Η ΠΑΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ένα νησί που λατρεύω και επισκέπτομαι εδώ και πολλά χρόνια. Την έχω ζήσει από φοιτητής, σε εποχές που το καλοκαίρι έμοιαζε ακόμη με καλοκαίρι και το νησί διατηρούσε κάτι από εκείνη την αίσθηση του τόπου που δεν είχε ακόμη παραδοθεί ολοκληρωτικά στη βιομηχανία του τουρισμού. Τα τελευταία χρόνια, όμως, έχω δει με τα μάτια μου μια αλλαγή που δύσκολα μπορεί κανείς να αγνοήσει: την απίστευτη υπερδόμηση, την πίεση πάνω στο φυσικό τοπίο, την αδιάκοπη επέκταση ενός μοντέλου ανάπτυξης που μοιάζει να μην έχει άλλο όριο από το πόσο ακόμη μπορεί να χτιστεί.
Και τώρα η φωτιά. Η φωτιά καίει, το νησί δοκιμάζεται για ακόμη μία χρονιά και εμείς παρακολουθούμε ξανά το ίδιο έργο. Στην αρχή η φωτιά υποτιμάται, μετά η κατάσταση «εκτιμάται», ύστερα όλοι αναζητούν ευθύνες και στο τέλος μένει η στάχτη. Και μαζί της, οι γνωστές δηλώσεις για το πόσο δύσκολες ήταν οι συνθήκες, για τους ανέμους, για την κλιματική κρίση, για όλα όσα δεν μπορούσαν να προβλεφθούν.
Ο τουρισμός δεν χτίζεται μόνο με ξενοδοχεία, βίλες και πισίνες. Χτίζεται με δρόμους που αντέχουν, με νερό, με αποχέτευση, με υποδομές, με πολιτική προστασία, με σχέδιο για τις φωτιές, με προστασία του φυσικού περιβάλλοντος. Κυρίως, χτίζεται με την ικανότητα να προστατεύεις αυτό που πουλάς.
Ωστόσο, αυτό που δεν πρέπει να ξεχνάμε είναι ότι η Πάρος δεν είναι μια αφηρημένη κουκκίδα στον χάρτη. Πρόκειται για έναν υπέροχο, ζωντανό τόπο που τα τελευταία χρόνια χτίζεται με ρυθμούς που αναμφίβολα ξεπερνούν τις αντοχές του. Πιέζεται από την άναρχη ανάπτυξη, από την τουριστική υπερφόρτωση, από την ανάγκη να χωρέσουν όλο και περισσότεροι άνθρωποι σε έναν τόπο που πρακτικά δεν μπορεί να μεγαλώσει. Και την ίδια στιγμή, κάθε καλοκαίρι βρίσκεται αντιμέτωπος με ολοένα μεγαλύτερους κινδύνους.
Υπάρχει μια αντίφαση που κάποια στιγμή πρέπει να κοιτάξουμε κατάματα. Μιλάμε διαρκώς για τουριστική ανάπτυξη, για επενδύσεις, για νέες υποδομές, για ένα νησί που πρέπει να προσελκύει όλο και περισσότερους επισκέπτες. Όμως ο τουρισμός δεν χτίζεται μόνο με ξενοδοχεία, βίλες και πισίνες. Χτίζεται με δρόμους που αντέχουν, με νερό, με αποχέτευση, με υποδομές, με πολιτική προστασία, με σχέδιο για τις φωτιές, με προστασία του φυσικού περιβάλλοντος. Κυρίως, χτίζεται με την ικανότητα να προστατεύεις αυτό που πουλάς.
Δεν θα ξεχάσω ποτέ μια μέρα που έφυγα από τον Αμπελά για να πάω στη Νάουσα και, στον δρόμο, ένα παιδί είχε ένα ατύχημα με τη μοτοσικλέτα του. Το χειρότερο ήταν πως, όταν επέστρεψα, το παιδί βρισκόταν ακόμη εκεί, πεσμένο στο έδαφος, περιμένοντας το ασθενοφόρο. Μια εικόνα που δεν μπορείς εύκολα να ξεχάσεις και που, πέρα από όλα τα άλλα, σε κάνει να αναρωτιέσαι τι σημαίνει πραγματικά να έχεις υποδομές και υπηρεσίες που μπορούν να ανταποκριθούν στις ανάγκες ενός τόπου που κάθε καλοκαίρι πολλαπλασιάζει τον πληθυσμό του.
Ως εκ τούτου, αυτό που απαιτείται να σκεφτούμε είναι τι ακριβώς θα προσφέρουμε στον επισκέπτη όταν έχουμε χτίσει κάθε διαθέσιμο τετραγωνικό μέτρο, όταν έχουμε πιέσει κάθε φυσικό πόρο και όταν τα δάση και οι εκτάσεις που κάνουν την Πάρο αυτό που είναι έχουν γίνει στάχτη.
Κάποια στιγμή πρέπει να μιλήσουμε για το αυτονόητο: τι είδους ανάπτυξη είναι αυτή που δεν μπορεί να προστατεύσει αυτό που αναπτύσσει;
Η φωτιά θα περάσει. Οι εικόνες, όμως, θα μείνουν. Και μαζί τους θα μείνει το ερώτημα αν έχουμε καταλάβει, επιτέλους, ότι η πραγματική πρόκληση δεν είναι πόσο ακόμη μπορούμε να χτίσουμε, αλλά πόσο ακόμη και πόσους ανθρώπους μπορεί να αντέξει αυτός ο τόπος.
Γιατί η Πάρος δεν χρειάζεται να γίνει κάτι άλλο. Δεν χρειάζεται να γίνει ένας ακόμη προορισμός μαζικού τουρισμού, ίδιος με τόσους άλλους. Χρειάζεται, απλώς, να παραμείνει Πάρος.
Και αυτό, τελικά, ίσως είναι το πιο δύσκολο αναπτυξιακό σχέδιο απ’ όλα.















