Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Οι γυναίκες βιώνουν περισσότερο πόνο σε ολόκληρο το σώμα σε σύγκριση με τους άνδρες, αναφέρει μελέτη


Μια νέα, μεγάλης κλίμακας παγκόσμια μελέτη διαπίστωσε ότι οι γυναίκες αναφέρουν ότι υποφέρουν από περισσότερο πόνο σε σχέση με τους άνδρες.

Αυτό ίσχυε για όλους τους τύπους πόνου που μέτρησαν οι ερευνητές και έρχεται εν μέσω της συνεχιζόμενης ανησυχίας για το «χάσμα πόνου μεταξύ των φύλων», το οποίο σημαίνει ότι οι γυναίκες έχουν λιγότερες πιθανότητες να τους συνταγογραφηθούν τα αναλγητικά που χρειάζονται.

Ερευνητές από όλο τον κόσμο πραγματοποίησαν «μία από τις μεγαλύτερες προσπάθειες εναρμόνισης στην επιδημιολογία του πόνου μέχρι σήμερα». Συγκεντρώθηκαν δεδομένα από περισσότερα από 6 εκατομμύρια άτομα από 118 χώρες, από το 1990 έως το 2025, τα οποία περιλάμβαναν άτομα ηλικίας από πέντε έως πάνω από 100 ετών.

Αυξημένα τα ποσοστά πόνου στις γυναίκες σε σχέση με τους άνδρες

Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Nature Medicine, εξέτασε τον τρόπο με τον οποίο ο πόνος, ως η κύρια παγκόσμια αιτία αναπηρίας, κατανέμεται τόσο σε παγκόσμιο επίπεδο όσο και σε όλη τη διάρκεια της ανθρώπινης ζωής.

Διαπιστώθηκε ότι ο πόνος που ανέφεραν οι ίδιες οι γυναίκες σε 11 περιοχές του σώματος – κεφάλι, πρόσωπο, λαιμό ή ώμο, πόδι ή αστράγαλο, χέρι ή καρπό, αγκώνα, στήθος, πλάτη, στομάχι ή κοιλιά, ισχίο και γόνατο – ήταν υψηλότερος σε σύγκριση με τους άνδρες.

Αυτό ίσχυε ιδιαίτερα για τον πονοκέφαλο, τον πόνο στο πρόσωπο και τον κοιλιακό πόνο.

Τόσο για τους άνδρες όσο και για τις γυναίκες, η πιο απότομη αύξηση του πόνου παρατηρήθηκε πριν τα άτομα συμπληρώσουν τα 55 έτη, ενώ στη συνέχεια κορυφώθηκε στα 75 έτη ή μετά, με τον πόνο στην πλάτη, το ισχίο και το γόνατο να αυξάνεται καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής.

Αυτό υποδηλώνει «ότι ένα σημαντικό μέρος του φορτίου του πόνου κατά τη διάρκεια της ζωής αναπτύσσεται κατά την ενήλικη ζωή σε ηλικία εργασίας», έγραψαν οι ερευνητές.

Περίπου το 40% των συμμετεχόντων ανέφερε πόνο στην πλάτη, ενώ ο πόνος στο πρόσωπο ήταν ο πιο σπάνιος, με ποσοστό 2%.

Ο «χάρτης» του πόνου

Τα άτομα που ζούσαν στις περιοχές με τον χαμηλότερο Δείκτη Ανθρώπινης Ανάπτυξης παρουσίαζαν σημαντικά «υψηλότερη συχνότητα σωματικού πόνου στα τελευταία χρόνια της ζωής τους» και σχεδόν διπλάσια ποσοστά οσφυαλγίας στην τρίτη ηλικία.

Ο πόνος υψηλής έντασης έφτασε στο αποκορύφωμά του περίπου στα 50, ενώ ο γενικευμένος πόνος έφτασε στο αποκορύφωμά του γύρω στα 70.

«Συνολικά, τα αποτελέσματά μας υποδηλώνουν ότι, αν και η πιθανότητα εμφάνισης οποιουδήποτε πόνου αυξάνεται σταθερά με την ηλικία, οι πιο έντονες μορφές πόνου ακολούθησαν μια καμπύλη σε σχήμα ανεστραμμένου U, φτάνοντας στο αποκορύφωμά τους στα μέσα έως τα τέλη της ενήλικης ζωής πριν αρχίσουν να μειώνονται», έγραψαν οι συγγραφείς της μελέτης.

«Αυτή η διάκριση, μεταξύ της συσσώρευσης πόνου και του πόνου που εντείνεται και στη συνέχεια υποχωρεί, έχει άμεσες επιπτώσεις στο πού πρέπει να επικεντρωθούν η πρόληψη και η φροντίδα καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής».

Οι συγγραφείς ανέφεραν ότι οι τρέχουσες εκτιμήσεις επικεντρώνονται στις διαγνώσεις, κάτι που μπορεί να σημαίνει ότι τα άτομα με περιορισμένη πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη παραλείπονται, και γι’ αυτό ανέλυσαν τα ποσοστά του πόνου που αναφέρουν οι ίδιοι οι ασθενείς. Αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για πιο δίκαιες προσπάθειες παρακολούθησης και πρόληψης, έγραψαν.

