Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Έχουν γίνει οι έφηβοι λιγότερο οξυδερκείς; Τι μας λέει η PISA για την εκπαίδευση σήμερα


Κάθε τρία χρόνια, ο ΟΟΣΑ δημοσιεύει τα αποτελέσματα διεθνών εξετάσεων στις οποίες συμμετέχουν 15χρονοι μαθητές από όλο τον κόσμο. Υπήρχαν λόγοι να ελπίζει κανείς ότι τα τελευταία στοιχεία, που δημοσιεύθηκαν στις 8 Σεπτεμβρίου, θα έφερναν καλά νέα. Οι επιδόσεις στα μαθηματικά, την ανάγνωση και τις φυσικές επιστήμες είχαν καταρρεύσει στον προηγούμενο γύρο εξετάσεων, ο οποίος πραγματοποιήθηκε αμέσως μετά την πανδημία. Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής τόλμησαν να ελπίσουν ότι, τώρα που εκείνη η συμφορά ανήκει πια για τα καλά στο παρελθόν, οι βαθμολογίες θα άρχιζαν να ανακάμπτουν.

Δεν συνέβη αυτό. Το αντίθετο. Στις πλούσιες χώρες (που αποτελούν και το βασικό επίκεντρο των εξετάσεων) οι επιδόσεις υποχώρησαν ακόμη περισσότερο. Στην κατανόηση γραπτού λόγου, μάλιστα, η πτώση επιταχύνεται. Τα στοιχεία δείχνουν ότι υπάρχουν μακροχρόνιοι παράγοντες που σπρώχνουν προς τα κάτω τις σχολικές επιδόσεις και ότι, αν δεν υπάρξει γρήγορη διόρθωση πορείας, οι ικανότητες των μαθητών μπορεί να βυθιστούν ακόμη χαμηλότερα. Όποιος νοιάζεται για τους νέους του σήμερα —και, κατ’ επέκταση, για τις κοινωνίες του αύριο— έχει κάθε λόγο να ανησυχεί.

Economist: Έχουν γίνει οι έφηβοι λιγότερο οξυδερκείς; Τι μας λέει η PISA για την εκπαίδευση σήμερα Facebook Twitter
Φωτ.: The Economist / OECD

Το πρόγραμμα του ΟΟΣΑ, γνωστό ως PISA, μετρά τις ικανότητες των νέων καθώς πλησιάζουν στο τέλος της υποχρεωτικής τους εκπαίδευσης. Ο αριθμός των εκπαιδευτικών συστημάτων που συμμετέχουν έχει αυξηθεί με τα χρόνια: στις τελευταίες εξετάσεις πήραν μέρος και τα 38 κράτη-μέλη του ΟΟΣΑ, καθώς και άλλες 53 χώρες και οικονομίες, πολλές από αυτές αναπτυσσόμενες. Τα αποτελέσματα χρησιμοποιούνται για να στηθεί κάτι σαν διεθνής βαθμολογικός πίνακας.

Η Ασία παραμένει στην κορυφή

Και φέτος, όπως σχεδόν σε κάθε γύρο εξετάσεων από το 2000, τα ασιατικά εκπαιδευτικά συστήματα κάνουν κουμάντο στην κορυφή. Οι μαθητές στην Κίνα, η οποία συμμετείχε για πρώτη φορά από το 2018, βρέθηκαν στην πρώτη θέση ή πολύ κοντά σε αυτήν και στα τρία πεδία. Τα κινεζικά αποτελέσματα, όμως, δεν είναι αντιπροσωπευτικά, μεταξύ άλλων επειδή οι εξετάσεις διεξάγονται σε μόλις τέσσερις επαρχίες. Πολύ λιγότερες αμφιβολίες υπάρχουν για τις υψηλές επιδόσεις που καταγράφονται σε χώρες όπως η Σιγκαπούρη, η Ταϊβάν και η Ιαπωνία. Οι μαθητές εκεί φαίνεται επίσης να προηγούνται με σημαντική διαφορά από τους συνομηλίκους τους στον υπόλοιπο κόσμο.

