Κάτω από τη βάση παίρνουν ένας στους δυο Έλληνες μαθητές στις φυσικές επιστήμες, την κατανόηση κειμένου και τα μαθηματικά. Αυτό δείχνει ο δείκτης PISA 2025, που χρησιμοποιεί ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) και κατατάσσει τις χώρες ανάλογα με τις επιδόσεις τους ως προς το εκπαιδευτικό σύστημα.
Σύμφωνα με τα τελευταία αποτελέσματα του δείκτη PISA, οι Έλληνες μαθητές δεν φτάνουν ούτε στο βασικό επίπεδο λειτουργικού εγγραμματισμού και αποτυπώνεται ότι το 40,9% των μαθητών στις Φυσικές Επιστήμες, 43,8% των μαθητών στην Κατανόηση Κειμένου και το 49,5% των μαθητών στα Μαθηματικά ολοκληρώνουν την υποχρεωτική εκπαίδευση χωρίς να έχουν κατακτήσει το βασικό επίπεδο που απαιτείται για να ανταποκρίνονται σε στοιχειώδεις απαιτήσεις της καθημερινής ζωής.
Σύμφωνα με τον δείκτη PISA 2025, η Ελλάδα έχει πολύ μικρό ποσοστό μαθητών που φτάνουν στα υψηλότερα επίπεδα επίδοσης: στις Φυσικές Επιστήμες μόλις περίπου 1% βρίσκεται στα επίπεδα 5 και 6, έναντι περίπου 7% των χωρών του ΟΟΣΑ. Στα Μαθηματικά περίπου 2% φτάνει στα υψηλότερα επίπεδα, έναντι περίπου 8% των χωρών του ΟΟΣΑ, ενώ στην Κατανόηση Κειμένου το αντίστοιχο ποσοστό είναι περίπου 1%, έναντι περίπου 6% των χωρών του ΟΟΣΑ.
Η ελληνική περίπτωση, λοιπόν, έχει δυο χαρακτηριστικά: Πολύ μεγάλη βάση χαμηλών επιδόσεων και ταυτόχρονα πολύ μικρή κορυφή υψηλών επιδόσεων.
Η συνολική εικόνα πάντως που προκύπτει από την PISA 2025 για την Ελλάδα είναι μεικτή: οι Έλληνες μαθητές εξακολουθούν να επιτυγχάνουν επιδόσεις αισθητά χαμηλότερες από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ στις Φυσικές Επιστήμες, στα Μαθηματικά και στην Κατανόηση Κειμένου. Την ίδια στιγμή, όμως, η νέα μέτρηση καταγράφει ένα στοιχείο που το υπουργείο Παιδείας θεωρεί ιδιαίτερα σημαντικό: για πρώτη φορά μετά από περίπου μία δεκαετία ανακόπτεται η συνεχής διεύρυνση της απόστασης της Ελλάδας από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ και της Ε.Ε., ενώ στα Μαθηματικά εμφανίζεται τάση σύγκλισης.
Οι αριθμοί της Ελλάδας
Η μέση επίδοση των Ελλήνων 15χρονων στην PISA 2025 διαμορφώθηκε ως εξής:

Η Ελλάδα βρίσκεται συνεπώς κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ και στα τέσσερα πεδία που είναι διαθέσιμα στην παρούσα φάση. Ειδικά στην Επίλυση Προβλημάτων σε Ψηφιακά Περιβάλλοντα, η οποία αξιολογήθηκε για πρώτη φορά το 2025, η χώρα μας κατατάσσεται στην 47η θέση μεταξύ 91 χωρών.
Στο διεθνή διαγνωστικό διαγωνισμό PISA συμμετείχαν περίπου 760.000 μαθητές από 91 χώρες, αντιπροσωπεύοντας 33 εκατομμύρια 15χρονους. Κεντρικό αντικείμενο για τη συγκεκριμένη χρονιά (2025) ήταν οι Φυσικές Επιστήμες, ενώ εξετάστηκαν επίσης Μαθηματικά, Κατανόηση Κειμένου και, για πρώτη φορά, η ικανότητα επίλυσης σύνθετων προβλημάτων σε ψηφιακό περιβάλλον.
