Στον ελληνικό χώρο του βιβλίου, όπου η λέξη «ευπώλητο» φάνταζε τουλάχιστον ταμπού, υπήρξε ένας ελληνικός τίτλος που σημείωσε ρεκόρ πωλήσεων όταν όλα έδειχναν το αντίθετο: το Γκιακ του Δημοσθένη Παπαμάρκου, μια συλλογή διηγημάτων, ένα είδος διόλου προσφιλές στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, που πρωτοκυκλοφόρησε από τις νεοσύστατες τότε εκδόσεις Αντίποδες, κατάφερε να αποδείξει ότι εμπορική επιτυχία και λογοτεχνική επιρροή δεν είναι έννοιες αντίθετες. Κι αυτό γιατί δεν πρόκειται απλώς για ένα βιβλίο που παρέμεινε στην κορυφή των ευπωλήτων για πολύ μεγάλο διάστημα αλλά και για ένα μεστό και ουσιαστικό λογοτεχνικό έργο που μπόρεσε να επανακαθορίσει ουσιαστικά το λογοτεχνικό τοπίο.
Προτείνοντας με τον πιο ουσιαστικό τρόπο σε έναν ολόκληρο χώρο (συγγραφείς, εκδότες, βιβλιοπώλες, αναγνώστες) έναν εντελώς απρόσμενο τρόπο επανασύστασης της ελληνικής γραφής μέσα από μια δύσκολη θεματική και διάλεκτο, το Γκιακ ενθάρρυνε μια σειρά συγγραφέων που καταπιάνονταν με δύσκολα ζητήματα και μικρούς εκδοτικούς οίκους να κάνουν αντίστοιχα βήματα. Δεν είναι τυχαίο ότι, δέκα χρόνια μετά την πρώτη κυκλοφορία του, το Γκιακ παραμένει το πιο επιδραστικό βιβλίο της εικοσαετίας, αποτελώντας ένα εγχείρημα που σπανίζει στα ελληνικά, ενδεχομένως και στα παγκόσμια χρονικά, αφού ανέτρεψε κυριολεκτικά όλα τα δεδομένα.
Το Γκιακ έδειξε σε μια ολόκληρη γενιά νεότερων συγγραφέων ότι η στροφή στην τοπική μνήμη, στην προφορικότητα και στη διάλεκτο δεν είναι καταδικασμένη στο περιθώριο του ενδοκειμενικού πειραματισμού, αλλά μπορεί να συναντήσει ένα ευρύ αναγνωστικό κοινό.
Το 2014 η Ελλάδα βρισκόταν στην καρδιά μιας παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, με την αγορά βιβλίου να είναι αρκετά συρρικνωμένη και πολλούς εκδοτικούς οίκους με επιτυχημένη πορεία χρόνων να κλείνουν. Σε αυτό το πλαίσιο, το βιβλίο ενός πρωτοεμφανιζόμενου που θα κυκλοφορούσε από έναν φρέσκο εκδοτικό οίκο φάνταζε στατιστικά καταδικασμένο σε μικρή κυκλοφορία. Ακόμα και οι ίδιοι οι εκδότες του Γκιακ στήριζαν την επιλογή τους ως την ιδιαίτερη περίπτωση μιας εναλλακτικής πρότασης και επαναπροσέγγισης της αφήγησης, με απεύθυνση σε ένα συγκεκριμένο, προφανώς, κοινό. Όμως συνέβη το ακριβώς αντίθετο: το Γκιακ του υποψήφιου διδάκτορα του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης Δημοσθένη Παπαμάρκου ξεπέρασε τα 10.000 αντίτυπα εν μέσω κρίσης, νούμερο αδιανόητο για τα δεδομένα της εγχώριας αγοράς. Οι επανεκδόσεις διαδέχτηκαν η μία την άλλη: το 2015 κυκλοφόρησε συλλεκτική έκδοση, ενώ το 2020 το βιβλίο πέρασε στις εκδόσεις Πατάκη, έναν από τους μεγαλύτερους εκδοτικούς οίκους της χώρας. Η μετακίνηση από μόνη της λέει πολλά: ένα βιβλίο ανεξάρτητου οίκου έγινε πολύτιμο, τόσο που το διεκδίκησε ο mainstream μηχανισμός της βιβλιοπαραγωγής. Ακολούθησαν μεταφράσεις σε αγγλικά, γαλλικά, ρωσικά και ιταλικά – η ιταλική έκδοση, από τον οίκο Crocetti, κυκλοφόρησε μόλις το 2024, δηλαδή μια δεκαετία μετά την πρώτη ελληνική έκδοση, απόδειξη ότι το ενδιαφέρον δεν ήταν στιγμιαίο αλλά είχε διάρκεια.