Η Εσθονία εξακολουθεί να μοιάζει με το καλύτερο εκπαιδευτικό σύστημα της Δύσης. Η Τουρκία ανεβαίνει πολύ γρήγορα. Και υπάρχουν ενθαρρυντικά νέα για τη Βρετανία, της οποίας οι μαθητές βρίσκονται πλέον μέσα στην πρώτη δεκάδα του κόσμου και στα τρία πεδία. Σε σύγκριση με πριν από τρία χρόνια, η Βρετανία βελτίωσε τις επιδόσεις της στις φυσικές επιστήμες και κράτησε περίπου σταθερές εκείνες στην ανάγνωση και τα μαθηματικά. Όταν τόσοι άλλοι κινούνται προς τα κάτω, αυτό μετρά ως επιτυχία.

Αν όμως ανοίξει κανείς το κάδρο, το κυρίαρχο αφήγημα είναι αυτό μίας μακροχρόνιας και συνεχιζόμενης παρακμής. Οι μέσες επιδόσεις στις 23 χώρες του ΟΟΣΑ που έχουν συμμετάσχει σε κάθε κύκλο της PISA κορυφώθηκαν περίπου το 2012 και έκτοτε πέφτουν. Τόσο στα μαθηματικά όσο και στην ανάγνωση, οι 15χρονοι στις χώρες του ΟΟΣΑ εξετάζονται σήμερα σε επίπεδα που πριν από μία δεκαετία θα μπορούσαν να είχαν επιτύχει 14χρονοι. Τα στοιχεία για τα αμερικανικά σχολεία θολώνουν εξαιτίας των χαμηλών ποσοστών συμμετοχής, όμως όσα δεδομένα υπάρχουν δείχνουν ότι στον τελευταίο γύρο η επίδοση των Αμερικανών μαθητών στην ανάγνωση κατρακύλησε μαζί με εκείνη του υπόλοιπου πλούσιου κόσμου. Στις αναπτυσσόμενες χώρες οι τάσεις είναι λίγο λιγότερο ζοφερές, εν μέρει επειδή οι επιδόσεις ξεκινούν από χαμηλότερη βάση. Αλλά ακόμη και σε πολλές από αυτές, οι βαθμολογίες στα μαθηματικά και την ανάγνωση υποχωρούν.

Έχουν γίνει οι έφηβοι λιγότερο οξυδερκείς; Τι μας λέει η PISA για την εκπαίδευση σήμερα Facebook Twitter
Φωτ.: The Economist / OECD

Η Ελλάδα έχει σταθεροποιηθεί χαμηλά

Για την Ελλάδα, η λέξη «παρακμή» χρειάζεται μια μικρή διευκρίνιση: η χώρα δεν κατρακυλά πλέον με θεαματικό ρυθμό, μιας και έχει μάλλον σταθεροποιηθεί χαμηλά. Και στα τρία βασικά πεδία παραμένει αισθητά κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Στις φυσικές επιστήμες, οι Έλληνες 15χρονοι συγκέντρωσαν κατά μέσο όρο 434 μονάδες έναντι 482 στον ΟΟΣΑ. Στα μαθηματικά η επίδοση ήταν 424 έναντι 463 και στην κατανόηση γραπτού λόγου 423 έναντι 461. Σε σύγκριση με το 2022, τα μαθηματικά και οι φυσικές επιστήμες έμειναν περίπου στάσιμα, ενώ η ανάγνωση χειροτέρεψε.

Έχουν γίνει οι έφηβοι λιγότερο οξυδερκείς; Τι μας λέει η PISA για την εκπαίδευση σήμερα Facebook Twitter

Το υπουργείο Παιδείας προτιμά μια πιο χαρούμενη ανάγνωση. Επισημαίνει ότι η ελληνική πτώση στα μαθηματικά ήταν μικρότερη από εκείνη του ΟΟΣΑ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης και βλέπει μια «σαφή τάση σύγκλισης». Τυπικά, αυτό είναι σωστό. Υπάρχει όμως και ένας λιγότερο κολακευτικός τρόπος να το πει κανείς: η Ελλάδα πλησιάζει τους άλλους εν μέρει επειδή οι άλλοι κατεβαίνουν προς την Ελλάδα. Η χώρα δεν έχει κάνει κάποιο εντυπωσιακό άλμα προς τα πάνω· σε ορισμένα πεδία απλώς πέφτει λιγότερο γρήγορα.

