Τα ονόματα δεκάδων χιλιάδων πληροφοριοδοτών των υπηρεσιών κρατικής ασφάλειας της περιόδου 1945–1989 πρόκειται να δώσει στη δημοσιότητα την Τετάρτη η νέα κυβέρνηση της Ουγγαρίας, υλοποιώντας προεκλογική δέσμευση του Πέτερ Μάγιαρ.
Η απόφαση διευρύνει την πρόσβαση σε αρχεία που παρέμεναν επί δεκαετίες σε μεγάλο βαθμό κλειστά για το κοινό. Παράλληλα, επαναφέρει μια συζήτηση που διατρέχει τη μεταπολιτευτική ιστορία της Ουγγαρίας – πώς αποτιμάται η δράση των υπηρεσιών ασφαλείας, τι αποκαλύπτουν οι φάκελοι για όσους συνεργάστηκαν μαζί τους και πώς επηρεάζονται οι άνθρωποι που ανακαλύπτουν άγνωστες πτυχές της οικογενειακής τους ιστορίας.
Τον Σεπτέμβριο, η κυβέρνηση προώθησε νόμο που άνοιξε τον δρόμο για τη δημοσιοποίηση. Η πρωτοβουλία υποστηριζόταν, σύμφωνα με δημοσκοπήσεις που επικαλείται το δημοσίευμα του Guardian, από περισσότερα από τα δύο τρίτα των πολιτών. Η ανάρτηση των στοιχείων είχε αρχικά προγραμματιστεί για την επέτειο της ουγγρικής εξέγερσης του 1956, αλλά μετατέθηκε για τις 4 Νοεμβρίου.
«Μια δημοκρατική κοινωνία έχει δικαίωμα να γνωρίζει το παρελθόν της», έγραψε στο Facebook ο υπουργός Κοινωνικών Σχέσεων και Πολιτισμού, Ζόλταν Ταρ.
Οι διαφορετικές φάσεις της περιόδου 1945–1989
Τα αρχεία καλύπτουν περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες, στη διάρκεια των οποίων το πολιτικό σύστημα της Ουγγαρίας μεταβλήθηκε σημαντικά.
Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η χώρα βρέθηκε στη σοβιετική σφαίρα επιρροής. Στις εκλογές του Νοεμβρίου 1945 επικράτησε το Κόμμα των Ανεξάρτητων Μικροϊδιοκτητών. Οι κομμουνιστές, ωστόσο, με τη στήριξη της Μόσχας, περιόρισαν σταδιακά τους πολιτικούς αντιπάλους τους και συγκέντρωσαν την εξουσία. Το 1949 εγκαθιδρύθηκε μονοκομματικό σύστημα και υιοθετήθηκε σύνταγμα σοβιετικού τύπου.
Υπό τον Μάτιας Ράκοσι, η ηγεσία ακολούθησε το σταλινικό πρότυπο, με πολιτικές διώξεις και κεντρικό ρόλο των υπηρεσιών ασφαλείας. Μετά τον θάνατο του Στάλιν το 1953, ακολούθησαν εσωκομματικές συγκρούσεις και μεταρρυθμιστικές προσπάθειες υπό τον Ίμρε Νάγκι, οι οποίες ανακόπηκαν το 1955.
Τον Οκτώβριο του 1956 ξέσπασε εξέγερση κατά της πολιτικής καταπίεσης και της σοβιετικής εξάρτησης. Ο Νάγκι επέστρεψε στην πρωθυπουργία, αλλά η σοβιετική στρατιωτική επέμβαση της 4ης Νοεμβρίου κατέστειλε την εξέγερση. Την εξουσία ανέλαβε, με τη στήριξη της Μόσχας, ο Γιάνος Κάνταρ και ακολούθησαν εκτελέσεις και φυλακίσεις.
Σταδιακά, η διακυβέρνηση Κάνταρ πέρασε από την αρχική καταστολή σε μια πολιτική σχετικής χαλάρωσης, με μεγαλύτερα περιθώρια στην καθημερινή και οικονομική ζωή. Η προσέγγιση αυτή έγινε γνωστή ως «κομμουνισμός του γκούλας». Το μονοκομματικό σύστημα και οι μηχανισμοί πολιτικού ελέγχου διατηρήθηκαν, αλλά οι συνθήκες διέφεραν από εκείνες της σταλινικής περιόδου. Η μετάβαση στον πολυκομματισμό πραγματοποιήθηκε το 1989, μέσα από μεταρρυθμίσεις και διαπραγματεύσεις.
