στις 25 Ιουνίου 1933. Κατά το διάστημα 1949-1955, σπούδασε στην Αρχιτεκτονική Σχολή του Πανεπιστημίου του Πόρτο. Το 1992 ο Πορτογάλος αρχιτέκτονας τιμήθηκε με το υψηλότερου κύρους βραβείο αρχιτεκτονικής στον κόσμο, το Βραβείο Πρίτσκερ, για το πρόγραμμα ανακατασκευής του Σιάδου, του ιστορικού εμπορικού κέντρου της Λισαβόνας, που είχε καταστραφεί σχεδόν τελείως από πυρκαγιά τον Αύγουστο του 1988.
Το ερωτικό τραγούδι ενός Πορτογάλου στο Παλέρμο
Το Παλέρμο είναι μια από τις Πόλεις μου.
Αγαπώ αυτή την quadrìcula – αυτούς τους δρόμους που χάνονται στο βουνό ή στη διαίσθηση της θάλασσας.
Απολαμβάνω τα γλυπτά σιντριβάνια στα σταυροδρόμια των μεγάλων οδικών αξόνων – όπως στη Ρώμη –, τα αγάλματα με το μαγνητικό βλέμμα στην Piazza Pretoria, τα δέντρα στις μοντερνίστικες λεωφόρους που κρύβουν τις προσόψεις τόσων ιστορικών περιόδων, μοιραία κλασικών· τις εξόδους της εθνικής οδού, ανάμεσα σε σπίτια που χτίστηκαν συχνά αυθαίρετα και σκορπίστηκαν στο τοπίο, σκαρφαλώνοντας άναρχα στις πλαγιές του βουνού.
Με έλκουν οι προβλήτες όπου καταφθάνουν, τα χαράματα, τα καράβια από τη Νάπολη και τη Γένοβα, τότε που οι δρόμοι είναι άδειοι και οι ταξιτζήδες κοιμούνται ακόμη· η εικόνα της ακτογραμμής και του βουνού έτσι όπως φαίνεται μέσα από τα θαμπωμένα παράθυρα του αεροπλάνου.
Μου αρέσουν αυτές οι τεράστιες, βαριές πόρτες, τα μαντεμένια ρόπτρα σε σχήμα χεριού πάνω τους, χέρια κλειστά, μαυρισμένα από τα δικά μας καθώς αναγγέλλουν θριαμβευτικά την παρουσία μας· οι αυλές που μισοφαίνονται και τα μαρμάρινα αγάλματα, σπασμένα και σκεπασμένα με αναρριχώμενα φυτά μέσα σε εσοχές και γωνιές· οι σκουριασμένες καγκελόπορτες και τα κλαδιά των φίκων που έχουν μετατραπεί σε ρίζες· οι χαλασμένοι σοβάδες που αφήνουν να φανούν κομμάτια από κεραμικά, πρόχειρα μπαλώματα τσιμέντου, παλιά υλικά που ξαναχρησιμοποιήθηκαν, κιονόκρανα και κολώνες βαλμένα στην τύχη το ένα πάνω στο άλλο, ανακατεμένα με άλλα υλικά.
Με γοητεύει αυτή η συνεχώς ανανεούμενη αντοχή στον χρόνο, μπολιασμένη με επιρροές – των Σικανών, των Φοινίκων, των Ελλήνων, των Ρωμαίων, των Αράβων, των Νορμανδών, των Γάλλων, των Καταλανών και των Άγγλων.