Τα παιδιά που ήδη ανήκαν στους πιο αδύναμους μαθητές μένουν τώρα ακόμη πιο πίσω. Σε όλα τα εκπαιδευτικά συστήματα, η απόσταση ανάμεσα στους μαθητές με τις χαμηλότερες και τις υψηλότερες επιδόσεις είναι η μεγαλύτερη που έχει καταγράψει ποτέ η PISA και στα τρία γνωστικά πεδία που εξετάζει. Περίπου το 20% των 15χρονων στις χώρες του ΟΟΣΑ θεωρούνται χαμηλών επιδόσεων ταυτόχρονα στην ανάγνωση, τα μαθηματικά και τις φυσικές επιστήμες, από 16% όταν οι εξετάσεις πραγματοποιήθηκαν πριν από τέσσερα χρόνια. Ο ΟΟΣΑ υποστηρίζει ότι αυτοί οι νέοι θα δυσκολεύονται να κατανοήσουν οτιδήποτε πέρα από τα πιο απλά κείμενα ή ακόμη και να βγάλουν άκρη με έναν λογαριασμό κοινής ωφέλειας.

Στην Ελλάδα, το πρόβλημα είναι πολύ μεγαλύτερο. Περίπου οι μισοί 15χρονοι δεν φτάνουν ούτε στο Επίπεδο 2 στα μαθηματικά, δηλαδή το ελάχιστο επίπεδο στο οποίο, κατά τον ΟΟΣΑ, ένας μαθητής μπορεί να χρησιμοποιήσει βασικές μαθηματικές γνώσεις σε σχετικά απλές καταστάσεις της καθημερινής ζωής. Κάτω από το αντίστοιχο βασικό επίπεδο βρίσκεται περίπου το 44% στην κατανόηση γραπτού λόγου και το 41% στις φυσικές επιστήμες. Και στην κορυφή η δεξαμενή είναι ρηχή: μόλις το 2% των Ελλήνων μαθητών φτάνει στα δύο υψηλότερα επίπεδα στα μαθηματικά, έναντι 8% στον ΟΟΣΑ, και μόλις το 1% στις φυσικές επιστήμες και στην ανάγνωση.

Έχουν γίνει οι έφηβοι λιγότερο οξυδερκείς; Τι μας λέει η PISA για την εκπαίδευση σήμερα Facebook Twitter

Η πανδημία δεν εξηγεί τα πάντα

Τι προκαλεί αυτή την πτώση; Η παρατεταμένη επίδραση της πανδημίας αναμφίβολα παίζει κάποιον ρόλο. Οι νέοι που συμμετείχαν στη φετινή PISA ήταν περίπου δέκα ετών όταν ξέσπασε η πανδημία, άρα είναι πιθανό οι ανατροπές εκείνης της περιόδου να τους έπληξαν περισσότερο απ’ ό,τι εφήβους που βρίσκονταν ήδη πιο προχωρημένοι στη σχολική τους διαδρομή.

Η πανδημία δημιούργησε επίσης νέα προβλήματα που συνεχίζονται χωρίς να έχουν αντιμετωπιστεί. Τα ποσοστά απουσιών παραμένουν πολύ υψηλότερα απ’ ό,τι πριν από την Covid, για λόγους γύρω από τους οποίους υπάρχει μεγάλη διαμάχη. Στις πλούσιες χώρες, περίπου το 15% των μαθητών χάνει τουλάχιστον μία ημέρα δημοτικού κάθε δύο εβδομάδες, από περίπου 10% το 2019, ενώ οι απουσίες έχουν αυξηθεί και στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Ακόμη και λίγες χαμένες ημέρες μαθημάτων μπορούν να έχουν μεγάλη επίδραση στις επιδόσεις.