Στην Ελλάδα πήραν μέρος 6.858 μαθητές από 229 σχολεία, αντιπροσωπεύοντας 101.850 15χρονους, δηλαδή το 95% του πληθυσμού-στόχου. Σύμφωνα με το υπουργείο Παιδείας, πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό συμμετοχής της Ελλάδας από την έναρξη της PISA το 2000 ενώ ιδιαίτερη αναφορά έγινε στη μεγάλη προθυμία των ελληνικών σχολείων να συμμετάσχουν στην έρευνα. Επισημαίνεται, επίσης, ότι η Ελλάδα συμμετείχε στην PISA 2025 με βελτιωμένους οργανωτικούς και τεχνικούς όρους.

Η διεθνής εικόνα: η κρίση δεν είναι μόνο ελληνική
Το πρώτο στοιχείο που πρέπει να ληφθεί υπόψη πριν από οποιαδήποτε αξιολόγηση της Ελλάδας είναι ότι η PISA 2025 καταγράφει μια γενικευμένη διεθνή υποχώρηση των μαθησιακών επιδόσεων. Στον ΟΟΣΑ, οι επιδόσεις των 15χρονων στα Μαθηματικά και στην κατανόηση κειμένου βρίσκονται στα χαμηλότερα επίπεδα που έχουν καταγραφεί από την έναρξη της PISA. Στην κατανόηση κειμένου η μέση επίδοση του ΟΟΣΑ μειώθηκε κατά 28 μονάδες από το 2015 έως το 2025, ενώ στα μαθηματικά κατά 22 μονάδες. Στις φυσικές επιστήμες η μέση επίδοση μεταξύ 2022 και 2025 παρέμεινε περίπου σταθερή στον ΟΟΣΑ, μετά από μακρότερη περίοδο πτώσης. Περίπου ένας στους πέντε μαθητές του ΟΟΣΑ βρίσκεται πλέον κάτω από το βασικό επίπεδο επάρκειας και στα τρία γνωστικά πεδία, έναντι 16% το 2022.
Η κρίση, επομένως, δεν αφορά μόνο χώρες που παραδοσιακά βρίσκονται χαμηλότερα στις διεθνείς κατατάξεις. Ακόμη και εκπαιδευτικά συστήματα με πολύ ισχυρή παράδοση, όπως η Φινλανδία και η Εσθονία στην Ευρώπη ή η Κορέα και η Σιγκαπούρη στην Ασία, εμφάνισαν σημαντικές απώλειες, ιδιαίτερα στην κατανόηση κειμένου. Στην κορυφή παραμένουν κυρίως συστήματα της Ανατολικής Ασίας, μαζί με την Εσθονία, την Ιαπωνία, την Κορέα, τη Σιγκαπούρη, την Κινεζική Ταϊπέι και το Ηνωμένο Βασίλειο.
Τι έδειξαν τα αποτελέσματα για την Ελλάδα
Η φράση ‘μικρότερη πτώση, αλλά χαμηλή αφετηρία’ θα μπορούσε να συνοψίζει την εικόνα της Ελλάδας στο διαγωνισμό PISA. Όπως γίνεται γνωστό, η χώρα μας σημείωσε μεταξύ 2022 και 2025:
- πτώση 6 μονάδων στα Μαθηματικά, έναντι 11 μονάδων στον ΟΟΣΑ-23 και 12 στην Ε.Ε.27,
- πτώση 7 μονάδων στις Φυσικές Επιστήμες, έναντι 5 στον ΟΟΣΑ-23 και 5 στην Ε.Ε.27,
- πτώση 16 μονάδων στην Κατανόηση Κειμένου, έναντι 16 στον ΟΟΣΑ-23 και 18 στην Ε.Ε.27.
Βάσει των προαναφερθέντων, το υπουργείο Παιδείας υπογραμμίζει ότι εμφανίζεται ανακοπή της πολυετούς απόκλισης. Ειδικά στα Μαθηματικά, η ελληνική επίδοση υποχώρησε λιγότερο από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ και της Ε.Ε.27. Έτσι, ενώ ο απόλυτος ελληνικός βαθμός παραμένει χαμηλός, η σχετική απόσταση από τον διεθνή μέσο όρο περιορίστηκε. Πρακτικά, αυτό οδηγεί σε μία ουσιαστική διάκριση: η Ελλάδα δεν βελτιώθηκε απόλυτα, αλλά σε ορισμένους δείκτες έχασε λιγότερο έδαφος από τον μέσο όρο.
