Ο κριτικός Ρίτσαρντ Μπρόντι εξετάζει τις αλλαγές του Κρίστοφερ Νόλαν στο ομηρικό έπος και εξηγεί τι μπορεί να κάνει μια κινηματογραφική διασκευή πραγματικά επιτυχημένη.
Η συζήτηση δεν περιορίζεται στην εντυπωσιακή κλίμακα της παραγωγής ή στις εικόνες που σχεδιάστηκαν για τις αίθουσες IMAX. Στο επίκεντρο βρίσκεται ένα παλιό αλλά πάντα επίκαιρο ερώτημα: πόσο πιστή οφείλει να είναι μια κινηματογραφική μεταφορά στο έργο πάνω στο οποίο βασίζεται;
Ο κινηματογραφικός κριτικός του «New Yorker», Ρίτσαρντ Μπρόντι, εμφανίζεται ιδιαίτερα αυστηρός απέναντι στην ταινία. Υποστηρίζει ότι, παρά το μέγεθος των εικόνων της, η αισθητική της βαρύτητα είναι πολύ μικρότερη. Κατά την εκτίμησή του, εάν αφαιρεθεί η σύνδεσή της με την «Οδύσσεια», αυτό που απομένει είναι μια περιπέτεια δράσης με στοιχεία φαντασίας, γύρω από έναν κουρασμένο, από τις μάχες, ήρωα που προετοιμάζεται για μία τελευταία δοκιμασία.
The recent release of Christopher Nolan’s “The Odyssey” has turned just about every film critic in America into a classicist, and vice versa. But the question of how adaptation works has a strong connection to the root of cinematic modernity, Richard Brody writes. The history of… pic.twitter.com/9VbeUbNuVP
— The New Yorker (@NewYorker) August 5, 2026
Πόσο πιστή πρέπει να παραμένει μια διασκευή;
Οι ελευθερίες που πήρε ο Νόλαν, αλλά και τα σημεία στα οποία επέλεξε να ακολουθήσει τον Όμηρο, συνδέονται με μια διαμάχη που βρίσκεται στις ρίζες του σύγχρονου κινηματογράφου.
Το 1954, ο Γάλλος σκηνοθέτης και κριτικός Φρανσουά Τριφό δημοσίευσε το περίφημο δοκίμιο «Une certaine tendance du cinéma français». Σε αυτό επιτέθηκε στην επονομαζόμενη «Παράδοση της Ποιότητας», η οποία κυριαρχούσε τότε στο γαλλικό σινεμά και στηριζόταν κυρίως στη μεταφορά καταξιωμένων λογοτεχνικών έργων.
Οι σεναριογράφοι αυτών των ταινιών εφάρμοζαν συχνά τη μέθοδο της «ισοδυναμίας». Χώριζαν, δηλαδή, τις σκηνές ενός βιβλίου σε εκείνες που μπορούσαν να κινηματογραφηθούν και σε εκείνες που θεωρούνταν αδύνατο να μεταφερθούν αυτούσιες, δημιουργώντας για τις δεύτερες κινηματογραφικά υποκατάστατα. Ο Τριφό θεωρούσε αυτή την προσέγγιση περιοριστική. Πίστευε ότι ένας -πραγματικά- δημιουργικός σκηνοθέτης μπορεί να βρει τον τρόπο να τις αποδώσει.
Η ιστορία του κινηματογράφου είναι γεμάτη διασκευές
Από τη στιγμή που ο κινηματογράφος άρχισε να αφηγείται ιστορίες, οι δημιουργοί στράφηκαν στη λογοτεχνία για υλικό. Τα έργα του Τσαρλς Ντίκενς μεταφέρονταν στη μεγάλη οθόνη ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα. Ακολούθησαν κινηματογραφικές εκδοχές έργων του Ναθάνιελ Χόθορν, του Γκαίτε, του Μολιέρου, του Φ. Σκοτ Φιτζέραλντ, του Σαίξπηρ και πολλών άλλων.
Παράλληλα, αρκετές ταινίες που σήμερα θεωρούνται κλασικά έργα του κινηματογράφου βασίστηκαν όχι μόνο σε σπουδαία μυθιστορήματα, αλλά και σε δημοφιλή αναγνώσματα, θεατρικά έργα, δημοσιεύματα περιοδικών και κείμενα γενικού ενδιαφέροντος. Το κύρος της πηγής, επομένως, δεν εγγυάται την ποιότητα της ταινίας. Το κρίσιμο στοιχείο είναι ο τρόπος με τον οποίο ο σκηνοθέτης μεταμορφώνει το αρχικό υλικό σε αυτόνομο κινηματογραφικό έργο.
Οι 5 κατηγορίες κινηματογραφικών διασκευών
Ο Μπρόντι προτείνει μια άτυπη ταξινόμηση των λογοτεχνικών διασκευών σε πέντε κατηγορίες.
- Η κοντινή διασκευή
Η ταινία διατηρεί στενή σχέση με το πρωτότυπο έργο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το ακολουθεί μηχανικά. Παράδειγμα αποτελεί το «Chimes at Midnight» του Όρσον Γουέλς, το οποίο συγκεντρώνει υλικό από διαφορετικά θεατρικά έργα του Σαίξπηρ και τοποθετεί στο επίκεντρο τον χαρακτήρα του Φάλσταφ.
