Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Πώς οι επιστήμονες χρησιμοποιούν τα περιττώματα των κουνουπιών για να εντοπίζουν ιούς


Τα κουνούπια θεωρούνται τα πιο θανατηφόρα ζώα στον κόσμο, εξαιτίας των ασθενειών που μεταδίδουν. Η παρακολούθησή τους θα μπορούσε να βοηθήσει τους επιστήμονες να εντοπίζουν ιούς που κυκλοφορούν στο περιβάλλον, προτού αυτοί αποτελέσουν απειλή για τον άνθρωπο.

Με στόχο να κατανοήσουν καλύτερα τους ιούς και τα βακτήρια που υπάρχουν στο περιβάλλον, ο Ντάνα Πράις, εντομολόγος στο Πανεπιστήμιο Ράτγκερς των ΗΠΑ, ανέπτυξε ένα εργαλείο για την ανάλυση των απεκκρίσεων των κουνουπιών.

Η συσκευή, την οποία ο Πράις αποκαλεί «τουαλέτα για κουνούπια», συλλέγει μικρές ποσότητες υγρών που αποβάλλουν τα κουνούπια, οι οποίες στη συνέχεια αναλύονται για τον εντοπισμό γενετικού υλικού παθογόνων μικροοργανισμών.

«Το ερώτημά μας είναι αν αυτός ο ιός υπάρχει στο περιβάλλον. Αρκεί να τον αναζητήσεις. Αν δεν τον αναζητήσεις, δεν θα τον βρεις», δήλωσε ο Πράις στο Euronews. Όπως πρόσθεσε, τα ευρήματα δείχνουν ότι το φάσμα των ιών με τους οποίους μπορούν να μολυνθούν φυσικά τα κουνούπια είναι πολύ ευρύτερο από ό,τι θεωρούνταν μέχρι σήμερα.

Η ύπαρξη ενός τέτοιου εργαλείου θα μπορούσε να προσφέρει στους επιστήμονες ένα σημαντικό πλεονέκτημα στην αντιμετώπιση νέων ιών, εξήγησε ο Πράις. Όπως ανέφερε, αν είχαν εντοπιστεί ίχνη του ιού που προκαλεί την COVID-19 προτού αυτός μεταδοθεί στον άνθρωπο, οι ερευνητές θα μπορούσαν να έχουν «ένα σημαντικό προβάδισμα» στην κατανόησή του και στην ανάπτυξη εμβολίων.

Τι είναι η «τουαλέτα για κουνούπια»

Η «τουαλέτα για κουνούπια» είναι ένα χωνί κατασκευασμένο με τρισδιάστατη εκτύπωση, το οποίο έχει επικαλυφθεί με υλικό που απωθεί το νερό. Με αυτόν τον τρόπο, τα υγρά σχηματίζουν μικρές σταγόνες και διοχετεύονται σε έναν σωλήνα συλλογής.

Οι ερευνητές τοποθέτησαν στο δοχείο 50 κουνούπια του γένους Culex, τα οποία είχαν συλλέξει από έναν κήπο στο Νιου Τζέρσεϊ. Τα κουνούπια τρέφονταν από ένα βαμβάκι εμποτισμένο με ζαχαρόνερο και κόκκινη χρωστική τροφίμων.

Οι απεκκρίσεις τους, που περιείχαν γενετικό υλικό ιών και άλλων οργανισμών, συλλέχθηκαν σε διάστημα 18 ωρών και στη συνέχεια αναλύθηκαν σε εργαστήριο.

Σε αντίθεση με τις παραδοσιακές μεθόδους, οι οποίες περιλαμβάνουν την παγίδευση και την πολτοποίηση των κουνουπιών, η ανάλυση των απεκκρίσεών τους περιορίζει την ποσότητα DNA του ίδιου του εντόμου στα δείγματα. Έτσι, διευκολύνεται ο εντοπισμός του γενετικού υλικού των ιών.

Χρησιμοποιώντας αυτήν τη φαινομενικά απλή συσκευή, η ερευνητική ομάδα εντόπισε τις πρώτες γνωστές ενδείξεις παρουσίας ενός ιού συγγενικού με τον Hedwig στην αμερικανική ήπειρο, ενώ ανίχνευσε και αρκετούς ιούς που ενδέχεται να μην έχουν καταγραφεί ποτέ στο παρελθόν από την επιστήμη.

Οι ερευνητές κατάφεραν επίσης να ανακτήσουν ολόκληρο το γονιδίωμα του ιού του Δυτικού Νείλου. Το εύρημα αυτό δείχνει ότι οι απεκκρίσεις των κουνουπιών περιέχουν επαρκές γενετικό υλικό υψηλής ποιότητας, ώστε να ανασυντεθεί ολόκληρος ο γενετικός κώδικας ενός ιού. Παράλληλα, επιτρέπει στους επιστήμονες να εντοπίζουν συγκεκριμένες παραλλαγές ή μεταλλάξεις του.

Ωστόσο, ο Πράις διευκρίνισε ότι δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας για κανένα από τα ευρήματα της μελέτης.

Όπως πρόσθεσε, η αναγνώριση ιών που ήταν μέχρι πρότινος άγνωστοι ή ο εντοπισμός τους σε περιοχές όπου δεν είχαν καταγραφεί προηγουμένως δεν σημαίνει απαραίτητα ότι αποτελούν απειλή. Ενδέχεται απλώς να κυκλοφορούσαν στο περιβάλλον χωρίς να έχουν εντοπιστεί.

Τα επόμενα βήματα της έρευνας

Παρότι το εργαλείο του Πράις έχει δείξει ότι μπορεί να συμβάλει στον εντοπισμό ιών που μεταφέρουν τα κουνούπια, μέχρι στιγμής έχει δοκιμαστεί σε περιορισμένη γεωγραφική περιοχή. Το επόμενο βήμα της ομάδας είναι να διευρύνει το πεδίο της έρευνας και να βελτιώσει τη συσκευή, ώστε τα δείγματα να διατηρούνται αναλλοίωτα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και να είναι δυνατή η συλλογή τους σε βάθος περισσότερων ημερών.

«Η ιδέα είναι να μπορείς να τοποθετείς αυτές τις παγίδες σε απομακρυσμένες περιοχές ή σε μέρη που είναι πραγματικά δύσκολο να προσεγγίσεις και να επιστρέφεις έπειτα από λίγες ημέρες ή ακόμη και μία εβδομάδα», δήλωσε ο Πράις.

Η δυνατότητα παραμονής των παγίδων σε απομονωμένες τοποθεσίες για μεγαλύτερο διάστημα θα μπορούσε να διευκολύνει την παρακολούθηση παθογόνων μικροοργανισμών σε περιοχές που είναι δύσκολο να προσεγγίζονται τακτικά. Ωστόσο, απαιτείται περαιτέρω έρευνα για να διαπιστωθεί πόσο αποτελεσματικά μπορεί να αξιοποιηθεί αυτή η μέθοδος στη συνεχή επιτήρηση των ασθενειών.

Παράλληλα, οι ερευνητές εργάζονται για την ανάπτυξη συσκευών που θα μπορούν να χρησιμοποιούνται απευθείας στο πεδίο, συνδυάζοντας σε ένα μόνο στάδιο την παγίδευση των κουνουπιών και τη συλλογή των απεκκρίσεών τους.



Πηγή: www.lifo.gr