Το δίκτυο παρακολούθησης και το άνοιγμα των φακέλων
Οι υπηρεσίες κρατικής ασφάλειας στηρίζονταν σε εκτεταμένο δίκτυο πληροφοριοδοτών για την παρακολούθηση της κοινωνίας και την καταστολή της διαφωνίας. Οι συνθήκες στρατολόγησης δεν ήταν ίδιες για όλους. Ορισμένοι συνεργάζονταν με την υπόσχεση ανταλλαγμάτων, ενώ άλλοι εκβιάζονταν ή εξαναγκάζονταν να δίνουν πληροφορίες για γείτονες, φίλους, συναδέλφους, ακόμη και συγγενείς τους.
Οι φάκελοι φυλάσσονται στα Ιστορικά Αρχεία των Υπηρεσιών Κρατικής Ασφάλειας. Παρά τα επανειλημμένα αιτήματα για δημοσιοποίηση και τις αποσπασματικές διαρροές, μεγάλο μέρος του υλικού παρέμενε απρόσιτο στο ευρύ κοινό.
Η νέα διαδικτυακή βάση δεδομένων θα επιτρέπει την αναζήτηση στοιχείων, διευρύνοντας την πρόσβαση πέρα από τους ερευνητές και τους συγγενείς θυμάτων που μπορούσαν μέχρι σήμερα να συμβουλεύονται τα σχετικά αρχεία.
«Ανοίγουμε διάπλατα μια πόρτα που είχε μείνει μισάνοιχτη», δήλωσε ο ιστορικός Ίστβαν Παπ, επικεφαλής του επιστημονικού τμήματος των αρχείων.
«Ως ιστορικός, συμφωνώ με τη δημοσιοποίηση των φακέλων. Σε προσωπικό επίπεδο, όμως, συμπονώ όσους θα βρεθούν για πρώτη φορά αντιμέτωποι με την ιστορία της οικογένειάς τους», πρόσθεσε.
Στα αρχεία εμφανίζονται τα ονόματα 50.000 έως 60.000 ανθρώπων. Οι ιστορικοί εκτιμούν ότι περίπου το 10% βρίσκεται ακόμη στη ζωή.
Τι αποκαλύπτουν -και τι δεν μπορούν να εξηγήσουν- τα αρχεία
Το υλικό καταλαμβάνει σχεδόν πέντε χιλιόμετρα αρχειακού χώρου. Παρά τον όγκο του, είναι μικρότερο από τις αντίστοιχες συλλογές των πολωνικών και των ρουμανικών υπηρεσιών, σύμφωνα με τον Παπ.
Πολλοί φάκελοι καταστράφηκαν κατά την εξέγερση του 1956. Άλλοι εξαφανίστηκαν κατά τη μετάβαση του 1989, όταν η σταδιακή και σε μεγάλο βαθμό ειρηνική διαδικασία έδωσε στις αρχές χρόνο να καταστρέψουν ενοχοποιητικό υλικό. Τα κενά αυτά περιορίζουν τα συμπεράσματα που μπορούν να εξαχθούν. Σε πολλές περιπτώσεις, παραμένουν άγνωστα τα κίνητρα των πληροφοριοδοτών και η έκταση της συνεργασίας τους.
Για περίπου 9.000 από τα 60.000 πρόσωπα υπάρχουν αναλυτικοί φάκελοι, έλεγχοι ιστορικού και δηλώσεις. Το υλικό αυτό θα δημοσιοποιηθεί τον Φεβρουάριο, αφού απαλειφθούν προσωπικά δεδομένα -μεταξύ άλλων για την υγεία, τις εξαρτήσεις και τη σεξουαλικότητα- καθώς και πληροφορίες που αφορούν τα θύματα.
Η πρόσβαση στα αντίστοιχα αρχεία προχώρησε με διαφορετικούς ρυθμούς στις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ. Στη Γερμανία, τα αρχεία της Στάζι άνοιξαν το 1992, στην Τσεχία το 2003, ενώ η Λετονία δημοσιοποίησε φακέλους πληροφοριοδοτών το 2018.
Ο Μίκλος Κις, επιζών ουγγρικού στρατοπέδου καταναγκαστικής εργασίας και πρόεδρος ένωσης θυμάτων, θεωρεί ότι η Ουγγαρία θα έπρεπε να είχε ακολουθήσει νωρίτερα το γερμανικό παράδειγμα.
«Αν είχε συμβεί αυτό, θα είχαμε τελειώσει πια με αυτή την υπόθεση», δήλωσε, εκφράζοντας παράλληλα τον προβληματισμό του για το πώς μπορεί σήμερα η κοινωνία να διαχειριστεί τις αποκαλύψεις.
Οι οικογένειες απέναντι στις αποκαλύψεις
Ο Αλεξάντερ Φαλούντι, ανεξάρτητος δημοσιογράφος και αγγλικανός ιερέας, διάβασε τους φακέλους της οικογένειάς του πριν από σχεδόν δύο δεκαετίες. Ο παππούς του, ο συγγραφέας Γκιόργκι Φαλούντι, πέρασε περισσότερα από τρία χρόνια σε ουγγρικό στρατόπεδο εργασίας με κατασκευασμένες κατηγορίες. Αργότερα, στην εξορία, έγραψε το βιβλίο «Οι ευτυχισμένες μέρες μου στην κόλαση».
