Το πιο ενδιαφέρον αραβικό ανεξάρτητο ενημερωτικό σάιτ υπό διωγμό
Αίγυπτος. Νέα επίθεση εναντίον της δημοσιογράφου Lina Attalah, του σάιτ “Mada Masr” και της ελευθερίας του τύπου
Στις 27 Οκτωβρίου, μετά από μια συνοπτική ακροαματική διαδικασία, το πλημμελειοδικείο του Νέου Καΐρου διέταξε το κλείσιμο του ανεξάρτητου μέσου ενημέρωσης και επέβαλε πρόστιμο στη Λίνα Ατάλα, τη διευθύντρια σύνταξής του. Στο τέλος της συνοπτικής δικαστικής της ακρόασης, ένοπλοι άνδρες περικύκλωσαν την Λίνα Ατάλα, την πήραν σηκωτή και την απομάκρυναν για να τεθεί υπό κράτηση, εν αναμονή της διευθέτησης του προστίμου. Αποτελεί την εικοστή έβδομη δημοσιογράφο που καταγράφεται από τους Ρεπόρτερ Χωρίς Σύνορα (RSF) ως κρατούμενη στην Αίγυπτο, προτού αφεθεί ελεύθερη το βράδυ της 27ης Οκτωβρίου. Το 2020, της είχε απονεμηθεί το βραβείο ελευθερίας του τύπου των RSF στην κατηγορία της Ανεξαρτησίας. Το Orient XXI και το σύνολο του δικτύου ανεξάρτητων μέσων ενημέρωσης για τον αραβικό κόσμο εκφράζουν τη στήριξή τους στην Αιγύπτια δημοσιογράφο.
Χωρίς ενημέρωση… χωρίς υπεράσπιση
Mada Masr
27 Οκτωβρίου 2026
Μπήκαμε σήμερα στο δικαστήριο με μια κάποια εμπιστοσύνη στον νόμο και στο σύστημα απονομής δικαιοσύνης, μια πίστη που είχε αποτυπωθεί και σε όσα γράφαμε λίγες μέρες πριν: πως είμαστε “μια νόμιμη οντότητα επειδή αυτό επιδιώκουμε πάντα, υπερασπιζόμενοι το δίκαιο απέναντι στη συνεχή διολίσθησή του και τη μετατροπή του σε όπλο της εξουσίας, σε σημείο που κοντεύει να χάσει κάθε νόημα μέσα σε μια απόλυτη ακυρότητα – μια κρίση που αφορά ολόκληρη την Αίγυπτο“. ‘Ομως, όσα αντιμετωπίσαμε στο δικαστήριο εκμηδένισαν την εμπιστοσύνη μας.
Προσήλθαμε σήμερα στο δικαστήριο με δικαστική εκπροσώπηση αποτελούμενη από οκτώ συνηγόρους, προβάλλοντας ενστάσεις και αιτήματα εναρμονισμένα με το γράμμα του νόμου, με πρωτεύον την πρόσβαση στη δικογραφία. Ο δικαστής αξίωσε επιτακτικά να λάβουν γνώση οι συνήγοροι κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης, στοιχείο που προοιώνιζε πρόθεση για έκδοση ταχείας απόφασης, ανάλογης της εσπευσμένης παραπομπής σε δίκη. Όταν οι συνήγοροι επέμειναν στο δικαίωμά τους για παροχή προθεσμίας προς μελέτη των εγγράφων, ο δικαστής διέκοψε τη συνεδρίαση και επανήλθε μετά από περίπου μία ώρα, αγνοώντας τους οκτώ δικηγόρους καθώς και την ίδια την κατηγορουμένη. Αποφάσισε τον αυτεπάγγελτο διορισμό ενός συνηγόρου, άγνωστου προς όλους, και ο ίδιος ο δικαστής υπαγόρευσε τα αιτήματα εκ μέρους του, προτού εκδώσει μια απόφαση που επέβαλλε τη μέγιστη ποινή, χωρίς πρόσβαση στη δικογραφία, χωρίς ουσιαστική υπεράσπιση
Σε προηγούμενο σημείωμά μας στο “Mada’s View”, σημειώναμε πως “υπερασπιζόμαστε το δίκαιο απέναντι στη συνεχή διολίσθησή του και τη μετατροπή του σε όπλο της εξουσίας, σε σημείο που κοντεύει να χάσει κάθε νόημα μέσα σε μια απόλυτη ακυρότητα“. Ίσως πρέπει να το επαναλάβουμε κι εδώ, για να δείξουμε ότι προσπαθήσαμε να υπερασπιστούμε τον νόμο, όπως προσπαθήσαμε να υπερασπιστούμε και τους εαυτούς μας, αποδεικνύοντας ότι εξαντλήσαμε κάθε νόμιμη διαδικασία για να πάρουμε άδεια, δίχως όμως να πάρουμε καμία απάντηση.
