Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Κρυπτονομίσματα: Πώς «νομιμοποιούνται» κέρδη προηγούμενων ετών



Του Βαγγέλη Δουράκη

Κανόνες στη φορολόγηση και τη μεταβίβαση των κρυπτονομισμάτων στην Ελλάδα, επιχειρεί να βάλει η Κυβέρνηση: Σε νέο νομοσχέδιο του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών που τέθηκε υπό διαβούλευση, περιλαμβάνεται το νέο φορολογικό πλαίσιο για τα κρυπτοστοιχεία που έρχεται να καλύψει το νομοθετικό κενό ως προς τη φορολογική τους μεταχείριση.

Το bitcoin και τα λοιπά crypto αντιμετωπίζονται -μέχρι σήμερα- ουσιαστικά ως μέσο πληρωμής και όχι ως επενδυτικό προϊόν, χωρίς σαφές πλαίσιο φορολόγησης της υπεραξίας όταν διακρατούνται και πωλούνται με κέρδος. Παράλληλα με τις νέες διατάξεις δίνεται η δυνατότητα σε επενδυτές που απέκτησαν κρυπτονομίσματα τα προηγούμενα χρόνια να δηλώσουν και να «νομιμοποιήσουν» τα κέρδη τους μέσω ενός συγκεκριμένου φορολογικού μηχανισμού.

Τι αλλάζει για τα κρυπτονομίσματα

Ως τώρα οι «συνεπείς» φορολογούμενοι δηλώναν -χωρίς τυπική υποχρέωση- την αξία κτήσης και πώλησης στους κωδικούς 743 και 781 και καταχωρούσαν την υπεραξία στον κωδικό 865 του Ε1, καταβάλλοντας φόρο 15%, προκειμένου να αποκτήσουν τη δυνατότητα να δικαιολογήσουν τα κεφάλαια σε περίπτωση ελέγχου. Επρόκειτο ωστόσο για άτυπη πρακτική, χωρίς θεσμική κάλυψη.

Βάσει λοιπόν του υπό διαβούλευση νομοσχεδίου, προτείνεται η υπεραξία των φυσικών προσώπων από τη μεταβίβαση κρυπτοστοιχείων να φορολογείται με συντελεστή 10%.

Η υπεραξία θα υπολογίζεται, κατά κανόνα, ως η διαφορά μεταξύ τιμής κτήσης και τιμής μεταβίβασης, με συγκεκριμένους κανόνες για την τεκμηρίωση των συναλλαγών και τη μέση τιμή κτήσης σε περίπτωση διαδοχικών αποκτήσεων.

Υπεραξία έως 500 ευρώ ανά φορολογικό έτος δεν φορολογείται, ενώ η ανταλλαγή ενός κρυπτοστοιχείου με άλλο δεν δημιουργεί φορολογητέα υπεραξία.

Καθορίζεται επίσης ο τρόπος αποτίμησης των κρυπτοστοιχείων που χορηγούνται ως παροχή σε είδος σε εργαζομένους, εταίρους ή μετόχους, με βάση την αξία τους σε ευρώ κατά τον χρόνο απόκτησής τους. Παράλληλα, η αγορά κρυπτοστοιχείων εντάσσεται στις δαπάνες απόκτησης περιουσιακών στοιχείων για σκοπούς τεκμηρίων.

Αποδόσεις από δραστηριότητες όπως ο δανεισμός, η παροχή ρευστότητας και η δέσμευση κρυπτοστοιχείων σε μηχανισμούς επικύρωσης συναλλαγών (staking) θα φορολογούνται ως τόκοι με συντελεστή 10%.

Για τον φόρο κληρονομιών, δωρεών και γονικών παροχών, τα κρυπτοστοιχεία χαρακτηρίζονται ως ασώματη κινητή περιουσία κείμενη στην αλλοδαπή και η αξία τους θα προσδιορίζεται με βάση την αξία τους σε ευρώ κατά την προηγούμενη ημέρα από τον χρόνο γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης.

Δεν επιβάλλεται Ψηφιακό Τέλος Συναλλαγής κατά την πώληση κρυπτοστοιχείων ενώ παρέχεται δυνατότητα οικειοθελούς δήλωσης υπεραξιών από παλαιότερες μεταβιβάσεις, εντός 12 μηνών από τη δημοσίευση του νόμου και χωρίς πρόστιμα ή τόκους, υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις.

Ο φόρος στην υπεραξία και ο προσδιορισμός της

Συγκεκριμένα, το υπό διαβούλευση νομοσχέδιο αναφέρει μεταξύ άλλων:

«Το εισόδημα από υπεραξία μεταβίβασης κεφαλαίου φορολογείται με συντελεστή δεκαπέντε τοις εκατό (15%). Ειδικά το εισόδημα από υπεραξία μεταβίβασης κεφαλαίου της παρ. 2 του άρθρου 42Α φορολογείται με συντελεστή πέντε τοις εκατό (5%). Ειδικά το εισόδημα από υπεραξία μεταβίβασης κεφαλαίου του άρθρου 42Β φορολογείται με συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%).

