Η Μπολόνια ετοιμάζεται να μετατραπεί για ακόμη μία χρονιά σε σημείο αναφοράς για τους φίλους του κλασικού κινηματογράφου, καθώς ξεκινά το φεστιβάλ Il Cinema Ritrovato, μια διοργάνωση αφιερωμένη σε αποκατεστημένες, σπάνιες και συχνά ξεχασμένες ταινίες από την ιστορία της έβδομης τέχνης.
Το φεστιβάλ, που φέτος συμπληρώνει 40 χρόνια παρουσίας, θα διαρκέσει εννέα ημέρες και θα φιλοξενήσει προβολές σε πλατείες, κινηματογράφους και ιστορικούς χώρους της ιταλικής πόλης, μετατρέποντας το κέντρο της σε ένα υπαίθριο κινηματογραφικό σκηνικό.
Η διοργάνωση έχει εξελιχθεί από μια μικρή πρωτοβουλία φίλων του σινεμά σε ένα από τα σημαντικότερα διεθνή γεγονότα για τη διατήρηση και ανάδειξη της κινηματογραφικής κληρονομιάς.
Πέρυσι προσέλκυσε περίπου 140.000 επισκέπτες, αριθμό-ρεκόρ για το φεστιβάλ, με χιλιάδες θεατές να παρακολουθούν προβολές στην Piazza Maggiore, την κεντρική αναγεννησιακή πλατεία της Μπολόνια. Ανάμεσα στις ταινίες που προβλήθηκαν ήταν και η αποκατεστημένη εκδοχή του «Χρυσοθήρα» του Τσάρλι Τσάπλιν, που κυκλοφόρησε αρχικά το 1925.
«Είναι σαν να περπατάς μέσα στα ερείπια του παρελθόντος», δήλωσε στον Guardian ο Τζιαν Λούκα Φαρινέλι, ένας από τους ιδρυτές του φεστιβάλ και σήμερα ένας από τους διευθυντές του.
Από μια λέσχη κινηματογράφου στη Μπολόνια, σε θεσμό διεθνούς εμβέλειας
Η ιδέα για το Il Cinema Ritrovato γεννήθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1980, όταν ο Τζιαν Λούκα Φαρινέλι και δύο φίλοι του από κινηματογραφική λέσχη της Μπολόνια άρχισαν να εξερευνούν τα αρχεία της Cineteca di Bologna, ενός από τα σημαντικότερα ιδρύματα διατήρησης κινηματογραφικού υλικού στην Ευρώπη.
Μέσα από τις συλλογές της ανακάλυψαν ταινίες και έργα που είχαν σχεδόν χαθεί από τη δημόσια μνήμη και αποφάσισαν να δημιουργήσουν έναν χώρο όπου αυτά τα φιλμ θα μπορούσαν να προβληθούν ξανά στο κοινό.
Η πρώτη διοργάνωση πραγματοποιήθηκε το 1986, σε συνεργασία με άλλο κινηματογραφικό φεστιβάλ της πόλης. Από τα πρώτα κιόλας χρόνια φιλοξένησε αποκατεστημένες εκδοχές ιστορικών έργων όπως τα «M» και «Metropolis» του Φριτς Λανγκ, συμβάλλοντας στη διάδοση της κινηματογραφικής αποκατάστασης σε διεθνές επίπεδο.
Παρά τη σταδιακή ανάπτυξή του, το φεστιβάλ παρέμεινε για αρκετά χρόνια υπόθεση κυρίως των πιο αφοσιωμένων φίλων του κλασικού κινηματογράφου. Η μεγάλη αλλαγή ήρθε το 1995, όταν μεταφέρθηκε στους καλοκαιρινούς μήνες και άρχισε να απευθύνεται σε πολύ ευρύτερο κοινό.
Παράλληλα, η Cineteca di Bologna δημιούργησε ένα εξειδικευμένο εργαστήριο αποκατάστασης ταινιών, το οποίο σήμερα θεωρείται από τα σημαντικότερα στον κόσμο και έχει συμβάλει στη διάσωση εκατοντάδων κινηματογραφικών έργων και ντοκιμαντέρ.
Γιατί οι νέοι ανακαλύπτουν ξανά τον παλιό κινηματογράφο
Ένα από τα πιο αξιοσημείωτα χαρακτηριστικά του φεστιβάλ τα τελευταία χρόνια είναι η συνεχής αύξηση της συμμετοχής νεότερων θεατών, σε μια εποχή όπου η κινηματογραφική κατανάλωση έχει μεταφερθεί σε μεγάλο βαθμό στις πλατφόρμες streaming.
Σύμφωνα με τον Φαρινέλι, πολλοί νέοι επισκέπτες φτάνουν στη Μπολόνια γνωρίζοντας κυρίως τις σύγχρονες σειρές και τις ψηφιακές πλατφόρμες, αλλά ανακαλύπτουν για πρώτη φορά το εύρος και την ιστορία του κινηματογράφου μέσα από τις προβολές του φεστιβάλ.
Καθοριστικό ρόλο παίζει και ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο παρουσιάζονται οι ταινίες. Αντί να προβάλλονται σε κλειστές αίθουσες, πολλά από τα έργα προβάλλονται σε μεγάλες υπαίθριες οθόνες στην καρδιά της πόλης, μπροστά σε χιλιάδες θεατές.
Η εμπειρία αυτή, σύμφωνα με τους διοργανωτές, υπενθυμίζει κάτι που συχνά χάνεται στην εποχή της ατομικής θέασης από το σπίτι: τη συλλογική διάσταση του σινεμά.
Στην ενίσχυση της διεθνούς απήχησης του φεστιβάλ έχουν συμβάλει και οι τακτικές παρουσίες σημαντικών δημιουργών. Κατά καιρούς έχουν δώσει το «παρών» προσωπικότητες όπως ο Μάρτιν Σκορσέζε, ο Φράνσις Φορντ Κόπολα, ο Γουές Άντερσον και η Ιταλίδα σκηνοθέτις Αλίτσε Ρορβάχερ.
Με πληροφορίες από Guardian