Αγαπώ αυτή την πόλη ανάμεσα στο μπλε της θάλασσας και εκείνο του βουνού (και το πράσινο, και το χρυσαφένιο), τις άκρες των λεωφόρων έξω από τα τείχη, όταν τρέχουν προς τους πρόποδες του βουνού αφήνοντας να φανεί μια πράσινη λωρίδα, σχεδόν οριζόντια· την έκπληξη μπροστά σε ένα ισπανικό πύργο που δεσπόζει πάνω από βράχια ή μια παραλία, μετά από μια βόλτα σε άγρια γη· την ξαφνική εμφάνιση ενός baglio [παραδοσιακό οχυρωμένο αγρόκτημα της Σικελίας – σ.σ.] με αυστηρή γεωμετρία, ή εκείνη ενός καταστήματος με είδη αλιείας, στο τέλος μιας πλακόστρωτης ράμπας. Αγαπώ τις προοπτικές που ανακαλύπτει κανείς από την κορυφή του βουνού, και τα τοπία από το Monte Pellegrino ή το Monreale, που μοιάζουν με παλιές γκραβούρες, όταν ο ουρανός είναι καθαρός και τα σχήματα είναι ευκρινή, σμιλεμένα από το φως.
Παράξενα ίχνη που φανερώνουν ορισμένα υπόγεια στρώματα της πόλης. Στο Παλέρμο – κυριολεκτικά ή έμμεσα – βαδίζουμε πάνω σε ένα πλήθος πολιτισμών. Η σταθερότητα αυτού του εδάφους πηγάζει από τούτα τα ιζήματα, τα τόσο κοντινά στη θάλασσα.
Μου αρέσουν και οι αίθουσες των παλατιών και των διαμερισμάτων, με το τόσο γενναιόδωρο ύψος, τα βενετσιάνικα δάπεδα ή τα μωσαϊκά, τις πλάκες από πέτρα Billiemi, που τις γυαλίσαμε εμείς και το πέρασμα του χρόνου.
Λατρεύω τους φοίνικες του Βοτανικού Κήπου και τα φλοράλ σχέδια σε πέτρα και κεραμικά, τα αλλόκοτα οικοδομήματα και οι αυστηροί κύβοι που ίσα-ίσα τα τρυπά κάποιο παράθυρο.
Ο νους μου πάει επίσης στους πάγκους της καθημερινής αγοράς, ανάμεσα στο πλήθος, γεμάτους με τζιν παντελόνια, πλαστικά είδη, φρούτα και πήλινα, λαχανικά και ψάρια που σπαρταρούν ακόμα. Είναι και οι παλαιοπώλες, οι γκραβούρες των Άγγλων περιηγητών, τα παλαιά βιβλία και τα σκονισμένα μπιμπελό, οι βιτρίνες των ζαχαροπλαστείων, στολισμένες με χρωματιστή ζάχαρη, τα μηχανάκια στους δρόμους και τα στενά που ξεχειλίζουν από τραπέζια, καρέκλες και χαρτοπαίκτες, τα τραγούδια που σκορπούν τα τρανζίστορ, τα κασετόφωνα των αυτοκινήτων ή τα ραδιοφωνάκια των πλανόδιων.
Αγαπώ τους σκοτεινούς δρόμους του κέντρου, σιωπηλούς μετά τη δύση του ήλιου, την ανάσα, που μαντεύει κανείς, εκείνων που κατοικούν εκεί, το θαμπό φώς από τους σκονισμένους φανοστάτες και τις πλατείες που πλημμυρίζουν από φως και θόρυβο· τη δυνατότητα για ένα νυχτερινό μπάνιο και το ξάφνιασμα από ένα βήμα που ακούγεται μες στο σκοτάδι, στους νυχτερινούς περιπάτους.
Μου αρέσει, τέλος, αυτή η αίσθηση της παρουσίας-απουσίας των συγγενών από το Μιλάνο ή τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.
Δημιουργείται πόλη από τους ανθρώπους αυτούς, καθώς κουβαλούν τη δική τους μαζί τους, δίνοντάς της ξανά ζωή.
Βρίσκει κανείς τα ίχνη και τα μοντέλα αυτών των άλλων πόλεων, αυτών των πόλεων των οποίων τα σπίτια είναι πανομοιότυπα μεταξύ τους, ή σχεδόν, όπως στα παιδικά σχέδια.
Σε καθεμία από αυτές, ένα κιτρινισμένο πορτρέτο μεταφέρει την ανεπαίσθητη διαφορά, ή λίγη φαντασία. Από εκεί προέρχεται το μεγαλείο των μνημείων που, λόγω ενός σπάνιου προνομίου, εμείς οι αρχιτέκτονες καλούμαστε να σχεδιάσουμε.