Το πλημμελειοδικείο του Νέου Καΐρου διέταξε το κλείσιμο του Mada Masr [“Το πεδίο της Αιγύπτου” με την κυριολεκτική σημασία και “Παίρνω θέση” με τη μεταφορική -σ.σ.] και την επιβολή προστίμου τριών εκατομμυρίων λιρών [περίπου 53.500 δολάρια – σ.σ.] στη διευθύντρια σύνταξής του, Λίνα Ατάλα, την οποία κράτησαν οι δυνάμεις ασφαλείας μέχρι την αποπληρωμή του. Αυτή είναι η απόφαση που εκδόθηκε σήμερα, την οποία θα συνεχίσουμε όπως πάντα να αντιμετωπίσουμε, καθώς και τις συνέπειές της, μέσω του νόμου, ενώ πληθαίνουν οι φωνές από οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δημοσιογράφους και κόμματα που ζητούν την ακύρωση της απόφασης, την οποία θεώρησαν κλιμάκωση κατά του ανεξάρτητου τύπου και παραβίαση των εγγυήσεων για μια δίκαιη δίκη.
Την ίδια ώρα που το δικαστήριο του Νέου Καΐρου τιμωρούσε μια δημοσιογράφο και εμπόδιζε τους εκπροσώπους της ένωσής της να μπουν στην αίθουσα -κι ενώ έχουν περάσει σχεδόν δέκα χρόνια από το κλείσιμο της ιστοσελίδας με “κρατική” εντολή [παρά τον αποκλεισμό και τις πρόσφατες δικαστικές αποφάσεις για οριστική διακοπή της λειτουργίας του, η πρόσβαση στο Mada Masr παραμένει δυνατή από το εσωτερικό της χώρας μέσω συγκεκριμένων τεχνικών παράκαμψης -σ.σ.], η Εισαγγελία Κρατικής Ασφάλειας συνέχισε το έργο που ξεκίνησε στις αρχές του μήνα. Παρέτεινε για άλλες 15 μέρες την προφυλάκιση των έξι δημοσιογράφων του Matsadaqsh [πλατφόρμα fact-checking -σ.σ.], σε ακροαματικές διαδικασίες όπου οι ίδιοι και οι δικηγόροι τους διαμαρτυρήθηκαν έντονα για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες κρατούνται
Οι αντιδράσεις διαδέχθηκαν η μία την άλλη μετά τη σημερινή απόφαση του πλημμελειοδικείου του Νέου Καΐρου, η οποία επέβαλε πρόστιμο τριών εκατομμυρίων λιρών στη διευθύντρια σύνταξης του Mada Masr, Λίνα Ατάλα, μαζί με το κλείσιμο της ιστοσελίδας και την κατάσχεση του εξοπλισμού της, με την κατηγορία της “διαχείρισης ιστοσελίδας χωρίς άδεια“. Μετά από αυτό, ακολούθησε η κράτηση της Ατάλα από τις δυνάμεις ασφαλείας, χωρίς οι δικηγόροι να έχουν ενημερωθεί για τον τόπο κράτησής της.