Από στόμα σε στόμα
Παράλληλα ήρθαν οι θεσμικές επικυρώσεις: το βραβείο του Ιδρύματος Πέτρου Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών και το βραβείο Διηγήματος του περιοδικού «Αναγνώστης». Όμως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο δεν είναι τα βραβεία καθαυτά, δεδομένου ότι δεν είναι πάντα ενισχυτικά των πωλήσεων, αλλά το γεγονός ότι συνέπεσαν με την εκδοτική επιτυχία, κάτι σπάνιο στα ελληνικά χρονικά. Όπως, όμως, παρατήρησε ο ίδιος ο συγγραφέας, η καλύτερη διαφήμιση αποδείχθηκε ο αναγνώστης: το βιβλίο διαδόθηκε σε μεγάλο βαθμό από στόμα σε στόμα, όχι μέσω μηχανισμών μάρκετινγκ, που άλλωστε ένας μικρός οίκος δεν διέθετε. Και ήταν ίσως η πρώτη φορά που αυτό αφορούσε έναν άγνωστο συγγραφέα, έναν νεοσύστατο εκδοτικό οίκο αλλά και ένα δύσκολο θέμα, που μπλέκει τη βία του πολέμου με το αίμα και τη δύσβατη στο ευρύ κοινό αρβανίτικη διάλεκτο.
Για τη συγγραφή αυτής της συλλογής διηγημάτων πηγή έμπνευσης αποτέλεσε ο πόλεμος και η Μικρασιατική Καταστροφή. Ο τίτλος, «Γκιακ» –όπως είχε αποκαλύψει ο ίδιος ο συγγραφέας σε συνέντευξή του στη LiFO το 2015, τον οφείλει στον Ευθύμη Φιλίππου–, στα αρβανίτικα σημαίνει «αίμα», «συγγενικός δεσμός», αλλά και «νόμος της εκδίκησης». Όσο για τους ήρωες, είναι στρατιώτες που επέστρεψαν από τη Μικρασιατική Εκστρατεία στη Λοκρίδα, φέροντας εντός τους μια βία που δεν μπορούσε εύκολα να διοχετευθεί, παγιδευμένοι και οι ίδιοι ανάμεσα σε ό,τι έζησαν και σε ό,τι η κλειστή κοινωνία τους επιβάλλει να κάνουν στο όνομα της τιμής και του εθιμικού δικαίου. Σε καμία περίπτωση, ωστόσο, ο Παπαμάρκος δεν φαίνεται να χρησιμοποιεί το θέμα του για να παρασύρει το αναγνωστικό κοινό στον ανδρικό κόσμο του πολέμου, αφού η τρυφερότητα, καλυμμένη, υπερτερεί –στις ιστορίες υπάρχουν ακόμα και στρατιώτες που ερωτεύονται ο ένας τον άλλο–, ούτε μετέρχεται τη συγκεκριμένη διάλεκτο ως φολκλορικό στολίδι.

«Γκιακ»,
εκδ. Πατάκη
Αντίθετα, τη μετατρέπει σε όργανο αφήγησης, σε φωνή πρωτοπρόσωπη, τραχιά, ζωντανή, που δεν μεσολαβεί αλλά ομολογεί. Το αποτέλεσμα είναι μια πεζογραφία που παλιότεροι αναγνώστες θα συνέδεαν με τον Ανδρέα Καρκαβίτσα και μια ολόκληρη παράδοση προφορικής μαρτυρίας – από την Ιστορία ενός αιχμαλώτου του Στρατή Δούκα έως το μυθιστόρημα Ορθοκωστά του Θανάση Βαλτινού και τα ηθογραφικά κείμενα του Σωτήρη Δημητρίου. Αντίστοιχα, πάλι, στους νεότερους αναγνώστες το βιβλίο μεταφέρει μια πρωτόγνωρη εμπειρία καθόδου σε έναν κόσμο που αναμφίβολα αναγνωρίζουν από τους οικείους τους. Η ίδια η αλήθεια του Γκιακ έκανε όλους αυτούς τους ετερόκλητους κόσμους να συναντηθούν στο τρίστρατο που ενώνει την αμεσότητα της προφορικότητας, την Ιστορία και το γενεαλογικό τραύμα με την υψηλή λογοτεχνική πράξη.
