Σχεδόν μία στις τρεις γυναίκες στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχει υποστεί σωματική βία, απειλές ή σεξουαλική κακοποίηση από την ηλικία των 15 ετών και μετά.
Ο αριθμός αυτός μεταφράζεται σε περίπου 50 εκατομμύρια γυναίκες. Αυτά είναι τα βασικά συμπεράσματα της τελευταίας ευρωπαϊκής έρευνας για έμφυλη βία, η οποία βασίστηκε σε συνεντεύξεις με περισσότερες από 114.000 γυναίκες.
Αυτό που προκαλεί έντονη ανησυχία δεν είναι μόνο το μέγεθος του προβλήματος, αλλά και η επιμονή του. Δέκα χρόνια νωρίτερα, η πρώτη αντίστοιχη πανευρωπαϊκή έρευνα είχε καταγράψει την ίδια ακριβώς κατάσταση. Όπως δήλωσε χαρακτηριστικά ο διευθυντής του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ: «Μια δεκαετία μετά, συνεχίζουμε να γινόμαστε μάρτυρες των ίδιων σοκαριστικών επιπέδων βίας».
Σε πρόσφατο άρθρο στο επιστημονικό περιοδικό Nature Communications, εξετάστηκε αν ο «Στόχος 5.2» των Ηνωμένων Εθνών για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη, ο οποίος επιδιώκει την εξάλειψη κάθε μορφής βίας κατά των γυναικών και των κοριτσιών έως το 2030, είναι ρεαλιστικός.
Ένα πρόβλημα που διογκώνεται
Τα στατιστικά στοιχεία της ΕΕ συμβαδίζουν απόλυτα με την παγκόσμια εικόνα. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) περιγράφει τη βία κατά των γυναικών ως ένα πρόβλημα δημόσιας υγείας με «διαστάσεις πανδημίας». Οι τελευταίες εκτιμήσεις του, που δημοσιεύθηκαν το 2025, δείχνουν ότι το 30,4% των γυναικών παγκοσμίως, δηλαδή περίπου 840 εκατομμύρια, έχουν υποστεί σωματική ή σεξουαλική βία κατά τη διάρκεια της ζωής τους.
Τα ποσοστά αυτά παραμένουν ουσιαστικά αμετάβλητα για περισσότερο από δύο δεκαετίες. Ο ΠΟΥ χαρακτηρίζει την πρόσφατη μείωση των περιστατικών ως ελάχιστη, εξαιρετικά αργή και εντελώς ανεπαρκή. Ακόμα κι έτσι, όμως, τα στοιχεία αυτά ενδέχεται να υποτιμούν την πραγματική διάσταση του προβλήματος. Πολλές γυναίκες δεν αναφέρουν τη βία που υφίστανται όταν συμμετέχουν σε έρευνες, ενώ ορισμένες μορφές κακοποίησης (όπως η ψυχολογική βία, ο καταναγκαστικός έλεγχος, η οικονομική κακοποίηση και η διαδικτυακή παρενόχληση) δύσκολα αποτυπώνονται στα επίσημα στατιστικά στοιχεία.
Το σκανδιναβικό παράδοξο
Ίσως το πιο αναπάντεχο εύρημα είναι οι περιοχές όπου καταγράφονται τα υψηλότερα ποσοστά βίας. Στην ευρωπαϊκή έρευνα του 2024, το ποσοστό αυτό άγγιξε το 57% στη Φινλανδία, το 52% στη Σουηδία και το 47% στη Δανία, αριθμοί πολύ υψηλότεροι από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 30,7%. Πρόκειται για χώρες που συγκαταλέγονται στις πιο ανεπτυγμένες του κόσμου και βρίσκονται σταθερά στην κορυφή των παγκόσμιων δεικτών για την ισότητα των φύλων.
Αυτό το φαινόμενο, γνωστό ως «σκανδιναβικό παράδοξο», καταρρίπτει μια κοινή παραδοχή: ότι η οικονομική ανάπτυξη και η ισότητα των φύλων αρκούν από μόνες τους για να μειώσουν τη βία. Οι παράγοντες αυτοί είναι αναμφίβολα απαραίτητοι, αλλά προφανώς δεν αρκούν για να αποτρέψουν το πρόβλημα.
Πιο ευάλωτες οι νεαρές γυναίκες
Στην ΕΕ, οι γυναίκες ηλικίας 18 έως 29 ετών αναφέρουν ήδη υψηλότερα επίπεδα βίας σε σχέση με τον γενικό μέσο όρο. Η τάση αυτή ήταν εμφανής και πριν από μια δεκαετία και έκτοτε δεν παρουσιάζει καμία βελτίωση. Πρόκειται για γενιές που μεγάλωσαν με πολύ περισσότερο δημόσιο διάλογο γύρω από την ισότητα των φύλων και με σαφώς περισσότερες εκστρατείες ενημέρωσης από κάθε άλλη γενιά στο παρελθόν.
Αν τα τρέχοντα μέτρα πρόληψης απέδιδαν, θα έπρεπε να βλέπουμε μια ξεκάθαρη μείωση των περιστατικών. Τα δεδομένα, όμως, δείχνουν το αντίθετο.
Παράλληλα, η ίδια η βία μεταλλάσσεται. Η ψηφιακή τεχνολογία έχει ανοίξει νέους δρόμους για παρενόχληση, έλεγχο και ταπείνωση: διαδικτυακή παρακολούθηση, απειλές στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, σεξουαλικός εκβιασμός, διαμοιρασμός προσωπικών εικόνων χωρίς συγκατάθεση και σεξουαλικά deepfakes που δημιουργούνται μέσω τεχνητής νοημοσύνης. Αν και αυτά τα εργαλεία δεν προκαλούν άμεση, σωματική βία, κάνουν την κακοποίηση πιο εύκολη στην πράξη, πιο δύσκολη στην αποφυγή και εξαιρετικά γρήγορη στην εξάπλωση.