Ο πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών, Χάλεντ Ελ Μπάλσι, δήλωσε ότι η Ένωση “βρίσκεται στη διαδικασία λήψης νομικών μέτρων για την άσκηση έφεσης κατά της απόφασης“, επισημαίνοντας αρκετές παρατηρήσεις που κατέγραψε σχετικά με την πορεία της υπόθεσης και όσα συνέβησαν στην Ατάλα, συμπεριλαμβανομένης της ταχύτητας των διαδικασιών που χαρακτήρισε την υπόθεση από την αρχή της· καθώς η διευθύντρια σύνταξης του Mada Masr έλαβε κλήση για ανάκριση στις 19 Οκτωβρίου, εμφανίστηκε ενώπιον της εισαγγελίας στις 21 Οκτωβρίου, σε μια συνεδρίαση που διήρκεσε περισσότερες από έξι ώρες και έληξε με την απελευθέρωσή της με εγγύηση εκατό χιλιάδων λιρών, πριν παραπεμφθεί σε δίκη στις 22 Οκτωβρίου, δηλαδή σε λιγότερο από 24 ώρες από το τέλος της ανάκρισης, ώστε να συγκληθεί η πρώτη συνεδρίαση σήμερα, 27 Οκτωβρίου, και να εκδοθεί η απόφαση πέντε ημέρες μετά την παραπομπή και οκτώ ημέρες μετά την κλήση.
Επίσης, ο Μπάλσι, σε δήλωσή του μέσω του Facebook, επεσήμανε ότι οι διαδικασίες της υπόθεσης και όσα ακολούθησαν εγείρουν άλλα ερωτήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν σοβαρά με την άσκηση έφεσης, όπως η ουσία της κατηγορίας και η παράβλεψη των ισχυρισμών των δικηγόρων, σύμφωνα με όσα ανακοίνωσε η ομάδα υπεράσπισης, επισημαίνοντας παράλληλα την παραβίαση των μέτρων που λήφθηκαν κατά της ιστοσελίδας όσον αφορά τον νόμο για τη ρύθμιση του τύπου και τον εκτελεστικό του κανονισμό, τονίζοντας τη συνέχιση της δικαστικής οδού και την προσφυγή σε όλες τις νομικές και συνδικαλιστικές οδούς για την υπεράσπιση της Ατάλα, του δικαιώματος της κοινωνίας και του “δικαιώματος όλων μας σε μια ενημέρωση που μας αξίζει“.
Ο Μπαλσί τόνισε ότι η ένωση, επιβεβαιώνοντας τη δέσμευσή της να υπερασπιστεί την ελευθερία και την πολυφωνία στα μέσα ενημέρωσης, επιμένει στα αιτήματά της για ελεύθερη κυκλοφορία των εντύπων και των μέσων, ανοίγοντας το δρόμο για μια ελεύθερη δημοσιογραφία χωρίς περιορισμούς. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι θα εξαντληθεί κάθε διαθέσιμο νομικό μέσο και ότι η ένωση θα σταθεί στο πλευρό της Ατάλα και όλων των ενημερωτικών ιστοσελίδων, αξιοποιώντας κάθε νόμιμη και συνδικαλιστική διαδικασία. Σημείωσε επίσης ότι όσα έγιναν σήμερα χτυπούν ένα καμπανάκι κινδύνου που μας καλεί όλους σε εγρήγορση, καθώς στέλνουν το ακριβώς αντίθετο μήνυμα από τα αιτήματα των επιτροπών για την αναβάθμιση του επαγγέλματος, του Εθνικού Διαλόγου και της επιτροπής για την ανάπτυξη των media. Αυτοί οι φορείς ζητούν την κατάργηση των εμποδίων στη δημοσιογραφική εργασία και τονίζουν την ανάγκη για ανεξάρτητα, ελεύθερα και πολυσυλλεκτικά μέσα ενημέρωσης που θα εκφράζουν κάθε κομμάτι της κοινωνίας, μέσα σε ένα πλαίσιο ελεύθερης κοινωνίας πολιτών και αυτόνομων θεσμών
Το πρώην μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Ένωσης Συντακτών, Αλάα Ελ Ατάρ, θεώρησε ότι η κράτηση της Ατάλα υπό αυτές τις συνθήκες είναι καταδικαστέα και πρωτοφανής, τονίζοντας ότι παρ’ όλες τις εκπλήξεις των περασμένων ετών, η σημερινή επίθεση ξεπερνά τη φαντασία, είναι σοκαριστική και λυπηρή και ανέβασε το επίπεδο της κρίσης και της έντασης χωρίς δικαιολογία. Ο Ελ Ατάρ, πρώην διευθυντής σύνταξης του περιοδικού Al-Ahram Al-Arabi, διερωτήθηκε: προς το συμφέρον τίνος γίνεται αυτή η συγκρουσιακή, επιθετική και απαράδεκτη συμπεριφορά κατά του τύπου και συγκεκριμένα του γραπτού λόγου;
Η Επιτροπή Προστασίας Δημοσιογράφων από την πλευρά της καταδίκασε την απόφαση, ζήτησε την ακύρωσή της και την άμεση απελευθέρωση της Ατάλα, καθώς και τον τερματισμό της κλιμακούμενης, όπως την χαρακτήρισε, εκστρατείας κατά του ανεξάρτητου τύπου στην Αίγυπτο. Η περιφερειακή της διευθύντρια, Σάρα Καντάχ, δήλωσε ότι η απόφαση αποτελεί “καταστροφικό πλήγμα για την ελευθερία του τύπου” και ένα μήνυμα που στοχεύει στη διάλυση των ανεξάρτητων μέσων ενημέρωσης, ενώ η Επιτροπή χαρακτήρισε τη δίκη “παρωδία που στερήθηκε τους βασικότερους κανόνες μιας δίκαιης δίκης και καταπάτησε τα δικαιώματα της Ατάλα και της ομάδας υπεράσπισής της“.
