ίσως ο άνεμος μιας δροσερής αυγής
θα μας σκορπίσει
Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου σκανδαλωδώς εκτός κυκλοφορίας, τρία αριστουργήματα του Τσίζεκ, η Αννί Ερνό για τις ταραχές στη Γαλλία, το Προσφυγικό μπλουζ του Ώντεν, μια κάρτα με τη Ζατέλη, η ιστορία ενός νέου της εποχής, ένα ντοκουμέντο από τη «Στροφή» .
ΠΡΙΝ 5-6 ΜΗΝΕΣ είδα το αρχείο του Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου στο ΜΙΕΤ Θεσσαλονίκης. Το φυλάσσουν με τρυφερότητα σχεδόν, αν και είναι μάλλον φτωχό. 13 φάκελοι με την αλληλογραφία του, φωτογραφίες από ταξίδια του και νεαρούς φίλους, οι κάρτες του για τα μαθήματα που παρέδιδε κατ’ οίκον, κριτικές που γράφτηκαν, ορισμένα χειρόγραφα… Αύριο κάνουν μια εκδήλωση στην πόλη. Καιρός ήταν. Καιρός είναι που πρέπει να επανεκδοθούν και τα ποιήματά του. Είναι ντροπή και σκάνδαλο, να μην κυκλοφορούν τα βιβλία ενός από τους μεγαλύτερους νεοέλληνες ποιητές, επειδή οι κληρονόμοι του αδιαφορούν ή δεν εγκρίνουν το περιεχόμενό του!
Ακόμη κι ο πλούσιος που αγοράζει έναν Πικάσο και τον θάβει στο ανάκτορό του, για να τρώει αυτός κι οι καλεσμένοι του σε ωραίο περιβάλλον, είναι ανεκτότερος από τους κληρονόμους που αφήνουν ένα σπουδαίο βιβλίο εκτός κυκλοφορίας. Γιατί τουλάχιστον ο πίνακας υπάρχει· μια μέρα κάποιο ευαίσθητο παιδί μπορεί να τον κλέψει και να τον αποδώσει στην κοινωνία. Αλλά το να καταδικάζεις στην ανυπαρξία το έργο ενός σπουδαίου ποιητή, επειδή ήταν θείος σου, ή επειδή δεν σού άρεσαν τα γούστα του, είναι α-πα-ρά-δε-κτο. Νομικά, έχεις το δικαίωμα· ηθικά, όχι!
Απόσπασμα από το αφιέρωμα του «Παρασκηνίου» της ΕΡΤ στον Ασλάνογλου. Το επεισόδιο, δυστυχώς, δεν είναι διαθέσιμο στο YouTube ή στο online αρχείο της EΡΤ.
ΥΣΤΕΡΟΦΗΜΙΑ
Είπες,
κάποτε αυτά τα ποιήματα
θ’ αγαπηθούν πολύ,
θα τοιχοκολληθούν,
να τα διαβάζουν όλοι.
Μια μέρα θα υγράνουν μάτια και χείλη
θα διαβαστούν κάτω από φανοστάτες,
σε βροχερές συνελεύσεις.
Τέλος, καθώς πολλούς θα τυραννήσουν,
θα καούν ή θα ταφούν
σε ανήλια σπουδαστήρια – κι είπες πάλι
ίσως ο άνεμος μιας δροσερής αυγής
να τα σκορπίσει.
― Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου, Νοσοκοσμείο Εκστρατείας (1972)
Ψάχνοντας για δυο συνεντεύξεις που μου είχε δώσει ο Ασλάνογλου (μια από αυτές, ήταν η πρώτη συνέντευξη που πήρα ποτέ, στην Αυγή!) έπεσα σε μερικά ανάτυπα της Διαγωνίου, που μού είχε δώσει μάλλον ο Τσίζεκ. Τι ασύλληπτο γούστο! Με ελάχιστα μέσα. Στο τυπογραφείο του Νικολαΐδη. Eλάχιστα εξώφυλλα βιβλίων στην Ελλάδα είχαν ξανά τέτοια ρώμη, απλότητα στο μήνυμα, εικαστική ισορροπία.
Στο πρώτο, ο Κλείτος Κύρου μεταφράζει Ώντεν. Ιδού ένα δείγμα, επίκαιρο τότε, επίκαιρο πάντα
ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΟ ΜΠΛΟΥΖ
Πες πώς η πόλη αυτή έχει δέκα εκατομμύρια ψυχές,
Άλλοι ζουν σε μέγαρα, άλλοι σε τρύπες μικρές:
Κι όμως δεν έχει θέση για μας, αγάπη μου, δεν έχει θέση για μας.