Αυτό το διπλό μήνυμα, όπως θα έλεγαν οι θεωρητικοί της λογοτεχνίας, της ιστορικής βαρύτητας και της γοητείας του ανοίκειου, εξηγεί εν μέρει γιατί το βιβλίο δεν έμεινε περιχαρακωμένο σε έναν στενό κύκλο ειδικών αναγνωστών· ενδεχομένως και επειδή συνδέεται με το διαχρονικό θέμα του πολέμου, που αγγίζει διαφορετικές ηλικίες και γενιές. Η αιώνια αλήθεια της βίας αναδεικνύει το μόνιμο θέμα του τραύματος που προκαλεί ο πόλεμος στις ανθρώπινες ψυχές, ανεξαρτήτως ιστορικής συγκυρίας. Στην πραγματικότητα, η Μικρασιατική Καταστροφή, όπως διευκρίνισε και ο ίδιος ο Παπαμάρκος σε παλιότερη συνέντευξή του στη LiFO, δεν απείχε πολύ από την περίπτωση των πολέμων των ελληνιστικών χρόνων με τους οποίους ασχολούνταν στο διδακτορικό του. «Ο πιο καλός και ενάρετος άνθρωπος να είσαι, σε καιρό πολέμου, όλη αυτή η έκθεση σε αυτού του είδους την εμπειρία σε εξαγριώνει», είχε δηλώσει χαρακτηριστικά. Και αυτή η δύναμη φάνηκε να είναι καθοριστική όχι μόνο για την ανταπόκριση που είχε το Γκιακ στο αναγνωστικό κοινό αλλά και για τη διαμόρφωση ενός ανάλογου κύματος εξερεύνησης της ταυτότητας και του παρελθόντος. Γιατί η εμπορική επιτυχία από μόνη της θα ήταν ενδιαφέρουσα αλλά όχι αρκετή για να δικαιολογήσει τον χαρακτηρισμό «πιο επιδραστικό βιβλίο της εικοσαετίας».
Αυτό που κάνει τη διαφορά είναι η ορατή επίδρασή του στην επόμενη γενιά πεζογράφων. Στις αποτιμήσεις της ελληνικής πεζογραφίας της δεκαετίας 2010-2020, οι κριτικοί εντοπίζουν μια ολόκληρη τάση μυθοπλαστικών «επιστροφών στον τόπο καταγωγής», αφηγήσεις που συνδυάζουν τη μνήμη μιας τοπικά προσδιορισμένης κοινότητας με την αναταραχή θεμελιωδών γεγονότων της ελληνικής Ιστορίας, μέσω της μικρής φόρμας. Το Γκιακ αναγνωρίζεται ρητά ως το βιβλίο που ξεχώρισε μέσα σε αυτό το ρεύμα, τόσο ποιοτικά όσο και εμπορικά.
Η επίδραση αυτή αποτυπώνεται και σε ακαδημαϊκές μελέτες που εξετάζουν το Γκιακ, μαζί με άλλα βιβλία της εποχής, υπό το πρίσμα μιας «μεταμοντέρνας ηθογραφίας», όπως έχει χαρακτηριστεί από κάποιους, δηλαδή πεζογραφίας που ενεργοποιεί εκ νέου την παράδοση της προφορικής μαρτυρίας, διαπραγματευόμενη με νέους τρόπους τη σχέση μυθοπλασίας και πραγματικότητας, μνήμης και Ιστορίας. Παράλληλα, γνωστοί πεζογράφοι της ίδιας γενιάς –από τον Γιάννη Μακριδάκη έως τον Γιάννη Παλαβό– αναφέρονται συστηματικά στο ίδιο πλαίσιο ως μέρος μιας ευρύτερης στροφής προς τη μικρή φόρμα, την τοπική διάλεκτο και την ιστορική μνήμη ως πηγή μυθοπλασίας, όπου το Γκιακ υπήρξε πρωτοπόρο.
