Η Αμερικανίδα ιστορικός Μπεθ Λιου-Γουίλιαμς, καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Πρίνστον, κέρδισε το φετινό Cundill History Prize, που συνοδεύεται από χρηματικό έπαθλο 75.000 δολαρίων, για το βιβλίο της «John Doe Chinaman: A Forgotten History of Chinese Life under American Racial Law». Η απονομή έγινε το βράδυ της Παρασκευής 23 Οκτωβρίου στο Μόντρεαλ, όπου η κριτική επιτροπή αναγνώρισε την πρωτοτυπία μιας έρευνας που έφερε στο φως περισσότερους από 5.000 νόμους εις βάρος των Κινέζων μεταναστών στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η έρευνα της Λιου-Γουίλιαμς καλύπτει την περίοδο από τα μέσα του 19ου αιώνα μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1920. Σε πολιτείες όπως η Καλιφόρνια, το Όρεγκον και η Ουάσινγκτον, οι τοπικές αρχές είχαν θεσπίσει χιλιάδες περιορισμούς που καθόριζαν πού μπορούσαν να εργαστούν οι Κινέζοι μετανάστες, αν είχαν δικαίωμα να αποκτήσουν περιουσία, να ανοίξουν επιχείρηση, να στείλουν τα παιδιά τους στο σχολείο ή να διατηρήσουν τις οικογενειακές και πολιτισμικές τους συνήθειες.
Οι διακρίσεις είχαν αρχίσει πολύ πριν από τον ομοσπονδιακό νόμο του 1882, που απαγόρευσε την είσοδο Κινέζων εργατών στις ΗΠΑ. Ήδη από το 1852, η Καλιφόρνια είχε επιβάλει ειδικό φόρο στους ξένους χρυσοθήρες, με στόχο την εκμετάλλευση της εργασίας των Κινέζων μεταναστών. Ακολούθησαν δεκαετίες περιορισμών, τους οποίους εφάρμοζαν όχι μόνο αστυνομικοί και δικαστές αλλά και φοροεισπράκτορες, εκπαιδευτικοί και τοπικοί αξιωματούχοι.
Για να ανασυνθέσει αυτή την ιστορία, η Λιου-Γουίλιαμς αναζήτησε στοιχεία σε δεκάδες τοπικά αρχεία, δικαστήρια και ιστορικές συλλογές της αμερικανικής Δύσης. Σε συνεργασία με την ερευνήτρια Χάνα Πόστελ αξιοποίησε μεθόδους ποσοτικής ανάλυσης για να καταγράψει και να ταξινομήσει τους νόμους. Έτσι μπόρεσε να αποτυπώσει την έκταση ενός συστήματος διακρίσεων που δεν περιοριζόταν στα σύνορα ή στην απαγόρευση της μετανάστευσης, αλλά επηρέαζε σχεδόν κάθε πλευρά της καθημερινής ζωής.
Πίσω από τους νόμους, όμως, βρίσκονταν άνθρωποι που σπάνια είχαν θέση στην επίσημη ιστορία. Η συγγραφέας αναφέρει την περίπτωση ενός Κινέζου κουρέα τον οποίο ένας φοροεισπράκτορας απείλησε ότι θα του κόψει την παραδοσιακή μακριά πλεξούδα του, καθώς και την ιστορία της Ρούμπι Τσανγκ, μιας γυναίκας που προσπάθησε να καθίσει σε ένα θέατρο. Τέτοιες καθημερινές συγκρούσεις με τις κοινωνικές διακρίσεις αποτελούν σημαντικό μέρος του βιβλίου.
Ο τίτλος «John Doe Chinaman» προέρχεται από τις απρόσωπες και υποτιμητικές ονομασίες με τις οποίες καταγράφονταν συχνά οι Κινέζοι στα επίσημα έγγραφα. Στη θέση των πραγματικών τους ονομάτων εμφανίζονταν γενικοί χαρακτηρισμοί όπως «John Doe Chinaman» ή «Mary Chinaman». Η ιστορικός αναζητά τις ζωές πίσω από αυτές τις καταχωρίσεις, καταγράφοντας όχι μόνο τις διακρίσεις αλλά και τους τρόπους με τους οποίους οι Κινέζοι μετανάστες αντιστάθηκαν, προσέφυγαν στα δικαστήρια και διεκδίκησαν τα δικαιώματά τους.
Η πρόεδρος της κριτικής επιτροπής, Έμιλι Γκρίνγουντ, καθηγήτρια του Χάρβαρντ, εξήρε τον συνδυασμό ιστορικής αφήγησης και ανάλυσης μεγάλου όγκου δεδομένων. Το βιβλίο, σύμφωνα με την επιτροπή, αποκαθιστά τη φωνή ανθρώπων που είχαν περιοριστεί σε ανώνυμα στερεότυπα και προσφέρει μια νέα ανάγνωση της ιστορίας των φυλετικών διακρίσεων στις ΗΠΑ.
Το «John Doe Chinaman» κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβριο του 2025 από τις εκδόσεις Belknap του Harvard University Press και είχε ήδη κερδίσει το Bancroft Prize τον Μάρτιο του 2026. Το Cundill History Prize, που απονέμεται υπό την αιγίδα του Πανεπιστημίου ΜακΓκιλ, αποτελεί μία από τις σημαντικότερες διεθνείς διακρίσεις για βιβλία ιστορίας. Οι άλλοι δύο φιναλίστ της φετινής διοργάνωσης, Τζόναθαν Τσενγκ και Αλεξάντερ Λι, θα λάβουν από 10.000 δολάρια.
Με στοιχεία από The Bookseller, Princeton University