Είχαμε κάποτε μια πατρίδα και μας φαίνονταν όλα καλά,
Ψάξε μέσα στον άτλαντα και θα την έβρεις κειδά:
Τώρα να πάμε εκεί δεν μπορούμε, αγάπη μου, να πάμε εκεί δεν μπορούμε.
Στο κοιμητήρι του χωριού ένα σμιλάρι μεγαλώνει,
Κάθε άνοιξη απ’ την αρχή μες στον ανθό φουντώνει:
Τα παλιά διαβατήρια δεν μπορούν να το κάνουν, αγάπη μου, δεν μπορούν να το κάνουν.
Ο πρόξενος είπε χτυπώντας το γραφείο του εμπρός:
«Αν δεν έχεις διαβατήριο, τυπικά θεωρείσαι νεκρός»:
Όμως να που ακόμα ζούμε, αγάπη μου, να που ακόμα ζούμε.
Πήγα σε μιαν επιτροπή· έκατσα να ξαποστάσω·
Με παρακάλεσαν ευγενικά του χρόνου να ξαναπεράσω:
Όμως σήμερα πού θα πάμε, αγάπη μου, σήμερα πού θα πάμε;
Ήρθα σε μια συγκέντρωση· σηκώθηκε ο ομιλητής να πει:
«Αν τους αφήσουμε και μπουν, θε να μας κλέψουν το ψωμί».
Μιλούσε για σένα και για μένα, αγάπη μου, για σένα και για μένα.
Σαν ν’ άκουσα μπουμπουνητά στα ουράνια να κατρακυλούν·
Ήταν ο Χίτλερ στην Ευρώπη, που έλεγε: «Πρέπει να εξοντωθούν»,
Α, μας είχε στο νου του, αγάπη μου, μας είχε στο νου του.
Είδα μια σκυλίτσα που φορούσε μια ζακέτα κουμπωμένη,
Είδα μια πόρτα ολάνοιχτη και μια γάτα να μπαίνει:
Όμως δεν ήταν Γερμανοεβραίοι, αγάπη μου, δεν ήταν Γερμανοεβραίοι.
Τράβηξα στο λιμάνι, στο μόλο στάθηκα μπροστά,
Είδα τα ψάρια να τρέχουν στο νερό, δε ζούσαν στη σκλαβιά:
Μόλις τρία μέτρα μακριά μου, αγάπη μου, τρία μέτρα μακριά μου.
Περπάτησα σ’ ένα δάσος, είδα στα δέντρα τα πουλιά:
Δεν είχανε πολιτικούς και κελαηδούσαν χαρωπά:
Δεν ήταν άνθρωποι σαν και μας, αγάπη μου, άνθρωποι σαν και μας.
Στον ύπνο μου ονειρεύτηκα χιλιόροφα κτίρια,
Με χίλιες πόρτες και χίλια παραθύρια:
Ούτε ένα δεν ήταν δικό μας, αγάπη μου, δεν ήταν δικό μας.
Στάθηκα μες στο χιόνι που ’πεφτε σε μια ανοιχτή πεδιάδα:
Δέκα χιλιάδες στρατιώτες βάδιζαν στην αράδα:
Ψάχναν για μας τους δυό, αγάπη μου, ψάχναν για μας τους δυό.
Η ΑΝΙ ΕΡΝΟ ΜΙΛΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΤΑΡΑΧΕΣ ΣΤΗ ΓΑΛΛΙΑ Από τους ζώντες Γάλλους συγγραφείς που έχω διαβάσει, η Ανί Ερνό είναι η πιο σοβαρή και στέρεη. Ο τελευταίος Ουελμπέκ ήταν απογοητευτικός, σα να έχει φύγει το αίμα από μέσα του, ξεθυμασμένος ― άφησα την «Εκμηδένιση» στη μέση, πρωτοφανές για μένα, τα παλιά του βιβλία με είχαν ενθουσιάσει. Για τον Εντουάρ Λουί, τα έχουμε ξαναπεί, δεν με πείθει. Ο Εριμπόν, καλός, αλλά τον βαριέμαι λίγο. Ωστόσο, δεν είμαι και ο μεθοδικότερος αναγνώστης.