Αξίζει, εν προκειμένω, να γίνει μια σημαντική διάκριση: πριν από το Γκιακ, το βιβλίο που άνοιξε τον δρόμο για την «πεζογραφία της κρίσης» ήταν το Κάτι θα γίνει, θα δεις του Χρήστου Οικονόμου (Πόλις, 2010), μια συλλογή που κριτικοί θεωρούν από τις πλέον πολυδιαβασμένες και επιδραστικές της δεκαετίας. Όμως το Γκιακ πρόσθεσε κάτι διαφορετικό σε αυτό το τοπίο: δεν αφηγήθηκε την κρίση απευθείας, αλλά στράφηκε στην ιστορική μνήμη, στη Μικρασιατική Καταστροφή και σε μια σκοτεινή, προ-αστική Ελλάδα, δείχνοντας ότι το κοινό ήταν έτοιμο να αποδεχτεί όχι μόνο ρεαλιστικές αφηγήσεις οικονομικής και κοινωνικής ανέχειας αλλά και σκληρές, γλωσσικά απαιτητικές ιστορικές αφηγήσεις. Η ντοπιολαλιά της Μαλεσίνας και η αρβανίτικη διάλεκτος που χρησιμοποιεί ο Παπαμάρκος κινητοποίησαν το ενδιαφέρον συγγραφέων για τη μελέτη της τοπικής διαλέκτου και την επιστροφή στις ρίζες ως δείγμα αναζήτησης της ταυτότητας αλλά και αντίστασης στην ισοπεδωτική ροπή της ομογενοποίησης που προωθούν τα social media.
Ειδικά συγγραφείς που έχουν δείξει έντονο ενδιαφέρον για τον γενέθλιο τόπο και την τοπική ιστορία βρήκαν σε αυτό το στοιχείο ένα ισχυρό κίνητρο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Ανδρέας Νικολακόπουλος και η συλλογή διηγημάτων του Μάκινα (Ηδύφωνο, 2019), όπου χρησιμοποιεί την τοπική διάλεκτο της ορεινής Αιγιαλείας για να μιλήσει για την κρίση της σταφίδας και την παραγωγική κρίση που χτύπησε τον τόπο του. Κάτι αντίστοιχο κάνει, αναφορικά με τη γλώσσα των προγόνων του, και στα επόμενα βιβλία του, Αποδοχή Κληρονομιάς (Ίκαρος, 2020) και Σάλτος (Ίκαρος, 2022). Η Βασιλική Πέτσα, στο Μόνο το Αρνί (Πόλις, 2015), που κυκλοφόρησε έναν χρόνο μετά το Γκιακ, οικειοποιείται την ντοπιολαλιά της Καρδίτσας, ενώ ο Χρήστος Αρμάντο Γκέζος γράφει το Χάθηκε Βελόνι (Μεταίχμιο, 2021) στη βορειοπειρώτικη διάλεκτο που ξέρει καλά από την οικογένειά του. Πολύ καλές εντυπώσεις άφησε και το μυθιστόρημα του Μιχάλη Αλμπάτη Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους (Νήσος, 2022), που μιλάει για την παράδοξη επικοινωνία ενός αγοριού με τους νεκρούς σε χωριά της κρητικής ενδοχώρας στις αρχές της δεκαετίας του ’50, καταφεύγοντας, εν πολλοίς, στην κρητική διάλεκτο. Επίσης, πόσο αριστουργηματικό αλλά και άκρως τολμηρό μοιάζει το εγχείρημα της Λουίζας Παπαλοΐζου με το Βουνί (Ροδακιό, 2020), το οποίο χρησιμοποιεί την κυπριακή διάλεκτο σε μια ιδιόμορφη σύζευξη αρχαιολογίας και αναζήτησης ταυτότητας – ενδεχομένως να μην είχε εκδοτική τύχη αν δεν είχε προηγηθεί η ανατρεπτική πορεία του βιβλίου του Παπαμάρκου.
Εν ολίγοις, το Γκιακ έδειξε σε μια ολόκληρη γενιά νεότερων συγγραφέων ότι η στροφή στην τοπική μνήμη, στην προφορικότητα και στη διάλεκτο δεν είναι καταδικασμένη στο περιθώριο του ενδοκειμενικού πειραματισμού, αλλά μπορεί να συναντήσει ένα ευρύ αναγνωστικό κοινό. Πριν από αυτό, οι ελληνικές λίστες ευπώλητων κυριαρχούνταν συστηματικά από μεταφρασμένη λογοτεχνία, ελληνικά ιστορικά μυθιστορήματα ευρείας κατανάλωσης και έργα μεγάλων εκδοτικών οίκων με ισχυρή υποδομή σε επίπεδο διανομής και μάρκετινγκ. Αυτή η ανατροπή είχε αλυσιδωτές συνέπειες, καθώς έδειξε στους μεγάλους εκδοτικούς οίκους ότι υπήρχε αγορά για απαιτητική, γλωσσικά τολμηρή ελληνική πεζογραφία με ιστορικό-λαογραφικό υπόβαθρο. Επίσης, έδειξε σε μικρότερους και ανεξάρτητους οίκους ότι δεν χρειάζεται να μιμηθούν τις συνταγές των μεγάλων για να πετύχουν, αλλά ότι το στοίχημα με την ποιότητα, τη φροντισμένη έκδοση και ένα αυθεντικό λογοτεχνικό αποτέλεσμα μπορεί να αποδώσει περισσότερο από κάθε επικοινωνιακή στρατηγική.

