Πριν από λίγα χρόνια, η Πολιτεία μάς ενθάρρυνε να επενδύσουμε στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας.
Μας μίλησε για την πράσινη μετάβαση, για την ανάγκη απεξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα και για ένα νέο ενεργειακό μοντέλο που θα ωφελούσε τόσο τους παραγωγούς, όσο και την κοινωνία.
Πολλοί από εμάς πιστέψαμε σε αυτή την προοπτική. Αγρότες, μικρομεσαίοι επιχειρηματίες και οικογένειες επενδύσαμε τις οικονομίες μας ή δανειστήκαμε από τις τράπεζες, για να κατασκευάσουμε φωτοβολταϊκούς σταθμούς. Δεν ζητήσαμε προνόμια. Ζητήσαμε ένα σταθερό πλαίσιο και ίσους κανόνες για όλους.
Σήμερα, όμως, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα. Οι περικοπές παραγωγής το 2025 είχαν γίνει καθημερινό φαινόμενο. Παρήγαμε ηλεκτρική ενέργεια, αλλά μεγάλο μέρος της δεν επιτρέπονταν να διοχετευθεί στο δίκτυο. Πρόκειται για καθαρή ενέργεια που χάθηκε και, μαζί της, χάθηκαν και τα έσοδά μας.
Σαν να μην έφτανε αυτό, από την αρχή του 2026, τις ώρες που τα φωτοβολταϊκά παράγουν περισσότερο, οι τιμές στη χονδρεμπορική αγορά γίνονται μηδενικές και, τώρα πλέον, αρνητικές, σε πολλές περιπτώσεις με το προκλητικό και ύποπτο 0,01 ευρώ/Mwh. Δηλαδή, όχι μόνο δεν αμειβόμαστε για την παραγωγή μας, αλλά βλέπουμε την αξία της να απαξιώνεται.
Το ερώτημα είναι απλό: Γιατί φτάσαμε εδώ; Η απάντηση, κατά την άποψή μου, βρίσκεται στον τρόπο, με τον οποίο σχεδιάστηκε η ενεργειακή πολιτική. Η ανάπτυξη των φωτοβολταϊκών προχώρησε πολύ πιο γρήγορα από την ανάπτυξη των υποδομών, που θα επέτρεπαν την αξιοποίηση αυτής της ενέργειας. Τα δίκτυα δεν ενισχύθηκαν όσο έπρεπε και, κυρίως, η ανάπτυξη συστημάτων αποθήκευσης ενέργειας καθυστέρησε δραματικά.
Αν υπήρχαν εγκατεστημένες μπαταρίες σε επαρκή κλίμακα, η πλεονάζουσα μεσημβρινή παραγωγή δεν θα χανόταν. Θα αποθηκευόταν και θα επέστρεφε στο σύστημα τις βραδινές ώρες, όταν η ζήτηση αυξάνεται και οι τιμές είναι υψηλότερες.
Θα περιορίζονταν οι περικοπές, θα αποφεύγονταν οι αρνητικές τιμές και το ηλεκτρικό σύστημα θα λειτουργούσε πολύ πιο αποτελεσματικά. Η κυβέρνηση γνώριζε εδώ και χρόνια ότι η αποθήκευση αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη διείσδυση μεγάλων ποσοτήτων Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας. Ωστόσο, η ανάπτυξή της προχώρησε με αργούς ρυθμούς.
Το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής το πληρώνουμε σήμερα εμείς, οι μικρομεσαίοι παραγωγοί, αλλά κι εκατομμύρια καταναλωτές. Γιατί υπάρχει ακόμη ένα μεγάλο παράδοξο.
Τις ώρες που η τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας από τα φωτοβολταϊκά μηδενίζεται ή γίνεται αρνητική, ο πολίτης δεν βλέπει αντίστοιχη μείωση στον λογαριασμό του. Αντίθετα, συνεχίζει να πληρώνει ακριβό ηλεκτρικό ρεύμα. Πώς γίνεται να περισσεύει φθηνή πράσινη ενέργεια, αλλά το ρεύμα να παραμένει ακριβό;
Κατά την άποψή μου, αυτό αποδεικνύει ότι το πρόβλημα δεν βρίσκεται στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, αλλά στον τρόπο λειτουργίας της αγοράς.
Η έλλειψη αποθήκευσης αυξάνει τις ανάγκες εξισορρόπησης του συστήματος και διατηρεί υψηλό το συνολικό κόστος ηλεκτροδότησης. Το κόστος αυτό τελικά μεταφέρεται στους καταναλωτές, οι οποίοι πληρώνουν περισσότερα, χωρίς να γνωρίζουν πάντοτε από πού προκύπτουν αυτές οι επιβαρύνσεις.
Την ίδια στιγμή, οι μικρομεσαίοι παραγωγοί δεν έχουμε τη δυνατότητα να εγκαταστήσουμε μπαταρίες με τους ίδιους όρους που διαθέτουν μεγαλύτεροι ενεργειακοί παίκτες. Η αποθήκευση εξελίσσεται με αργούς ρυθμούς και η αγορά παραμένει συγκεντρωμένη σε λίγους ισχυρούς ομίλους, γεγονός που δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για το κατά πόσο λειτουργεί πραγματικά ο ανταγωνισμός.
Δεν υποστηρίζω ότι η ενεργειακή μετάβαση είναι λάθος. Αντίθετα, πιστεύω ότι αποτελεί μονόδρομο για τη χώρα. Αυτό, που θεωρώ λάθος, είναι ο τρόπος, με τον οποίο εφαρμόζεται.
Δεν μπορεί να ζητάς από τους πολίτες, να επενδύσουν στην πράσινη ενέργεια και, λίγα χρόνια αργότερα, να τους αφήνεις εκτεθειμένους σε συνεχείς περικοπές, αβεβαιότητα και οικονομικές απώλειες.
Η κυβέρνηση οφείλει να αναλάβει τις ευθύνες της. Να επιταχύνει άμεσα την ανάπτυξη της αποθήκευσης, να ενισχύσει τα δίκτυα, να θεσπίσει δίκαιους μηχανισμούς αποζημίωσης για τις αναγκαστικές περικοπές και να διασφαλίσει πραγματικό ανταγωνισμό στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας.
Η πράσινη μετάβαση δεν μπορεί να πετύχει, όταν οι μικρομεσαίοι παραγωγοί οδηγούνται σε οικονομική ασφυξία και οι καταναλωτές συνεχίζουν να πληρώνουν από τους ακριβότερους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος στην Ευρώπη.
Αν δεν αλλάξει κάτι σύντομα, ο μεγάλος χαμένος δεν θα είναι μόνο ο μικρομεσαίος παραγωγός. Θα είναι η ίδια η αξιοπιστία της ενεργειακής πολιτικής της χώρας και η εμπιστοσύνη των πολιτών σε μια μετάβαση, που υποτίθεται ότι σχεδιάστηκε για το κοινό όφελος.
Ορέστης Ψαχούλας
Παραγωγός ενέργειας, Αντιπρόεδρος ΣΥΦΩΕΛ και περιφερειακός σύμβουλος της περιφέρειας Θεσσαλίας