Τέλος πάντων, η Ερνό δίνει μια συνέντευξη στο New York, που σημαντικό μέρος της είναι αφιερωμένο στις ταραχές της Γαλλίας. Έχει νόημα να την ακούσουμε:
Είμαστε μια χώρα γερασμένη, που νοιάζεται αποκλειστικά για τους πλούσιους και αδιαφορεί εντελώς για τις ζωτικές της δυνάμεις…
Τι πιστεύετε ότι οφείλει σήμερα το κράτος στους φοιτητές;
Πρώτα απ’ όλα, να τους ακούσει. Η κυβέρνηση δεν έχει δείξει την παραμικρή επίγνωση ή κατανόηση όσων συμβαίνουν στη νέα γενιά. Αυτό ισχύει εδώ και χρόνια, αλλά η στάση αυτή έχει γίνει ακόμη πιο έντονη επί προεδρίας Μακρόν. Μόλις οι αγρότες κάνουν την παραμικρή κίνηση, γίνονται αμέσως δεκτοί στο Μέγαρο των Ηλυσίων. Από οικονομική άποψη, οι αγρότες έχουν σημαντικό βάρος, ενώ οι νέοι μοιάζουν να μη μετρούν καθόλου στην οικονομία, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως. Χρειάστηκε να περάσει περισσότερο από ένας μήνας για να δεχτεί επιτέλους ο Μακρόν τους φοιτητές που συμμετέχουν στο κίνημα. Είναι πραγματικά αποκαρδιωτικό. Υπάρχει ένα σύνθημα που ίσως έχετε ακούσει: «Μπισμιλλάχ, είναι σκοτάδι». Νομίζω ότι συνοψίζει θαυμάσια τη σημερινή κατάσταση. Όλη η χαρά και η ωριμότητα που έδειξαν αυτοί οι μαθητές του λυκείου πήγαν χαμένες. Σου δημιουργείται η εντύπωση μιας χώρας γερασμένης, που νοιάζεται αποκλειστικά για τους πλούσιους και αδιαφορεί εντελώς για τις ζωτικές της δυνάμεις. Ίσως ακούγομαι πολύ θυμωμένη, αλλά αυτό που αισθάνομαι πάνω απ’ όλα είναι ανησυχία και θλίψη.
Η αντίδραση της αστυνομίας στις διαδηλώσεις υπήρξε κατά καιρούς ιδιαίτερα βίαιη.
Αυτό που διαπίστωσα, πάνω απ’ όλα, ήταν ότι κατά βάθος δεν με εξέπληξε. Αναρωτήθηκα πώς ήταν δυνατόν να μη με εκπλήσσει, όταν θυμόμουν πως το 1986, μετά τον θανάσιμο ξυλοδαρμό του Μαλίκ Ουσεκίν από αστυνομικούς, η αστυνομική βία είχε καταδικαστεί απερίφραστα. Κι όμως, σήμερα έχει γίνει καθημερινό φαινόμενο. Στις τάξεις της αστυνομίας έχει διεισδύσει σε μεγάλο βαθμό η ακροδεξιά Εθνική Συσπείρωση. Πρόκειται για ανθρώπους με ρατσιστικές αντιλήψεις, που δείχνουν ελάχιστη ή και καθόλου ευαισθησία απέναντι στον ανθρώπινο πόνο. Αυτό όμως που προκαλεί ιδιαίτερη φρίκη είναι ότι η βία στρέφεται εναντίον τόσο νέων ανθρώπων. Δεν μπορεί βέβαια κανείς να αποκλείσει την παρουσία ταραχοποιών, των λεγόμενων casseurs. Είναι πραγματικά αξιοσημείωτος αυτός ο όρος, γιατί μιλάμε για ανθρώπους. Ποιοι είναι; Αυτό είναι το ερώτημα που δεν θέτει κανείς. Τους αντιμετωπίζουν σαν μια μυστηριώδη, βίαιη ομάδα που κλέβει και καταστρέφει. Κι όμως, μετά τις ταραχές της 17ης Οκτωβρίου είδαμε ότι ανάμεσά τους βρίσκονταν, όπως ήταν φυσικό, άνεργοι, αλλά και άνθρωποι που ζουν λίγο στο περιθώριο. Όλοι τους, ωστόσο, ανήκουν στην ίδια χώρα. Θα όφειλε κανείς να αναρωτηθεί γι’ αυτό. Αλλά όχι. Μόνο καταστολή, καταστολή, καταστολή. Είναι ένας πολύ επικίνδυνος κατήφορος. Δεν μπορούμε πια να μιλάμε για δημοκρατικό κράτος. Δημοκρατία δεν υπάρχει. Πιστεύω ότι ο υπόλοιπος κόσμος, η Ευρώπη, ακόμη και οι Ηνωμένες Πολιτείες, παρακολουθούν σκανδαλισμένοι και εμβρόντητοι. Έχουμε φτάσει σε τέτοιο επίπεδο βαρβαρότητας, ώστε θα τολμήσω να μιλήσω για φασιστικές μεθόδους.
