Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Η αντίδραση της Κομισιόν στη συμφωνία Τραμπ-Πούτιν: «Δεν θέλουμε να τροφοδοτήσουμε τον πόλεμο κατά της Ουκρανίας»


«Η Ευρωπαϊκή Ένωση μειώνει την εξάρτησή της από τα ρωσικά ορυκτά καύσιμα και θα συνεχίσει να το κάνει με αποφασιστικότητα».

Αυτό δήλωσε εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στο ιταλικό πρακτορείο ειδήσεων ANSA, ερωτηθείς για τη συμφωνία που ανακοίνωσε ο Ντόναλντ Τραμπ με τον Βλαντιμίρ Πούτιν, η οποία θα επιτρέψει τις εξαγωγές ρωσικού diesel στις ΗΠΑ και τις διεθνείς αγορές.

«Η Ευρώπη γνωρίζει πολύ καλά το κρυφό κόστος που συνδέεται με την υπερβολική εξάρτηση από τους ρωσικούς υδρογονάνθρακες. Και η Ευρώπη δεν θέλει να τροφοδοτήσει τον πόλεμο της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας. Εξακολουθούμε να θεωρούμε αναγκαία μια κατάπαυση του πυρός που θα προστατεύει τις παγκόσμιες προμήθειες τροφίμων και τις ενεργειακές υποδομές στην Ουκρανία και τη Ρωσία», τόνισε ο εκπρόσωπος της Κομισιόν.

Τι προβλέπει η συμφωνία των δύο ηγετών

Ο Τραμπ ανακοίνωσε στις 9 Οκτωβρίου ότι η Ρωσία θα διαθέσει άμεσα περισσότερους από 300.000 τόνους diesel στις αμερικανικές και διεθνείς αγορές. Σύμφωνα με την ανακοίνωσή του, επιπλέον 500.000 τόνοι αναμένεται να διατεθούν τον Νοέμβριο, με νέες ποσότητες να ακολουθούν στη συνέχεια. Ο Αμερικανός πρόεδρος παρουσίασε τη συμφωνία ως μέτρο για την αποκλιμάκωση των υψηλών τιμών των καυσίμων, οι οποίες έχουν αυξηθεί εν μέσω του πολέμου στο Ιράν.

Παράλληλα, το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών ανακοίνωσε την έκδοση προσωρινής άδειας έξι μηνών, η οποία προβλέπει εξαίρεση από τις κυρώσεις για συγκεκριμένες παραδόσεις ρωσικού diesel που είχαν φορτωθεί σε δεξαμενόπλοια έως τις 9 Οκτωβρίου. Το μέτρο επιτρέπει τη διάθεση των συγκεκριμένων φορτίων στην αγορά χωρίς την εφαρμογή των σχετικών αμερικανικών κυρώσεων έως τον Απρίλιο του 2027.

Ωστόσο, παραμένουν αδιευκρίνιστες ορισμένες βασικές λεπτομέρειες της συμφωνίας, μεταξύ των οποίων ο τρόπος πληρωμής των φορτίων και το χρονοδιάγραμμα των παραδόσεων. Δεν έχει επίσης διευκρινιστεί αν υπήρξαν ανταλλάγματα από την αμερικανική πλευρά προς τη Μόσχα.

Η απόφαση σηματοδοτεί αλλαγή στάσης από την Ουάσιγκτον, καθώς οι κυρώσεις σε βάρος της Ρωσίας είχαν στόχο να περιορίσουν τα έσοδα από τις εξαγωγές ενεργειακών προϊόντων, τα οποία συμβάλλουν στη χρηματοδότηση του πολέμου στην Ουκρανία.

Η αντίδραση Ζελένσκι

Έντονα επικριτικός απέναντι στη συμφωνία εμφανίστηκε ο πρόεδρος της Ουκρανίας, Βολοντίμιρ Ζελένσκι, υποστηρίζοντας ότι η χαλάρωση των περιορισμών στις εξαγωγές ρωσικών καυσίμων ενισχύει οικονομικά τη Μόσχα και δυσχεραίνει τις προσπάθειες τερματισμού του πολέμου.

«Τα δώρα στον Πούτιν δεν θα φέρουν ειρήνη ούτε θα ωφελήσουν τον πολιτισμένο κόσμο», έγραψε σε ανάρτησή του, προσθέτοντας ότι η Ρωσία θα «ανταποδώσει» τη συμφωνία με περισσότερη τρομοκρατία και δόλο.

Σε συνέντευξή του στο Axios, ο Ζελένσκι χαρακτήρισε την απόφαση του Τραμπ «άδικη και ανέντιμη», εκφράζοντας την απογοήτευσή του για την επιλογή της Ουάσιγκτον να χαλαρώσει μονομερώς τους περιορισμούς προς όφελος της Ρωσίας.

Ο Ουκρανός πρόεδρος προειδοποίησε επίσης ότι τα πρόσθετα έσοδα από τις εξαγωγές ενεργειακών προϊόντων θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν για τη συνέχιση των πολεμικών επιχειρήσεων. Όπως υποστήριξε, τα χρήματα αυτά θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν την προμήθεια εξαρτημάτων και εξοπλισμού για την παραγωγή όπλων, την αναβάθμιση μη επανδρωμένων αεροσκαφών και την κατασκευή πυραύλων.

Η ανακοίνωση της συμφωνίας έγινε ενώ αντιπροσωπεία της Ουκρανίας βρισκόταν στις ΗΠΑ για συνομιλίες με Αμερικανούς αξιωματούχους σχετικά με τις προοπτικές τερματισμού του πολέμου. Η χρονική συγκυρία ενίσχυσε τη δυσαρέσκεια του Κιέβου, καθώς η απόφαση της Ουάσιγκτον ανακοινώθηκε την ώρα που βρίσκονταν σε εξέλιξη οι διπλωματικές επαφές.

Ο Ζελένσκι υποστήριξε ότι η χαλάρωση των κυρώσεων στέλνει λάθος μήνυμα στη Μόσχα, καθώς, αντί να αυξάνει την πίεση για τον τερματισμό των εχθροπραξιών, της δίνει τη δυνατότητα να συνεχίσει να χρηματοδοτεί τον πόλεμο.

Αμφιβολίες για την επίδραση στις τιμές

Παρότι η συμφωνία παρουσιάστηκε από τον Τραμπ ως μέσο για τη μείωση των τιμών των καυσίμων στις ΗΠΑ, αναλυτές αμφισβητούν το κατά πόσο οι συγκεκριμένες ποσότητες θα έχουν ουσιαστική επίδραση στην αγορά. Επισημαίνουν ότι η διάθεση ρωσικού diesel ενδέχεται να ανακατανείμει τις υπάρχουσες προμήθειες μεταξύ αγοραστών, χωρίς να αυξήσει αναγκαστικά τη συνολική προσφορά σε αντίστοιχο βαθμό.

Την ίδια ώρα, η συμφωνία επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα της αποτελεσματικότητας των κυρώσεων κατά της Ρωσίας και της ισορροπίας μεταξύ της ανάγκης για χαμηλότερες τιμές ενέργειας και της προσπάθειας περιορισμού των εσόδων που χρηματοδοτούν τον πόλεμο στην Ουκρανία.



Πηγή: www.lifo.gr