Και εδώ η Ελλάδα έχει λίγους λόγους για εφησυχασμό. Σχεδόν ένας στους τρεις Έλληνες μαθητές, το 31%, δήλωσε ότι είχε χάσει τουλάχιστον μία ολόκληρη ημέρα σχολείου μέσα στις δύο εβδομάδες πριν από την εξέταση, έναντι 22% κατά μέσο όρο στον ΟΟΣΑ. Σχεδόν οι μισοί είχαν χάσει τουλάχιστον μία διδακτική ώρα, ενώ το 62% είχε φτάσει αργοπορημένο στο σχολείο τουλάχιστον μία φορά.

Η πτώση των βαθμολογιών, όμως, θα εντείνει και μια παλιότερη ανησυχία: τι κάνει η τεχνολογία στη μάθηση των παιδιών και ειδικά στην ικανότητά τους να διαβάζουν. Τα πανταχού παρόντα κινητά τηλέφωνα και η ευρεία πρόσβαση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης σημαίνουν ότι οι νέοι εξασκούνται λιγότερο στο να κατανοούν σύνθετα κείμενα, υποστηρίζει ο Αντρέας Σλάιχερ, επικεφαλής εκπαίδευσης του ΟΟΣΑ. Επισημαίνει επίσης ότι αυξάνεται ο αριθμός των εξεταζομένων που χαρακτηρίζονται «βιαστικοί αναγνώστες», καθώς περνούν σφαίρα από την εξέταση κατανόησης κειμένου, αλλά απαντούν λάθος σε πολλές ερωτήσεις.

Μαθαίνουν καθόλου τα παιδιά μας;

Οι οθόνες ξεκάθαρα τραβούν τα παιδιά μακριά από τα βιβλία. Ενδεικτικά, μόλις το 37% των εννιάχρονων στις Ηνωμένες Πολιτείες δηλώνει σήμερα ότι διαβάζει για ευχαρίστηση, από σχεδόν 60% τη δεκαετία του 1990. Η επιδείνωση της αναγνωστικής ικανότητας μπορεί κάλλιστα να συμπαρασύρει προς τα κάτω και τις επιδόσεις σε άλλα μαθήματα, γιατί η καλή ανάγνωση είναι απαραίτητη και για την πρόοδο στα μαθηματικά και τις φυσικές επιστήμες.

Για να αντιμετωπιστούν αυτές οι προκλήσεις χρειάζονται γενναίες πολιτικές μέσα στα σχολεία. Σε ένα ευρύ φάσμα ζητημάτων, όμως, τα υπουργεία Παιδείας φαίνεται να έχουν χάσει την μπάλα. Μιλώντας στον Economist, ο Σλάιχερ ανησυχεί ότι τα σχολεία έχουν γίνει «εφησυχασμένα» και ότι όλο και συχνότερα λένε σε μαθητές και γονείς πως «η μέτρια δουλειά είναι σπουδαία». Επικρίνει την υπερβολική και άναρχη χρήση εκπαιδευτικού λογισμικού στις τάξεις και υποστηρίζει ότι οι μαθητές έχουν μετατραπεί υπερβολικά συχνά σε «πειραματόζωα δοκιμών πρόσκρουσης» για τεχνολογίες που δεν έχουν αποδείξει την αξία τους. Ορισμένα στοιχεία δείχνουν επίσης ότι οι μαθητές έχουν γίνει πιο άτακτοι ή έστω πιο ανήσυχοι. Σε πρόσφατη έρευνα, εκπαιδευτικοί στις πλούσιες χώρες δήλωσαν ότι ο χρόνος που ξοδεύουν απλώς για να κρατήσουν την τάξη υπό έλεγχο αυξάνεται.