Με τη σειρά της, η Διεθνής Αμνηστία χαρακτήρισε τη σημερινή απόφαση “συντριπτικό πλήγμα για την ελευθερία του τύπου στην Αίγυπτο” και μια “μαύρη μέρα για την ανεξάρτητη δημοσιογραφία“, προσθέτοντας ότι οι αιγυπτιακές αρχές στέλνουν με αυτόν τον τρόπο ένα σαφές μήνυμα ότι η ανεξάρτητη δημοσιογραφία δεν θα γίνει ανεκτή. Ανέφερε επίσης ότι η απόφαση αποτελεί το αποκορύφωμα χρόνων παρενοχλήσεων και αυθαίρετων μέτρων που στοχεύουν στη φίμωση μιας από τις τελευταίες ανεξάρτητες φωνές των μέσων ενημέρωσης στη χώρα, διευκρινίζοντας ότι η Ατάλα δεν έπρεπε εξαρχής να διωχθεί ποινικά για την άσκηση του δικαιώματός της στην ελευθερία της έκφρασης, και κάλεσε για την άμεση ακύρωσή της, τη διακοπή του αναγκαστικού κλεισίματος της ιστοσελίδας και τον τερματισμό της συστηματικής δίωξης των δημοσιογράφων.
Η Διεθνής Αμνηστία σημείωσε ότι η ιστοσελίδα είχε επανειλημμένα επιδιώξει να λάβει άδεια μετά την έκδοση του νόμου για τα μέσα ενημέρωσης το 2018, αλλά οι αρχές απέρριψαν το αίτημά της ή δεν απάντησαν σε αυτό. Παράλληλα, η οργάνωση τόνισε ότι ο γρήγορος ορισμός της ανάκρισης και της δίκης, η άρνηση του δικαστή να δώσει αναβολή ώστε να προετοιμαστεί η υπεράσπιση, καθώς και η απόρριψη κάθε άλλου αιτήματος (όπως η κατάθεση νέων εγγράφων και η κλήση μαρτύρων), προκαλούν σοβαρά ερωτηματικά για το αν τηρήθηκαν οι προβλεπόμενες διαδικασίες. Η οργάνωση υπογράμμισε ότι το κλείσιμο ενός μέσου ενημέρωσης δεν αποτελεί αναλογική απάντηση στη λειτουργία του χωρίς άδεια, και ότι τα διεθνή πρότυπα για τα ανθρώπινα δικαιώματα απαγορεύουν τη χρήση των συστημάτων αδειοδότησης ως μέσο προληπτικής λογοκρισίας ή διάκρισης ανάμεσα στα μέσα που ευνοούν οι κυβερνήσεις και σε εκείνα που επιθυμούν να φιμώσουν
Από την πλευρά της, η Αιγυπτιακή Επιτροπή για τα Δικαιώματα και τις Ελευθερίες καταδίκασε την απόφαση κλεισίματος του Mada Masr και κατάσχεσης του εξοπλισμού του, λόγω της άμεσης απειλής που συνιστά για το δικαίωμα των εργαζομένων του οργανισμού στην εργασία και την πηγή του βιοπορισμού τους, καθώς και για το πλήγμα στην ελευθερία του τύπου. Θεώρησε ότι η απόφαση τιμωρεί έναν οργανισμό που επεδίωξε να λάβει άδεια από το 2018 και επιβαρύνει τους εργαζόμενους με τις συνέπειες της καθυστέρησης του κράτους να διευθετήσει το αίτημα αδειοδότησης, απειλώντας τους με αυθαίρετο στερητικό αποκλεισμό από την εργασία.