- Η μακρινή διασκευή
Σε αυτή την περίπτωση διατηρείται ο βασικός σκελετός της ιστορίας, αλλά αλλάζουν το περιβάλλον, οι διάλογοι, ορισμένα πρόσωπα και οι πράξεις τους. Ο Μπρόντι αναφέρει ως παράδειγμα τη «Hedda» της Νία ΝταΚόστα, η οποία κρατά τη θεμελιώδη δομή του έργου, ενώ μεταφέρει την ιστορία και τους χαρακτήρες σε διαφορετικό πλαίσιο.
- Κρατά το σώμα, αλλά αλλάζει τον κινητήρα
Σε αυτή την κατηγορία εντάσσει την «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν. Η ταινία παραμένει στην Εποχή του Χαλκού και ακολουθεί αρκετά από τα γεγονότα που περιγράφονται στο ομηρικό κείμενο. Ωστόσο, οι διάλογοι έχουν ξαναγραφτεί πλήρως, έχουν προστεθεί σκηνές και χαρακτήρες, ενώ έχει μεταβληθεί η ψυχολογία και η ηθική των βασικών προσώπων. Η εξωτερική μορφή του έπους παραμένει αναγνωρίσιμη, αλλά ο εσωτερικός τρόπος λειτουργίας της ιστορίας είναι διαφορετικός.
- Αλλάζει το σώμα, αλλά κρατά τον κινητήρα
Η πλοκή, οι χαρακτήρες και οι διάλογοι παραμένουν κοντά στο πρωτότυπο, αλλά τοποθετούνται σε μια εντελώς διαφορετική εποχή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο «Άμλετ» του Μάικλ Αλμερέιντα, με τον Ίθαν Χοκ, ο οποίος μεταφέρει τους ήρωες και τα λόγια του Σαίξπηρ σε ένα σύγχρονο περιβάλλον.
- Η αγνώριστη διασκευή
Ορισμένες ταινίες απομακρύνονται τόσο πολύ από το έργο στο οποίο βασίζονται, ώστε η αρχική πηγή γίνεται σχεδόν αδύνατο να αναγνωριστεί. Ο Μπρόντι αναφέρει το «Masculine Feminine» του Ζαν-Λικ Γκοντάρ, το οποίο προέκυψε από δύο ιστορίες του Γκυ ντε Μωπασάν, αλλά τελικά απέκτησε ελάχιστη εμφανή σχέση μαζί τους.
Ακόμη και το σενάριο πρέπει να «διασκευαστεί»
Η διαδικασία της διασκευής δεν αφορά αποκλειστικά τη μεταφορά ενός μυθιστορήματος ή ενός θεατρικού έργου στη μεγάλη οθόνη. Οι περισσότερες ταινίες μυθοπλασίας ξεκινούν από ένα γραπτό σενάριο. Κατά τη διάρκεια της παραγωγής, το κείμενο πρέπει να μετατραπεί σε εικόνες, ήχους, ερμηνείες, σκηνικά, κοστούμια και τοποθεσίες.
Το σενάριο λειτουργεί τόσο ως καλλιτεχνική βάση όσο και ως πρακτικός οδηγός. Βοηθά όλους τους συντελεστές να γνωρίζουν ποια ιστορία γυρίζουν και καθορίζει μεγάλο μέρος των αναγκών της παραγωγής. Υπό αυτή την έννοια, σχεδόν κάθε ταινία αποτελεί το αποτέλεσμα μιας μετάβασης –ή μιας διασκευής– από το γραπτό κείμενο στην κινηματογραφική εικόνα.
H καλλιτεχνική ελευθερία
Για τον Μπρόντι, το βασικό ζήτημα δεν είναι τελικά πόσες αλλαγές έκανε ένας σκηνοθέτης στο πρωτότυπο έργο. Το σημαντικό είναι πώς αξιοποίησε την ελευθερία που του προσέφεραν οι χαρακτήρες, οι καταστάσεις και οι ιδέες της αρχικής ιστορίας. Η διασκευή αποτελεί μια νέα ερμηνεία, η οποία μπορεί να στηρίζεται στο κείμενο, χωρίς να υποτάσσεται απόλυτα σε αυτό.
Στην περίπτωση της «Οδύσσειας», το ομηρικό έπος επιτρέπει στους θεατές και στους κριτικούς να εξετάσουν με ακρίβεια τι επέλεξε να διατηρήσει ο Νόλαν, τι άλλαξε και ποια νέα στοιχεία πρόσθεσε.
Μια διασκευή, άλλωστε, δεν κρίνεται μόνο από το κατά πόσο παραμένει πιστή στο πρωτότυπο. Κρίνεται και από το εάν οι αλλαγές του σκηνοθέτη διαθέτουν πραγματική καλλιτεχνική αξία και υπηρετούν το αυτόνομο κινηματογραφικό έργο που θέλησε να δημιουργήσει.
Πηγή: skai.gr
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.


















