Με μια συγγραφική πορεία σχεδόν πέντε δεκαετιών, η πολυβραβευμένη και μεταφρασμένη σε πολλές γλώσσες Έρση Σωτηροπούλου συγκαταλέγεται στις σημαντικότερες σύγχρονες Ελληνίδες συγγραφείς.
Η Σωτηροπούλου απέδρασε από το μίζερο, συντηρητικό περιβάλλον της Πάτρας, όπου μεγάλωσε την εποχή της δικτατορίας, όπως θα δραπέτευε αργότερα και από τη σοβαροφανή πλευρά της λογοτεχνίας. Προκαλούσε τα μικροαστικά ήθη της επαρχιακής της πόλης, όπως θα αμφισβητούσε αργότερα με τα βιβλία της τα ιερά και τα όσια του «ελληνοχριστιανικού ιδεώδους».
Θα ανακαλύψει εκλεκτικές συγγένειες με τον Γκομπρόβιτς και τον Κάμινγκς και με εφαλτήριο την ποίηση, που την αντιμετώπιζε ως πράξη ελευθερίας, από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 θα στραφεί στη νουβέλα, στο διήγημα και στο μυθιστόρημα, εξελισσόμενη σταδιακά σε μια στιβαρή πεζογράφο που αντιμετωπίζει την τέχνη της με τη σοβαρότητα που της αρμόζει αλλά χωρίς επιτήδευση.
Μακριά από τα στενά καλούπια της «γυναικείας γραφής», θα προβάλει με το έργο της μια πηγαία γυναικεία χειραφέτηση, έστω κι αν αυτή δεν διατυπώνεται ρητά. Πολύ νωρίς, ο Νάνος Βαλαωρίτης θα διακρίνει την «ανταρσία» που επιχειρεί η πρόζα της και θα καταστήσει σαφές ότι το όραμά της είναι ταυτόχρονα «οδυνηρό και εορταστικό».
Η λεπτομέρεια λάμπει εκστατική στη λογοτεχνία της Σωτηροπούλου. Το παντελώς ασήμαντο, το επουσιώδες στην κυριολεξία, στα χέρια της γίνεται διαμάντι μέσα στη λάσπη μιας χθαμαλής καθημερινότητας και μεταστοιχειώνεται σε πολύτιμο υλικό μιας υπερβατικής πραγματικότητας.
Με τα ευφορικά ζιγκ-ζαγκ της στα χωράφια της λογοτεχνίας, απέδειξε πως η γραφή ακολουθεί μια τεθλασμένη πορεία και ποτέ ευθεία. Το Ζιγκ-ζαγκ στις νεραντζιές (1999) θα κατηγορηθεί ως «πορνογράφημα» και θα απαγορευτεί από τις σχολικές βιβλιοθήκες της χώρας. Μια συγγραφέας που δεν μασά τα λόγια της ήταν αδύνατο να γίνει ανεκτή από τους ηθικοπλάστες κήνσορες της εποχής της.
Όταν δεν έστηνε τη σπαρταριστή «Φάρσα» της (1982), βάζοντας φουρνέλο στον λογοτεχνικό καθωσπρεπισμό, αντέστρεφε τους έμφυλους ρόλους στο Εορταστικό τριήμερο στα Γιάννενα (1982) και διακήρυττε Να νιώθεις μπλε, να ντύνεσαι κόκκινα (2011), φορώντας στη θλίψη τα καλά της. Κι όταν δεν βυθιζόταν στο fin de siècle καβαφικό σύμπαν, πριν από τον Καβάφη όπως τον γνωρίζουμε, στο Τι μένει από τη νύχτα (2015), μας παρατηρούσε σαν χρυσόψαρα στις ψηφιακές γυάλες μας στο Μπορείς; (2017).
Πειραματίστηκε με τη φόρμα και επιδίωξε να διευρύνει τα όρια της γλώσσας. Με την πάροδο του χρόνου, βαδίζει προς ολοένα μεγαλύτερη λιτότητα, με αποκορύφωμα την πρόσφατη Σενιορίτα (2026). Αλλά όσο πιο γυμνή η γραφή της, τόσο πιο ιλιγγιώδες το βάθος της.
Η λεπτομέρεια λάμπει εκστατική στη λογοτεχνία της Σωτηροπούλου. Το παντελώς ασήμαντο, το επουσιώδες στην κυριολεξία, στα χέρια της γίνεται διαμάντι μέσα στη λάσπη μιας χθαμαλής καθημερινότητας και μεταστοιχειώνεται σε πολύτιμο υλικό μιας υπερβατικής πραγματικότητας.
Πάντα σε εγρήγορση, με το ραντάρ της να ανιχνεύει το κλίμα κάθε εποχής, στις συνεντεύξεις της δεν διστάζει να ομολογήσει με παρρησία ότι στη χώρα μας «ο συγγραφέας μοιάζει σαν να ζητιανεύει να του κάνουν κάποιο χατίρι», να τονίσει ότι ζούμε σε «μια εποχή όπου το εικονικό τρώει μεγάλο μέρος του πραγματικού» και να εντοπίσει εύστοχα πως «το μεγάλο ταμπού σήμερα είναι το συναίσθημα».
Μια πανηγυρική τραγωδία και μια θανατερή κωμωδία είναι η πεζογραφία της. Καύσιμό της η ερωτική επιθυμία. Η λογοτεχνία της συγκροτεί ένα καρναβαλικό σύμπαν όπου συνυπάρχουν το μαύρο χιούμορ, ο έρωτας, η μοναξιά, η τρέλα, ο θάνατος, η μελαγχολία και όπου το πάθος για τη γραφή μεταμορφώνεται σε πάθος για τη ζωή: «Γράφω για να αντισταθώ στην αδράνεια».
ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ ΕΡΣΗΣ ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΥ ΕΔΩ.
LIFO Portraits
Ανοιχτά για το κοινό.
ΑΗΣ ΦΑΛΗΡΟΥ
Σολωμού 1 & Δημητρίου Φαληρέως
Η έκθεση είναι επισκέψιμη τις συγκεκριμένες ημερομηνίες:
19-21/6, 27-28/6, 4-5/7
Ωράριο λειτουργίας: 18:00-22:30
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LIFO