Στη σημερινή συνεδρίαση, ο πρόεδρος της έδρας, δικαστής Μοχάμεντ Μουμπάρακ, απαίτησε επίμονα από τους δικηγόρους της Ατάλα να μελετήσουν τη δικογραφία εκείνη ακριβώς την ώρα μέσα στην αίθουσα, την ίδια στιγμή που εκείνοι ζητούσαν χρόνο για να ενημερωθούν. Ο Μουμπάρακ διέκοψε τη δίκη και επέστρεψε μετά από περίπου μία ώρα. Στο διάστημα αυτό, η αίθουσα είχε αδειάσει από τον κόσμο και είχε γεμίσει με αστυνομικούς, ενώ μέσα είχαν απομείνει μόνο η Ατάλα και η νομική της ομάδα. Τότε ο δικαστής τούς αιφνιδίασε όλους διορίζοντας έναν εντελώς άγνωστο δικηγόρο για να την υπερασπιστεί, αγνοώντας πλήρως τους οκτώ δικούς της δικηγόρους που ήταν παρόντες. Ο ίδιος δεν έλαβε υπόψη ούτε τις ενστάσεις των συνηγόρων ούτε την αντίρρηση της ίδιας της κατηγορουμένης για την εκπροσώπησή της από τον άγνωστο δικηγόρο. Στη συνέχεια, ο δικαστής κατέγραψε ο ίδιος τα αιτήματα της υπεράσπισης, παρότι ο διορισθείς δικηγόρος δεν διατύπωσε κανένα αίτημα. Το γεγονός αυτό δεν εμπόδισε τον δικαστή Μουμπάρακ να εκδώσει την προαναφερθείσα απόφαση, η οποία αποτέλεσε το σύνθημα για τα μέλη των δυνάμεων ασφαλείας να περικυκλώσουν την Ατάλα και να την απομακρύνουν διά της βίας από την αίθουσα, ενώ ο τόπος κράτησής της παραμένει άγνωστος μέχρι στιγμής.
Η οργάνωση Human Rights Watch είχε καλέσει σήμερα, πριν από τη συνεδρίαση, τις αιγυπτιακές αρχές να αποσύρουν την υπόθεση, υπενθυμίζοντας τη δήλωση που εκδόθηκε πριν από λίγες ημέρες με την υπογραφή περισσότερων από εκατό οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, η οποία ζητούσε τον τερματισμό της δίωξης της Ατάλα και τη χορήγηση άδειας στην ιστοσελίδα.
Η Ανώτατη Εισαγγελία Κρατικής Ασφάλειας στο Τατζαμούα Ελ Χάμες αποφάσισε σήμερα την ανανέωση της κράτησης των έξι δημοσιογράφων της πλατφόρμας Matsadaqsh για 15 ημέρες, σύμφωνα με όσα δήλωσαν δικηγόροι στο Mada Masr.
Κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης, οι δημοσιογράφοι κατέγραψαν αρκετές καταγγελίες σχετικά με τις συνθήκες κράτησής τους και ζήτησαν να επιτραπούν πλήρως οι επισκέψεις, αφού η ασφάλεια των φυλακών πέταξε περίπου τη μισή ποσότητα τροφίμων που είχαν στείλει οι οικογένειές τους κατά την προηγούμενη επίσκεψη, σύμφωνα με όσα δήλωσαν στο Mada Masr τρεις δικηγόροι που παρέστησαν στη συνεδρίαση, μεταξύ των οποίων η Σάρα Ραμπία και ο Ισλάμ Σαλάμα από την Αιγυπτιακή Πρωτοβουλία για τα Προσωπικά Δικαιώματα.
Οι δημοσιογράφοι ζήτησαν επίσης να τους επιτραπεί ο προαυλισμός και η συναναστροφή με τους υπόλοιπους κρατουμένους, αναφέροντας ότι βγαίνουν για προαυλισμό μόνοι τους και δεν τους επιτρέπεται να μιλούν με κανέναν, καθώς και να επιτραπεί η είσοδος βιβλίων, μυθιστορημάτων και χειμερινών ρούχων, τα οποία, όπως είπαν, η διοίκηση των φυλακών αρνήθηκε να εγκρίνει κατά την τελευταία επίσκεψη.
