Ο ΛΑΝΣ ΟΠΕΝΧΑΙΜ έχει άγχος να αποδείξει πως δεν έκανε άκοπα τη μετάβαση από την τεκμηρίωση στη μυθοπλασία: αν και βασισμένο σε εντελώς αληθινά γεγονότα, το Primetime, που έκανε παγκόσμια πρεμιέρα στο 83ο Φεστιβάλ Βενετίας, είναι τόσο απομακρυσμένο από τις τεχνικές και την αίσθηση του ντοκιμαντέρ, που αναρωτιόμαστε αν ο Κρις Χάνσεν, στην εκπομπή του οποίου βασίζεται η ταινία, έχει κάποιο δίκιο που ζητά εξηγήσεις για τη βαμπιρική, όπως δήλωσε, ενσάρκωσή του από τον Ρόμπερτ Πάτινσον. Ο Πάτινσον είναι όντως επιτηδευμένα δραματικός, συχνά υπερβολικός, αλλά έτσι ήταν και η εκπομπή του Χάνσεν, To Catch a Predator, τηλεοπτικό ένθετο που ξεκίνησε πριν από 20 και πλέον χρόνια στο ειδησεογραφικό κομμάτι του NBC.
Θέμα και σκοπός του αδιανόητα ριψοκίνδυνου εγχειρήματος ήταν να μπει σε ένα σπίτι γεμάτο οπλισμένες κάμερες ο παιδόφιλος που η ομάδα της εκπομπής είχε προσεγγίσει με ψευδή ονόματα και εξαντλητική έρευνα, να συναντήσει για πρώτη φορά από κοντά το θύμα του, έναν ή μια ηθοποιό που πόζαρε ως ανήλικο αγόρι ή κορίτσι, και κάποια στιγμή να μπουκάρει στο κεντρικό σκηνικό, συνήθως τον προθάλαμο ή το σαλόνι ή την κουζίνα (δεν έφταναν ποτέ ως την κρεβατοκάμαρα, ευτυχώς), συχνότατα κατεβαίνοντας από μια σκάλα για έμφαση, ο ίδιος ο Χάνσεν, ως άλλος δημόσιος κατήγορος, να εκθέσει τον θύτη, να τον φέρει προ των ευθυνών του και αντιμέτωπο με τις πράξεις του με ένα προβαρισμένο λογύδριο, κάτι ανάμεσα σε ηθοποιίστικο κείμενο ηρωισμού και διδακτική κατήχηση, ενώ ήδη περιμένουν οι μιλημένοι αστυνομικοί έξω, στην κοντινή περίμετρο του χώρου, για να συλλάβουν τον γελοιοποιημένο άνδρα, που πλέον μοιάζει με καπλάνι παγιδευμένο σε φάκα. Ποιος είναι το αρπακτικό; Ο Χάνσεν σίγουρα ποτέ δεν σκέφτηκε την ειρωνία…
Ο Οπενχάιμ επιχειρεί ένα μεγάλο άλμα από τον ρεαλισμό του ντοκιμαντέρ στη στιλιζαρισμένη θεατρικότητα. Χειρίζεται σωστά το στόρι του, εκτός από τις συζυγικές και εξωσυζυγικές λεπτομέρειες της ασαφούς ζωής του Χάνσεν μακριά από τις κάμερες και την ιερή αποστολή του, αν και περιπλέκει την εικόνα με περιττό θόρυβο.