Έπειτα ξεπροβάλλουν οι επίπεδες πεδιάδες, μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι, στο Μπουένος Άιρες, και το βουνό, και η θάλασσα όπου εκβάλλουν οι ποταμοί· η quadrìcula και οι τέλειες διαγώνιοι του Μπέλο Οριζόντε, πόλης εκατό χρόνων, ή οι φαβέλες της, στα morros, στους πιο ψηλούς γκρεμούς, ενός μόνου χρώματος και ενός μόνου υλικού – σε κάθε αυλή, απλωμένα ρούχα, παιδιά, λάμα, η φτώχεια· πιο πέρα, η φρεσκάδα της αρχιτεκτονικής του Νιεμάιερ που καθρεφτίζεται σε μια λίμνη, ανάμεσα σε παραδεισένιους κήπους.
Αν ανοίξουμε τα μάτια μας στους λόφους, στα βουνά και στις πεδιάδες που περιβάλλουν κάθε πόλη, με σκόρπια σπίτια που χάνονται στον ορίζοντα, πριν από τα λιβάδια και τα χωράφια με το σιτάρι – σπίτια φθαρμένα, και, ως προς αυτό επίσης, πανομοιότυπα – δεν θα μπορέσουμε να σχεδιάσουμε προσωπεία ούτε ψέματα, ούτε τεχνητές διαφορές, που μέρα με τη μέρα γίνονται όλο και πιο ίδιες.
Εδώ, στον νότο της Ευρώπης, απέναντι και τόσο κοντά στην αόρατη Αφρική, περιοχή της ανατροπής, της χαράς και της μιζέριας, από την άλλη πλευρά των υδάτων που, εκ νέου, μπορούν να ενώσουν, να μεταμορφώσουν και να μετουσιώσουν τη ματαίωση σπάζοντας τις παρενθέσεις, μπορεί αυτά τα μαρμάρινα όντα, στην Πλατεία, κουρασμένα από το παρελθόν και τη σοφία του Βορρά, του Νότου, της Ανατολής και της Δύσης, να ανανεώσουν τη γλώσσα, και τα βλέμματα να διασταυρωθούν με μια άλλη ένταση· ίσως τα φυσικά τραγούδια και τα όργανα που τα χέρια ελέγχουν να ξαναδώσουν την επιθυμία της δημιουργίας στη σκέψη.
Δεν καταλαβαίνουμε τους λόγους των Μαρμάρινων Θεών· αλλά από αυτές τις βεράντες, παρά την ομίχλη που μερικές φορές πλανιέται, μαντεύει κανείς ένα άλλο σύνορο, τις ευκίνητες κινήσεις των ελεύθερων ζώων.
Ίσως αυτό που ανακαλύψαμε, και το οποίο καρποφόρησε – αλλά μόνο στην επιφάνεια –, να μας γεμίσει μια μέρα.
Ίσως η αρμονία και οι επικαλυπτόμενοι αρχιτεκτονικοί ρυθμοί που κρύβονται στα έγκατα της γης να πρέπει να ενωθούν με την φθορά, αλλά και με τη γονιμότητα αυτού του ολοφάνερου χάους. Αυτό, ευτυχώς, θα είναι το έργο που πρέπει να γίνει, η ευθύνη μας, ο λόγος ύπαρξης για καθηγητές και φοιτητές – τόσο εδώ όσο και οπουδήποτε αλλού.
Το Παλέρμο είναι μια από τις πόλεις μου. Δεν της έδωσα τίποτα, εκτός από το μαγεμένο βλέμμα μου.
Το παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε στο ιταλικό αφιέρωμα Architettura 50, που εκδόθηκε με την ευκαιρία των πενήντα χρόνων από την ίδρυση της αρχιτεκτονικής σχολής του Παλέρμο, το 1995.
Εργασία με τραγούδι