Πέντε εκ των δημοσιογράφων κρατούνται στις φυλακές “Μπαντρ 1”, ενώ ο έκτος κρατείται στη φυλακή του 10ου Ραμαζανίου “Κέντρο Αναμόρφωσης 4”, στο πλαίσιο της υπόθεσης υπ’ αριθμόν 8083 του έτους 2026 της Εισαγγελίας Κρατικής Ασφάλειας, όπου αντιμετωπίζουν κατηγορίες για “συμμετοχή και χρηματοδότηση τρομοκρατικής ομάδας, καθώς και για διάδοση ψευδών ειδήσεων“.
Οι δυνάμεις ασφαλείας είχαν συλλάβει τους έξι δημοσιογράφους, οι οποίοι αποτελούσαν ολόκληρη τη συντακτική ομάδα του Matsadaqsh, στις 28 και 29 του περασμένου Σεπτεμβρίου, και ο τόπος κράτησής τους παρέμενε άγνωστος για περίπου πέντε ημέρες πριν εμφανιστούν ενώπιον της εισαγγελίας.
Ορισμένοι από αυτούς κατέθεσαν ενώπιον της εισαγγελίας ότι υπέστησαν βασανιστήρια, κακομεταχείριση και εξαναγκασμό σε ομολογίες κατά τη διάρκεια της κράτησής τους στα αρχηγεία της Εθνικής Ασφάλειας, κατηγορίες τις οποίες διέψευσε το Υπουργείο Εσωτερικών, ενώ η εισαγγελία δήλωσε αργότερα ότι οι ιατροδικαστικές εκθέσεις δεν απέδειξαν την ύπαρξη τραυμάτων που να υποδηλώνουν τη χρήση βίας.
ΝΒ. Το άρθρο που οδήγησε στην έφοδο στα γραφεία του Mada Masr και στην κράτηση των δημοσιογράφων του τον Νοέμβριο του 2019 είχε ως θέμα τον Μαχμούντ αλ-Σίσι, τον μεγαλύτερο γιο του Αιγύπτιου προέδρου Αμπντέλ Φατάχ αλ-Σίσι. Το ρεπορτάζ δημοσιεύτηκε στις 20 Νοεμβρίου 2019 με τίτλο: “Ο μεγαλύτερος γιος του Προέδρου, Μαχμούντ αλ-Σίσι, απομακρύνεται από ισχυρή θέση στις υπηρεσίες πληροφοριών και μετατίθεται σε διπλωματική αποστολή στη Ρωσία”. Σύμφωνα με τις πηγές του μέσου, η απόφαση αυτή ελήφθη επειδή η ηγεσία έκρινε ότι είχε αποτύχει να διαχειριστεί αποτελεσματικά μια σειρά από κρίσιμα καθήκοντα (όπως ο έλεγχος των κρατικών ΜΜΕ και η αντιμετώπιση των αντικυβερνητικών διαδηλώσεων του Σεπτεμβρίου του 2019), γεγονός που είχε αρχίσει να βλάπτει τη δημόσια εικόνα του ίδιου του προέδρου. Η δημοσίευση αυτή άγγιξε ένα θέμα-ταμπού για την αιγυπτιακή κυβέρνηση, προκαλώντας άμεση αντίδραση: στις 23 Νοεμβρίου 2019, αστυνομικοί συνέλαβαν στο σπίτι του τον συντάκτη του Mada Masr, Σάντι Ζαλάτ. Στις 24 Νοεμβρίου 2019, δυνάμεις ασφαλείας εισέβαλαν στα γραφεία του μέσου στο Κάιρο, κατέσχεσαν εξοπλισμό και τηλέφωνα και προχώρησαν στην κράτηση της αρχισυντάκτριας Λίνας Ατάλα, καθώς και των δημοσιογράφων Μοχάμεντ Χαμάμα και Ράνα Μαμντούχ. Μετά από διεθνείς πιέσεις και έντονες αντιδράσεις από οργανώσεις προστασίας της ελευθεροτυπίας, όλοι οι δημοσιογράφοι αφέθηκαν ελεύθεροι λίγες ώρες αργότερα.