Στην Ελλάδα, τα ίδια τα παιδιά περιγράφουν μια σχολική αίθουσα που κάθε άλλο παρά διευκολύνει τη μάθηση. Στις φυσικές επιστήμες, το 37% των 15χρονων λέει ότι στις περισσότερες ή σε όλες τις ώρες δεν μπορεί να εργαστεί καλά, σχεδόν διπλάσιο ποσοστό από το 19% του ΟΟΣΑ. Το 46% αναφέρει ότι ο θόρυβος και η αναστάτωση διαταράσσουν τις περισσότερες ή όλες τις ώρες του μαθήματος, έναντι 31% στον ΟΟΣΑ, ενώ το 45% λέει ότι οι συμμαθητές του δεν ακούν τον εκπαιδευτικό. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, το κλίμα πειθαρχίας στα ελληνικά σχολεία έχει χειροτερέψει μέσα στην τελευταία δεκαετία.

Το ίδιο παράδοξο εμφανίζεται με τις οθόνες. Σχεδόν όλοι οι Έλληνες μαθητές (το 98%) φοιτούν σε σχολεία όπου, τουλάχιστον επισήμως, το κινητό τηλέφωνο απαγορεύεται. Παρ’ όλα αυτά, το 33% δηλώνει ότι οι συμμαθητές του αποσπώνται συχνά από ψηφιακές συσκευές στα μαθήματα φυσικών επιστημών. Όσοι αναφέρουν τέτοια διάσπαση έχουν κατά μέσο όρο επίδοση χαμηλότερη κατά 30 μονάδες, ακόμη και όταν συνυπολογίζεται το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο. Οι κανόνες, φαίνεται, είναι ευκολότερο να γραφτούν παρά να επιβληθούν.

Μήπως η Φινλανδία έστειλε λάθος μήνυμα;

Ίσως ακόμη και η ίδια η PISA να έχει συμβάλει σε λανθασμένες επιλογές εκπαιδευτικής πολιτικής. Όταν πραγματοποιήθηκαν οι πρώτες εξετάσεις, το 2000, η Φινλανδία προκάλεσε παγκόσμια εντύπωση κατακτώντας την κορυφή. Πολιτικοί και στελέχη της εκπαίδευσης ταξίδεψαν στο Ελσίνκι για να καταλάβουν τι έκανε διαφορετικά. Επέστρεψαν στις χώρες τους με ένα μήνυμα που πολλοί εκπαιδευτικοί ήταν πρόθυμοι να υιοθετήσουν.

Η Φινλανδία φαινόταν να πετυχαίνει εξαιρετικά αποτελέσματα χωρίς συχνές εξετάσεις και αυστηρούς ελέγχους. Το εκπαιδευτικό της μοντέλο έδινε ιδιαίτερη έμφαση στη μάθηση μέσω παιχνιδιού, ιδίως στις μικρότερες ηλικίες. Παράλληλα, ενθάρρυνε τους εκπαιδευτικούς να περιορίζουν τη μετωπική διδασκαλία και να αφήνουν περισσότερο χώρο στους μαθητές να ανακαλύπτουν μόνοι τους τις απαντήσεις.

Από τότε, όμως, η εικόνα άλλαξε δραματικά. Ελάχιστες χώρες έχουν δει τις επιδόσεις τους να υποχωρούν τόσο έντονα όσο η Φινλανδία, και η πτώση συνεχίζεται και στα τελευταία αποτελέσματα. Οι επικριτές του φινλανδικού μοντέλου υποστηρίζουν ότι οι εντυπωσιακές επιδόσεις του 2000 ίσως οφείλονταν περισσότερο στις παραδοσιακές πρακτικές που εξακολουθούσαν να κυριαρχούν στα σχολεία κατά τη δεκαετία του 1990 και λιγότερο στις πιο προοδευτικές πολιτικές με τις οποίες η χώρα ταυτίστηκε αργότερα.

Αν αυτή η ερμηνεία είναι σωστή, τότε πολλές χώρες μπορεί να άντλησαν το λάθος μάθημα από τη φινλανδική επιτυχία και να διαμόρφωσαν τις πολιτικές τους πάνω σε μια λανθασμένη υπόθεση.