Απίστευτο αλλά αληθινό, από έναν κάπως ξεχασμένο και ξεπερασμένο πλέον δημοσιογράφο που δεν ήταν ένας ακόμη Τζέρι Σπρίνγκερ της τηλεοπτικής αρένας, αλλά βραβευμένος ρεπόρτερ με πολλά Emmy και δυο κρίσιμα συμπλέγματα: κατωτερότητας απέναντι στους σοβαρούς παρουσιαστές ειδήσεων και ανώτερης ευσπλαχνίας απέναντι στην ανθρωπότητα και τους συνεργάτες του. Το αφεντικό του δικτύου τού είχε πει ξεκάθαρα πως θεωρούσε το κόνσεπτ ντροπιαστικό σκουπίδι, αλλά δεν μπορούσε να αγνοήσει την εμπορικότητα της εκπομπής, κι έτσι τη μετακίνησε στη ζώνη υψηλής θέασης, στις 9 το βράδυ, στο περίφημο primetime, όταν τα μάτια στρέφονται στη μικρή οθόνη και καταναλώνουν ό,τι πιο ανώριμο έχει να παρουσιάσει η αμερικανική κουλτούρα, έτσι ώστε να ικανοποιήσει το μέσο κοινό, δηλαδή το μέσο γούστο της κοινής γνώμης.
Υπάρχουν πολλά ορόσημα για την τηλεόραση, στα θετικά και τα αρνητικά της, και ο Χάνσεν (αυτο)τοποθετείται κοντά στον πάτο, όχι γιατί μετέτρεψε το κουτί σε ρινγκ, αλλά γιατί μπέρδεψε ακόμη περισσότερο, προς ίδιον όφελος και με περιφρόνηση στην ηθική, τα όρια της δικαιοδοσίας του νόμου με εκείνα της ελεύθερης διακίνησης της πληροφορίας. Αφορμή για την παρακμή του είδους που λάνσαρε και υπηρέτησε με σαιξπηρικό στόμφο ήταν η αυτοκτονία ενός δημόσιου προσώπου, που πρόλαβε τις κάμερες και αποχαιρέτησε τραγικά τον μάταιο κόσμο, πριν τον τσακώσουν επ’ αυτοφώρω.
Ίσως το πιο αναμενόμενο φιλμ-γεγονός του Φεστιβάλ, το Primetime είναι κάτι ανάμεσα στο American Psycho και το I Saw the TV Glow, γλιστρώντας ανάμεσα στο θρίλερ, τη σάτιρα και τον τρόμο, αλλά παράξενα αποφεύγοντας τα είδη, για χάρη μιας λυρικής σαπουνόπερας — αν ποτέ μπορεί να λοκάρει ένα είδος σε αυτήν τη γλαφυρή υποκατηγορία αβάσταχτης ελαφρότητας. Ο Οπενχάιμ επιχειρεί ένα μεγάλο άλμα από τον ρεαλισμό του ντοκιμαντέρ στη στιλιζαρισμένη θεατρικότητα. Χειρίζεται σωστά το στόρι του, εκτός από τις συζυγικές και εξωσυζυγικές λεπτομέρειες της ασαφούς ζωής του Χάνσεν μακριά από τις κάμερες και την ιερή αποστολή του, αν και περιπλέκει την εικόνα με περιττό θόρυβο.
Κυρίως, αποσπά απολαυστικές ερμηνείες, όχι μόνο από τον Πάτινσον και τον ψυχικά ασταθή καμποτίνο που ζωγραφίζει ζωηρά, αλλά και από τη Μέριτ Γουέβερ, την παραγωγό που σπρώχνει ακόμη βαθύτερα τον Χάνσεν στην άβυσσο της τηλεθέασης, και κυρίως από τον συγκινητικό Σκάιλερ Τζιζόντο, που είχαμε δει σε National Lampoon, Πίτσα Γλυκόριζα και Booksmart, και εδώ παίζει τον στερημένο αυτοπεποίθησης ηθοποιό που, αν και πλημμελώς προετοιμασμένος, προσπαθεί να ξεπεράσει το σοκ της αυτοσχεδιαστικής αντιπαράθεσης με τους πραγματικούς παιδόφιλους ως ψευτοέφηβος και να γίνει μέλος μιας απίθανης, εντελώς αντικαλλιτεχνικής ομάδας για να σταθεί στον χώρο.
Το τρέιλερ της ταινίας