Η γνώση υπάρχει, η ανταπόκριση υστερεί
Η πραγματικότητα γύρω από τη βία κατά των γυναικών είναι βαθιά ανησυχητική. Ωστόσο, το να είμαστε ρεαλιστές δεν σημαίνει ότι πρέπει να παραιτηθούμε από την προσπάθεια. Αντίθετα, η επίμονη έκταση του προβλήματος απαιτεί μια πολύ πιο δυναμική και φιλόδοξη αντιμετώπιση.
Τα στοιχεία δεν δείχνουν ότι ο στόχος του ΟΗΕ για την εξάλειψη κάθε μορφής βίας κατά των γυναικών και των κοριτσιών έως το 2030 έχει αποτύχει, ούτε ότι είναι ακατόρθωτος. Αυτό που αποκαλύπτουν είναι το τεράστιο χάσμα ανάμεσα στη φιλοδοξία του στόχου και στο μέγεθος, την ένταση και τη συνοχή των προσπαθειών που καταβάλλονται σήμερα για την επίτευξή του.
Η επιστημονική έρευνα της τελευταίας δεκαετίας έχει αναδείξει στρατηγικές πρόληψης με αποδεδειγμένα αποτελέσματα στη μείωση της βίας. Το πλαίσιο RESPECT Women του ΠΟΥ, το οποίο επικαιροποιήθηκε πρόσφατα βάσει παγκόσμιων συστηματικών ανασκοπήσεων, οργανώνει αυτά τα δεδομένα σε επτά αλληλένδετες στρατηγικές. Αυτές εκτείνονται από την ενδυνάμωση των γυναικών και την αλλαγή των επιβλαβών έμφυλων στερεοτύπων, μέχρι την ενίσχυση των υπηρεσιών υποστήριξης των θυμάτων και τη μείωση της φτώχειας.
Το πλαίσιο αξιολογεί τα δεδομένα ξεχωριστά για τις χώρες υψηλού εισοδήματος και για τις χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος. Αυτός ο διαχωρισμός είναι από μόνος του ενδεικτικός, καθώς αποκαλύπτει πόσο ανισομερώς έχει αναπτυχθεί η έρευνα για την πρόληψη σε διαφορετικά κοινωνικά και οικονομικά περιβάλλοντα.
Ωστόσο, καμία μεμονωμένη στρατηγική δεν αρκεί. Η αποτελεσματική πρόληψη απαιτεί τον συνδυασμό προσεγγίσεων σε ατομικό, κοινοτικό και κοινωνικό επίπεδο. Και το τελικό κριτήριο, όπως τονίζει και το ίδιο το πλαίσιο RESPECT, είναι αν αυτές οι προσπάθειες οδηγούν σε μετρήσιμη μείωση των ποσοστών βίας σε επίπεδο πληθυσμού. Με βάση αυτό το κριτήριο, οι σημερινές προσπάθειες προφανώς υστερούν.
Το πρόβλημα είναι ότι τα δοκιμασμένα εργαλεία δεν εφαρμόζονται στην απαιτούμενη κλίμακα ούτε έχουν τη διάρκεια που χρειάζεται. Ξεκινούν ενημερωτικές καμπάνιες, οι οποίες όμως δεν συνεχίζονται σε βάθος χρόνου. Ψηφίζονται νόμοι, οι οποίοι όμως δεν χρηματοδοτούνται επαρκώς ούτε εφαρμόζονται σωστά. Το κύριο εμπόδιο δεν είναι η έλλειψη γνώσης. Είναι το μόνιμο χάσμα ανάμεσα στις δεσμεύσεις και τις πράξεις, καθώς και η έλλειψη πόρων, πολιτικής βούλησης και λογοδοσίας που απαιτούνται για να διασφαλιστεί η αξιοποίησή τους.
Μια κρίση σε επίπεδο πανδημίας
Μπορεί ο στόχος του 2030 να φαντάζει πλέον ανέφικτος, όμως η ίδια η προσπάθεια δεν πρέπει να εγκαταλειφθεί. Ένα πρόβλημα που επηρεάζει εκατομμύρια γυναίκες δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως δευτερεύον ζήτημα πολιτικής.
Όταν ο κόσμος έρχεται αντιμέτωπος με άλλες μεγάλες υγειονομικές κρίσεις, κινητοποιεί την επιστήμη, τη χρηματοδότηση και τη διεθνή συνεργασία. Η βία κατά των γυναικών απαιτεί μια ανάλογη κινητοποίηση: μακροπρόθεσμες επενδύσεις, ισχυρότερα επιστημονικά δεδομένα και δημόσια λογοδοσία.
Αυτό που αποδεικνύει το σκανδιναβικό παράδοξο είναι ότι η βία κατά των γυναικών δεν θα εξαλειφθεί αυτόματα επειδή οι κοινωνίες γίνονται πλουσιότερες ή πιο ισότιμες. Απαιτείται στοχευμένη, συνεχής και μετρήσιμη δράση, η οποία θα υποστηρίζεται από την πολιτική βούληση και τη λογοδοσία που αρμόζουν στο μέγεθος αυτής της κρίσης. Η υπόσχεση για την εξάλειψη της βίας κατά των γυναικών πρέπει επιτέλους να περάσει από τη θεωρία στην πράξη.
Με πληροφορίες από The conversation