Κάθε εισόδημα που προκύπτει από υπεραξία μεταβίβασης κρυπτοστοιχείων, συμπεριλαμβανομένων των συναλλακτικών μαρκών κάθε μορφής, υπόκειται σε φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων σύμφωνα με το παρόν.

Για τους σκοπούς του παρόντος, ως «κρυπτοστοιχείο» νοείται η ψηφιακή αναπαράσταση αξίας ή δικαιώματος που μπορεί να μεταβιβαστεί και να αποθηκευτεί ηλεκτρονικά, με χρήση τεχνολογίας κατανεμημένου καθολικού ή παρόμοιας τεχνολογίας.

Ως μεταβίβαση για τους σκοπούς του παρόντος, θεωρούνται α) η ανταλλαγή κρυπτοστοιχείων έναντι χρηματικού ποσού, β) η διάθεση κρυπτοστοιχείων για την απόκτηση αγαθών ή τη λήψη υπηρεσιών και εν γένει κάθε πράξη διάθεσης κρυπτοστοιχείων από επαχθή αιτία και γ) η εισφορά κρυπτοστοιχείων για την κάλυψη ή αύξηση εταιρικού ή μετοχικού κεφαλαίου.

Ως υπεραξία νοείται η διαφορά μεταξύ της τιμής κτήσης και της τιμής μεταβίβασης, όπως αυτή προσδιορίζεται κατά τον χρόνο της μεταβίβασης του κρυπτοστοιχείου. Δαπάνες που συνδέονται άμεσα με την απόκτηση ή τη μεταβίβαση συμπεριλαμβάνονται στην τιμή κτήσης και την τιμή μεταβίβασης, αντίστοιχα.

Αν ο προσδιορισμός της υπεραξίας σύμφωνα με την παρ. 3 καταλήγει σε αρνητικό ποσό, η εν λόγω ζημία, εφόσον υπερβαίνει τα πεντακόσια (500) ευρώ ανά φορολογικό έτος, μεταφέρεται για τα επόμενα πέντε (5) έτη και συμψηφίζεται μόνο με μελλοντικά κέρδη από υπεραξία μεταβίβασης κρυπτοστοιχείων σύμφωνα με την παρ. 3.

H τιμή κτήσης και η τιμή μεταβίβασης καθορίζονται από τα δικαιολογητικά έγγραφα συναλλαγών, τα οποία εκδίδει ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων ή οιοσδήποτε ενδιάμεσος διατηρεί στοιχεία για την απόκτηση και τη μεταβίβαση κρυπτοστοιχείων ή από οποιοδήποτε άλλο στοιχείο μπορεί να εξαχθεί απευθείας από το κατανεμημένο καθολικό.

Ως τιμή κτήσης για κρυπτοστοιχεία που έχουν αποκτηθεί λόγω κληρονομικής διαδοχής ή μεταβίβασης με χαριστική αιτία, λαμβάνεται η αξία βάσει της οποίας υπολογίστηκε ο φόρος κληρονομίας, δωρεάς ή γονικής παροχής ή χορηγήθηκε απαλλαγή από αυτόν.

Ως τιμή κτήσης για κρυπτοστοιχεία που έχουν αποκτηθεί από δραστηριότητες δανεισμού κρυπτονομισμάτων, από τη συμμετοχή σε μηχανισμούς παροχής ρευστότητας ή απόδοσης σε αποκεντρωμένα πρωτόκολλα, καθώς και από τη δέσμευση κρυπτονομισμάτων σε μηχανισμούς επικύρωσης συναλλαγών κατά την έννοια του άρθρου 37, λαμβάνεται η αξία επί της οποίας υπολογίστηκε φόρος τόκων της παρ. 2 του άρθρου 40. Αν η τιμή κτήσης δεν μπορεί να προσδιορισθεί, θεωρείται ότι είναι μηδενική.

Σε περίπτωση διάθεσης κρυπτοστοιχείων για την απόκτηση αγαθών ή τη λήψη υπηρεσιών, η τιμή μεταβίβασης προσδιορίζεται με βάση την αξία των κρυπτοστοιχείων σε ευρώ κατά τον χρόνο της συναλλαγής, η οποία συνιστά την τιμή κτήσης των κρυπτοστοιχείων για τον αντισυμβαλλόμενο που διαθέτει τα αγαθά ή παρέχει τις υπηρεσίες.

Σε περίπτωση διαδοχικών αποκτήσεων κρυπτοστοιχείων, ως τιμή κτήσης λαμβάνεται η μέση τιμή κτήσης που προκύπτει από τη συνολική αξία κτήσης των κρυπτοστοιχείων δια της συνολικής ποσότητας αυτών.

Πηγή: skai.gr



Πηγή: www.skai.gr