Η PISA 2025 δεν ανατρέπει την εικόνα των χαμηλών επιδόσεων, όπως είχε αποτυπωθεί σε προηγούμενες μετρήσεις. Οι σημερινές επιδόσεις παραμένουν χαμηλότερες από εκείνες προηγούμενων κύκλων. Αυτό σημαίνει ότι το ζητούμενο για την Ελλάδα δεν είναι απλώς να «μην πέσει άλλο», αλλά να μπορέσει να περάσει από τη σταθεροποίηση στην πραγματική βελτίωση.

Φυσικές Επιστήμες: Χαμηλές επιδόσεις
Οι φυσικές επιστήμες ήταν το βασικό αντικείμενο της PISA 2025. Η Ελλάδα συγκέντρωσε 434 μονάδες, έναντι 482 στον ΟΟΣΑ. Το 2022 η Ελλάδα είχε 441 μονάδες, άρα η φετινή επίδοση είναι χαμηλότερη κατά 7 μονάδες. Ωστόσο, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, η μεταβολή αυτή δεν είναι στατιστικά σημαντική. Το ουσιαστικό πρόβλημα βρίσκεται στο επίπεδο επάρκειας: περίπου 59% των Ελλήνων μαθητών φτάνουν τουλάχιστον στο Level 2 – δηλαδή, στο επίπεδο του λειτουργικού εγγραμματισμού – έναντι περίπου 74% στον ΟΟΣΑ.
Οι μαθητές που φτάνουν στα υψηλότερα επίπεδα παραμένουν ελάχιστοι. Η PISA 2025 εξετάζει πλέον όχι μόνο την απομνημόνευση επιστημονικής γνώσης, αλλά την ικανότητα του μαθητή να χρησιμοποιεί στοιχεία και δεδομένα, να αξιολογεί επιστημονικούς ισχυρισμούς και να παίρνει τεκμηριωμένες αποφάσεις. Αυτό είναι κρίσιμο για ένα εκπαιδευτικό σύστημα που θέλει να προετοιμάσει πολίτες σε έναν κόσμο όπου η επιστημονική πληροφορία, η παραπληροφόρηση, η κλιματική κρίση και η τεχνολογία συνυπάρχουν καθημερινά.
Μαθηματικά: Σημάδια σύγκλισης με μέσο όρο
Στα μαθηματικά η Ελλάδα συγκέντρωσε 424 μονάδες, έναντι 463 στον ΟΟΣΑ. Η επίδοση είναι χαμηλότερη από το 2022, όταν είχε φτάσει τις 430 μονάδες. Ωστόσο, η ελληνική πτώση των 6 μονάδων είναι σαφώς μικρότερη από την πτώση του μέσου όρου του ΟΟΣΑ. Εδώ βρίσκεται και το σημαντικότερο θετικό στοιχείο καθώς η απόσταση της Ελλάδας από τον ΟΟΣΑ μειώθηκε. Όπως αναγνωρίζει και το υπουργείο, διακρίνεται σαφής τάση σύγκλισης στα Μαθηματικά και ανακοπή της δεκαετούς πορείας απόκλισης. Αυτό δεν σημαίνει ότι η χώρα βρίσκεται κοντά στον μέσο όρο αλλά ότι για πρώτη φορά μετά από χρόνια, η σχετική απόσταση δεν διευρύνεται με τον ίδιο τρόπο.
Γενική υποχώρηση στην κατανόηση κειμένου
Στην κατανόηση κειμένου η Ελλάδα συγκέντρωσε 423 μονάδες, έναντι 461 στον ΟΟΣΑ. Η επίδοση ήταν 438 μονάδες το 2022, καταγράφοντας συνεπώς πτώση 15 περίπου μονάδων. Το πρόβλημα χαρακτηρίζεται ως ιδιαίτερα σοβαρό, επειδή η κατανόηση κειμένου αποτελεί θεμέλιο σχεδόν όλων των υπόλοιπων μαθησιακών δραστηριοτήτων. Η διεθνής εικόνα είναι εξίσου αρνητική: η μέση επίδοση του ΟΟΣΑ στην ανάγνωση έχει υποχωρήσει κατά 28 μονάδες από το 2015. Η ελληνική εικόνα, συνεπώς, πρέπει να αντιμετωπιστεί μέσα σε μια διεθνή κρίση αναγνωστικού γραμματισμού, αλλά και με δεδομένο ότι η χώρα ξεκινά από ήδη χαμηλότερο επίπεδο.