Τι μπορεί να διδαχθεί η Δύση από την Ασία

Ποιες χώρες θα μπορούσαν λοιπόν να αποτελέσουν τα νέα πρότυπα; Τα ασιατικά εκπαιδευτικά συστήματα έχουν επίσης δει τις επιδόσεις τους να υποχωρούν τα τελευταία χρόνια, αλλά κατά κανόνα λιγότερο από άλλες πλούσιες χώρες. Το μεγάλο χάσμα ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση δείχνει ότι οι εκπαιδευτικές πολιτικές της Ανατολικής Ασίας αξίζουν μια δεύτερη ματιά. Οι γονείς εκεί αντιμετωπίζουν την εκπαίδευση σχεδόν με εμμονή και συχνά βάζουν βαθιά το χέρι στην τσέπη για πρόσθετα μαθήματα.

Οι επικριτές σωστά επισημαίνουν ότι τέτοιοι κοινωνικοί παράγοντες δύσκολα μπορούν να αντιγραφούν. Οι κυβερνήσεις της περιοχής, όμως, έχουν κάνει και ορισμένες εύστοχες επιλογές. Οι ασιατικές χώρες ενδιαφέρονται πολύ λιγότερο από τις δυτικές για τη διαρκή μείωση του αριθμού των μαθητών ανά τάξη. Συχνά προτιμούν λιγότερους εκπαιδευτικούς, τους οποίους μπορούν να πληρώνουν καλύτερα και να καταρτίζουν πιο εντατικά. Η προσέγγιση αυτή φαίνεται να αποδίδει περισσότερο από τη συνεχή αύξηση του προσωπικού στα σχολεία, που αποτελεί εδώ και χρόνια βασική συνταγή κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η βρετανική εξαίρεση

Η άνοδος της Βρετανίας στις κατατάξεις αξίζει περισσότερη προσοχή απ’ όση έχει λάβει. Πριν από περίπου 15 χρόνια, οι μεταρρυθμιστές της εκπαίδευσης στην Αγγλία, το μεγαλύτερο από τα τέσσερα χωριστά εκπαιδευτικά συστήματα του Ηνωμένου Βασιλείου, κινήθηκαν κόντρα στο διεθνές ρεύμα.

Έδωσαν στα προγράμματα σπουδών μεγαλύτερο βάρος στις συγκεκριμένες γνώσεις, σε μια εποχή που σε άλλες χώρες οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής εκθείαζαν αόριστες «ήπιες δεξιότητες». Έκαναν τις εξετάσεις αυστηρότερες, περιόρισαν τη σημασία των εργασιών που γίνονται στη διάρκεια της χρονιάς, στις οποίες η αντιγραφή είναι ευκολότερη, και ενίσχυσαν τους σχολικούς ελέγχους. Προσπάθησαν επίσης να απομακρύνουν τα σχολεία από νεότερες μεθόδους διδασκαλίας που είχαν γίνει της μόδας χωρίς να έχουν δοκιμαστεί επαρκώς και να επιστρέψουν σε πιο παραδοσιακές πρακτικές.

Έχουν γίνει οι έφηβοι λιγότερο οξυδερκείς; Τι μας λέει η PISA για την εκπαίδευση σήμερα Facebook Twitter
Φωτ.: The Economist / OECD

Το ότι οι πολιτικές αυτές φαίνεται να προστάτευσαν ως έναν βαθμό τις επιδόσεις γίνεται ιδιαίτερα εμφανές αν συγκρίνει κανείς την Αγγλία με γειτονικά εκπαιδευτικά συστήματα που ακολούθησαν εντελώς διαφορετική πορεία. Πριν από 20 χρόνια, οι μαθητές της Σκωτίας είχαν καλύτερες επιδόσεις από τους συνομηλίκους τους στην Αγγλία. Σήμερα συνήθως συμβαίνει το αντίθετο, παρότι η δαπάνη ανά μαθητή στη Σκωτία είναι πολύ υψηλότερη. Οι επικριτές του σκωτσέζικου συστήματος κατηγορούν ένα πρόγραμμα σπουδών υπερβολικά επηρεασμένο από τις παιδαγωγικές μόδες και μια υπερβολικά χαλαρή αντιμετώπιση της πειθαρχίας. Η πανδημία και οι οθόνες δύσκολα εξηγούν τη διαφορά, αφού επηρέασαν με παρόμοιο τρόπο τα παιδιά σε ολόκληρη τη Βρετανία.