Το ρίσκο που στήριξε τους μικρούς εκδοτικούς οίκους
Και αυτό είναι το πιο σπάνιο κομμάτι αυτής της ιστορίας, που αφορά τη σχέση βιβλίου και εκδότη. Οι Αντίποδες ιδρύθηκαν το 2014 από τον Θοδωρή Δρίτσα και τον Κώστα Σπαθαράκη με ελάχιστα κεφάλαια – όσα χρειάζονταν για να βγουν τα δύο πρώτα βιβλία του οίκου, εκ των οποίων το ένα ήταν το Γκιακ. Δεν υπήρχε επενδυτικό σχέδιο με την κλασική έννοια, γιατί δεν υπήρχαν χρήματα. Κατά τα λεγόμενά τους, υπήρχε μόνο η πεποίθηση ότι τα σοβαρά βιβλία, αν τους δοθεί η κατάλληλη εκδοτική φροντίδα, θα βρουν τον δρόμο τους. Το Γκιακ επιβεβαίωσε αυτή την πεποίθηση, ξεπερνώντας κάθε προσδοκία και αποτελώντας τη βάση για να χτιστεί ο εκδοτικός οίκος. Όπως είπαν οι ίδιοι οι ιδρυτές του, «το ένα βιβλίο έφερε το άλλο» και αυτό τους βοήθησε να στηρίξουν ακόμα και τις πιο δύσκολες επιλογές τους, τα θεωρητικά κείμενα, π.χ., των Τζορτζ Στάινερ, Χανς Μπλούμενμπεργκ κ.ά. Οι Αντίποδες συνέχισαν έκτοτε να χτίζουν τη φήμη τους ακριβώς πάνω σε αυτήν τη λογική, συνδυάζοντας ελληνική και μεταφρασμένη λογοτεχνία με θεωρητικά κείμενα, δίνοντας έμφαση στην ποιότητα της μετάφρασης και στην υψηλή αισθητική. Το Γκιακ παραμένει ο θεμέλιος λίθος αυτής της φήμης. Από την άλλη, η δυναμική που ανέπτυξε στην πορεία, ξεπερνώντας τις δυνατότητες ενός ανεξάρτητου εκδοτικού οίκου, εγείρει ερωτήματα για τις προσδοκίες αλλά και τον αντίκτυπο που δημιουργούν τέτοιες επιτυχίες.
Το ταξίδι πέρα από τις σελίδες του βιβλίου
Ένα ακόμη τεκμήριο της βαρύτητας του Γκιακ είναι η μεταφορά του στο θέατρο: έχει διασκευαστεί για τη σκηνή περισσότερες από μία φορές, μάλιστα σε μια παράστασή του χρησιμοποιήθηκαν μάσκες για να αποδοθούν η βία και η πρωτόγονη ένταση των ιστοριών. Μια δεκαετία μετά την πρώτη του έκδοση, οι σκηνοθέτες συνεχίζουν να αντλούν έμπνευση από αυτό –π.χ. η Γεωργία Μαυραγάνη το ανέβασε στις δυο κορυφαίες σκηνές της χώρας, το Εθνικό και το ΚΘΒΕ–, κι αυτό επιβεβαιώνει ότι δεν υπήρξε απλώς ένα εκδοτικό γεγονός που ευνοήθηκε από μια συγκεκριμένη συγκυρία. Πλέον μπορούμε να μιλάμε για ένα έργο αναφοράς, κάτι σαν σύγχρονο κλασικό, στο οποίο επιστρέφει διαρκώς η ελληνική πολιτισμική παραγωγή.
Το Γκιακ δεν άλλαξε απλώς τη λογική για το τι είναι πραγματικά εμπορικό και τι όχι αλλά και τις προσδοκίες του κόσμου του βιβλίου για το τι μπορεί να αγαπήσει το ελληνικό αναγνωστικό κοινό, όταν του δοθεί η ευκαιρία. Αυτή η αλλαγή, περισσότερο από κάθε αριθμό πωλήσεων, είναι η πραγματική κληρονομιά του βιβλίου – και ο λόγος για τον οποίο, μια δεκαετία μετά, εξακολουθεί να λειτουργεί ως σημείο αναφοράς για όσα άλλαξαν στην ελληνική πεζογραφία την τελευταία εικοσαετία.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.
Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.