«Οι τροχιές διέφεραν σημαντικά ανάλογα με τον φαινότυπο: ο πονοκέφαλος, ο κοιλιακός πόνος και ο πόνος στο πρόσωπο κορυφώθηκαν νωρίτερα στη ζωή πριν αρχίσουν να μειώνονται, ενώ ο μυοσκελετικός πόνος γενικά αυξανόταν προοδευτικά με την ηλικία», έγραψαν.

«Στις μυοσκελετικές περιοχές, ο πόνος στο άνω μέρος του σώματος (συμπεριλαμβανομένου του αυχένα, του ώμου και του αγκώνα) κορυφώθηκε περίπου στα μέσα της ζωής και στη συνέχεια μειώθηκε, ενώ ο πόνος στο κάτω μέρος του σώματος (συμπεριλαμβανομένης της πλάτης, του ισχίου και του γόνατος) συνέχισε να αυξάνεται καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής, κάτι που συνάδει με τον μεγαλύτερο ρόλο του φορτίου στις περιοχές που φέρουν το βάρος του σώματος».

Τι εντόπισε η έρευνα

Η μελέτη διαπίστωσε ότι το 18,3% του συνολικού φορτίου πόνου σε παγκόσμιο επίπεδο οφειλόταν στο κάπνισμα, την παχυσαρκία και τα χαμηλά εισοδήματα των νοικοκυριών. Το ποσοστό αυτό κυμαινόταν από 12,6% στην υποσαχάρια Αφρική έως 27,1% στην Ανατολική Ευρώπη.

Στην Ωκεανία, το 6,6% των περιπτώσεων πόνου αποδιδόταν στο κάπνισμα, σε σύγκριση με το 2,5% στην υποσαχάρια Αφρική και το 8,5% στην Ανατολική Ευρώπη, ενώ το 11,2% των περιπτώσεων πόνου αποδιδόταν στην παχυσαρκία, σε σύγκριση με το 2,7% στην Κεντρική και Νότια Ασία και το 14,6% στη Βόρεια Αμερική. Επίσης, το 8% αποδιδόταν στα χαμηλότερα εισοδήματα, σε σύγκριση με το 6,6% στην υποσαχάρια Αφρική και το 8,6% στην Ανατολική Ευρώπη.

Οι συγγραφείς σημείωσαν ότι υπήρχαν σημαντικοί περιορισμοί στην έρευνα, οι οποίοι θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις ερμηνείες, αλλά δεν αλλοίωναν τα γενικά μοτίβα. Οι περιορισμοί αυτοί περιλάμβαναν διαφορετικούς τρόπους μέτρησης του πόνου, άνιση κάλυψη μεταξύ των διαφόρων περιοχών και των παλαιότερων και νεότερων ηλικιακών ομάδων, καθώς και το γεγονός ότι περιγράφονταν μοτίβα για συγκεκριμένες ηλικιακές ομάδες, αντί να παρακολουθούνται τα ίδια άτομα σε βάθος χρόνου.

Ο καθηγητής Άντριου Χορν, διευθυντής του Κέντρου Αναπαραγωγικής Υγείας του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου στο Ηνωμένο Βασίλειο, χαρακτήρισε την έρευνα ως μια μελέτη-ορόσημο, η οποία δείχνει ότι οι γυναίκες βιώνουν περισσότερο πόνο από τους άνδρες σε κάθε περιοχή του σώματος που μελετήθηκε.

«Ο πόνος αυξάνεται επίσης πιο απότομα πριν από την ηλικία των 55 ετών, κατά τη διάρκεια των ετών εργασίας, φροντίδας και αναπαραγωγής των γυναικών. Αποτελεί ισχυρή απόδειξη ότι το χάσμα στον πόνο μεταξύ των φύλων είναι πραγματικό, σταθερό και παγκόσμιο. Ωστόσο, ο πόνος των γυναικών εξακολουθεί να αγνοείται πολύ συχνά, να μην ερευνάται επαρκώς και να μην αντιμετωπίζεται κατάλληλα», ανέφερε.

«Η γεφύρωση αυτού του χάσματος σημαίνει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη ο πόνος των γυναικών στις κλινικές, να αναλύονται συστηματικά τα δεδομένα ανά φύλο, να χρηματοδοτείται επαρκώς η έρευνα σχετικά με τις βιολογικές και κοινωνικές αιτίες και να αναπτύσσονται καλύτερες, πιο εξατομικευμένες θεραπείες για τις γυναίκες».

Η καθηγήτρια Ρεμπέκα Σλέιτερ, καθηγήτρια Παιδιατρικής Νευροεπιστήμης στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, συμφώνησε. «Το ανησυχητικό παράδοξο είναι ότι οι γυναίκες βιώνουν περισσότερο πόνο, όμως ο πόνος τους είναι επίσης πιο πιθανό να αγνοηθεί, να διαγνωστεί καθυστερημένα ή να μην αντιμετωπιστεί επαρκώς», ανέφερε. «Αυτή η τεράστια μελέτη δείχνει ότι το μεγαλύτερο βάρος του πόνου στις γυναίκες είναι αξιοσημείωτα σταθερό σε όλο το σώμα και σε έναν εξαιρετικά ποικιλόμορφο παγκόσμιο πληθυσμό».

Με πληροφορίες από Guardian



Πηγή: www.lifo.gr