Το δύσκολο ερώτημα για την Ελλάδα

Για την Ελλάδα, τα αποτελέσματα θέτουν μια εξίσου άβολη ερώτηση. Η πανδημία, τα κινητά τηλέφωνα και οι κοινωνικές ανισότητες είναι υπαρκτά προβλήματα, δεν είναι όμως αποκλειστικά ελληνικά. Από μόνα τους δεν εξηγούν γιατί περίπου ένας στους δύο 15χρονους δεν φτάνει στο βασικό επίπεδο στα μαθηματικά, γιατί τόσο λίγοι μαθητές βρίσκονται στις υψηλότερες βαθμίδες επίδοσης ή γιατί τόσοι περιγράφουν τάξεις στις οποίες ο θόρυβος και η αναστάτωση δυσκολεύουν συστηματικά τη διδασκαλία. Κάποιο μέρος της εξήγησης πρέπει επομένως να αναζητηθεί και στις επιλογές του ίδιου του ελληνικού σχολείου, στο τι διδάσκει, στο πώς το διδάσκει και στο τι απαιτεί από μαθητές και εκπαιδευτικούς.

Οι κοινωνικές ανισότητες ασφαλώς έχουν σημασία. Στις φυσικές επιστήμες, οι Έλληνες μαθητές από το ανώτερο κοινωνικοοικονομικό 25% προηγούνται κατά 76 μονάδες εκείνων από το χαμηλότερο 25%. Πρόκειται για μεγάλη διαφορά, αν και μικρότερη από τις 85 μονάδες του ΟΟΣΑ. Ακόμη όμως και οι σχετικά προνομιούχοι Έλληνες μαθητές υπολείπονται αισθητά μαθητών με αντίστοιχο κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο στα κορυφαία ασιατικά εκπαιδευτικά συστήματα. Το κοινωνικό υπόβαθρο εξηγεί επομένως μέρος της εικόνας, όχι το σύνολό της.

Οι βαθμολογίες στα τεστ δεν είναι μέτρο της αξίας ενός ανθρώπου, ούτε αποδεικνύουν ότι κάποιος είναι προορισμένος να πετύχει ή καταδικασμένος να αποτύχει. Οι καλές επιδόσεις, όμως, συνδέονται στενά με υψηλότερα εισοδήματα, καλύτερη υγεία και μεγαλύτερη διάρκεια ζωής. Σε επίπεδο χώρας, η βελτίωση των γνωστικών δεξιοτήτων φαίνεται επίσης να συνδέεται στενά με μεταγενέστερες περιόδους ταχύτερης οικονομικής ανάπτυξης. Ανάλυση των οικονομολόγων Λούντγκερ Βέσμαν και Έρικ Χάνουσεκ εκτιμά ότι μια αύξηση κατά 25 μονάδες στις επιδόσεις της PISA θα μπορούσε να προσθέσει μισή ποσοστιαία μονάδα στον ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης των πλούσιων χωρών.

Δεν υπάρχουν ακόμη πολλά στοιχεία ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα μειώσει την αξία μιας υψηλού επιπέδου μόρφωσης. Υπάρχουν όμως αρκετοί λόγοι να πιστεύει κανείς ότι θα σαρώσει όσους διαθέτουν ανεπαρκείς δεξιότητες.

Ώρα, λοιπόν, οι μεταρρυθμιστές της εκπαίδευσης να ξαναπιάσουν τα βιβλία.

Με πληροφορίες από The Economist

 



Πηγή: www.lifo.gr