Μια αναφορά τον εξόργισε ιδιαίτερα. Την είχε συντάξει μια Ουγγαρέζα που ζούσε στο Λονδίνο και είχε γίνει φίλη με τη γιαγιά του, την περίοδο που εκείνη πέθαινε από καρκίνο.
«Μετά, όμως, κοίταξα τα στοιχεία της πληροφοριοδότριας. Υπήρχε ένα πραγματικά δυσοίωνο σημείο στον φάκελό της, με ονόματα συγγενών που ζούσαν στην Ουγγαρία, καθώς και στοιχεία για τους ηλικιωμένους γονείς της. Ξαφνικά, ο θυμός μου εξαφανίστηκε. Ένιωσα μόνο βαθιά συμπόνια για εκείνη», είπε.
«Η εξορία ήταν πολύ επώδυνη για την οικογένειά μου, αλλά μας πρόσφερε και ορισμένες ηθικές πολυτέλειες. Αυτό με κάνει διστακτικό στο να κρίνω τους ανθρώπους για όσα έκαναν, όταν ήταν αναγκασμένοι να παραμείνουν στην Ουγγαρία».
Μια συζήτηση που παραμένει δύσκολη
Οι ταυτότητες των συνεργατών των υπηρεσιών απασχολούν εδώ και χρόνια την ουγγρική κοινωνία. Από τη δεκαετία του 2000, αποσπασματικοί κατάλογοι έχουν κατονομάσει πολιτικούς και γνωστούς καλλιτέχνες. Πολλοί αρνήθηκαν ότι είχαν συνεργαστεί, ενώ οι καταγγελίες προκάλεσαν πολιτικές και κυβερνητικές κρίσεις.
Λίγοι πρώην πληροφοριοδότες έχουν μιλήσει δημόσια για την εμπειρία τους. Τον Ιούλιο, το ανεξάρτητο διαδικτυακό περιοδικό θρησκευτικού ενδιαφέροντος Szemlélek τούς κάλεσε να αφηγηθούν την ιστορία τους. Μέχρι στιγμής, κανείς δεν έχει ανταποκριθεί.
Οι κληρικοί αποτελούσαν στόχο των υπηρεσιών και συχνά εκβιάζονταν για να δίνουν πληροφορίες για τις κοινότητές τους. Σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις που παραθέτει το δημοσίευμα, το 7% έως 10% είχε συνεργαστεί με το κράτος.
«Νομίζω ότι πολλοί αισθάνονται πως δεν υπάρχουν και πολλά να πουν», δήλωσε στον Guardian ο διευθυντής του περιοδικού, Σίλαρντ Σένι. «Ή θεωρούν ότι η ιστορία τους είναι τόσο σύνθετη, ώστε δεν μπορούν, δεν θέλουν ή δεν είναι έτοιμοι να την αφηγηθούν» συμπλήρωσε.
Ο ιστορικός Ντόμοκος Σόκολαϊ ελπίζει ότι αυτή τη φορά η δημοσιοποίηση «δεν θα εξελιχθεί σε δημόσια διαπόμπευση, αλλά ο κόσμος θα καταλάβει ότι πρόκειται για σύνθετα ζητήματα».
Ο πατέρας του, Ζόλταν Σόκολαϊ, ποιητής και πολιτικός, κατονομάστηκε ως πληροφοριοδότης σε ανεπίσημο κατάλογο που δημοσιεύθηκε το 2005. Πέθανε το 2020 και ο γιος του δεν έχει ακόμη διαβάσει όλες τις σχετικές αναφορές. Μιλώντας ανοιχτά για το διαγενεακό τραύμα, ο Σόκολαϊ θέλει να βοηθήσει όσους ανακαλύπτουν ότι αγαπημένα τους πρόσωπα υπήρξαν πληροφοριοδότες να αισθανθούν ότι δεν είναι μόνοι και να συζητήσουν όσα βρίσκουν.
«Υπάρχουν τόσα οικογενειακά μυστικά ή τραύματα για τα οποία μπορούμε πλέον να μιλάμε: αν, για παράδειγμα, ο γονιός κάποιου είναι αλκοολικός ή εξαρτημένος από τον τζόγο. Όμως οι άνθρωποι φοβούνται ότι θα κριθούν με βάση τους φακέλους των πληροφοριοδοτών», είπε.
«Ξέρω ότι η αναμέτρηση με την οικογενειακή ιστορία μπορεί να προκαλεί φόβο ή ακόμη και πόνο. Αλλά είναι πάντα καλύτερο να τη γνωρίζεις».