Υπήρξατε ανέκαθεν μια συγγραφέας με έντονη πολιτική δράση. Βλέπετε αυτή τη στράτευση ως προσωπική επιλογή ή ως ευθύνη; Και έχει αλλάξει κάτι μετά το Νόμπελ;
Η πολιτική μου στράτευση αποτελεί συνέχεια της συγγραφικής μου δουλειάς. Όταν γράφω, αισθάνομαι μια ευθύνη που προϋποθέτει, πρώτα απ’ όλα, να μην εξαπατώ τον εαυτό μου. Το ζητούμενο είναι η αλήθεια: η αλήθεια της μορφής, η αλήθεια της γραφής. Μετά το Νόμπελ, τα πράγματα άλλαξαν υπό την έννοια ότι βρίσκομαι πολύ περισσότερο στο προσκήνιο και μου απευθύνονται διαρκώς αιτήματα. Υπογράφω δημόσια κείμενα με τα οποία συμφωνώ, για παράδειγμα σχετικά με την Παλαιστίνη. Η υποστήριξή μου προς τη Γάζα έχει πολύ παλιές ρίζες. Ήταν το 1967, στη διάρκεια του Πολέμου των Έξι Ημερών, όταν συνειδητοποίησα ότι το Ισραήλ ήταν ένα αποικιοκρατικό κράτος. Ως τότε είχα την επικρατούσα αντίληψη ότι επρόκειτο για μια επικράτεια που είχε παραχωρηθεί ως επανόρθωση. Εδώ και περισσότερο από δέκα χρόνια συμμετέχω επίσης στην Ανυπότακτη Γαλλία (La France Insoumise), το κόμμα που ίδρυσε ο υποψήφιος για την προεδρία Ζαν-Λικ Μελανσόν. Έχω επιλέξει συνειδητά για ποιον λόγο και για ποιους ανθρώπους επιθυμώ να αλλάξει σήμερα η Γαλλία.
Τον Ιούνιο, στο Σεν-Ντενί, εκφωνήσατε μια ομιλία υπέρ της υποψηφιότητας του Μελανσόν, φορώντας μια παλαιστινιακή κεφίγια. Τι σήμαινε εκείνη η στιγμή για εσάς; Και ποιες είναι οι ελπίδες και οι φόβοι σας για τις προεδρικές εκλογές της επόμενης χρονιάς;
Ήταν μια μοναδική στιγμή για μένα. Βρίσκονταν εκεί τριάντα χιλιάδες άνθρωποι, πολλοί από τους οποίους νέοι. Το πλήθος ήταν εξαιρετικά ετερόκλητο, όπως ακριβώς είναι και ένα μεγάλο μέρος της γαλλικής κοινωνίας. Δεν είχα ξαναμιλήσει ποτέ σε πολιτική συγκέντρωση. Θυμάμαι ότι σκέφτηκα: «Εδώ είναι η θέση μου». Είναι πολύ σπάνιο να αισθάνεται κανείς ότι βρίσκεται ακριβώς εκεί όπου ανήκει. Ο μεγάλος φόβος είναι το ενδεχόμενο να ανέλθει στην εξουσία μια απροκάλυπτα ρατσιστική, φασιστική, ακροδεξιά κυβέρνηση. Το σημαντικό τώρα είναι να μην εγκαταλείψουμε τον αγώνα.
•
Η Ζυράννα Ζατέλη σε κάρτα που κυκλοφορούσε από την Οδό Πανός
••
Τhe playboy of the western Athens. A sad story.
Η ιστορία ενός νέου ταπεινής καταγωγής, πλην όμως προικισμένου με απαράμιλλη φιλοδοξία, ακαταμάχητη γοητεία και αμφίβολη ηθική, ο οποίος, αφού δοκίμασε τις πικρίες του σεξ, τις περιπέτειες της πολιτικής και τις μεταπτώσεις της τύχης, περιπλανήθηκε στις αυλές και τα σαλόνια της αθηναϊκής ζωής, επιδιώκοντας με κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσο να αποκτήσει μια κάποια δόξα και κοινωνική περιωπή, για να ανακαλύψει εντέλει, κατόπιν πολλών θριάμβων, ακόμη περισσότερων ταπεινώσεων και μιας σειράς αξιοθρήνητων φλοπ, ότι η άνοδος ενός ανθρώπου στην κοινωνία δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην και την ευτυχία του, και ότι η μοίρα, η οποία τόσο γενναιόδωρα χαρίζει τα δώρα της, γνωρίζει εξίσου καλά και πώς να τα αφαιρεί.
ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΕΥΦΟΡΙΑΣ βρήκε έδαφος. Δεν είχε και μυαλό κανείς να τον τσεκάρει. Άρχισε να λέει διάφορα για τον εαυτό του. Ότι σπούδασε σε μέρη όπου δεν σπούδασε. Ότι υπήρξε σύμβουλος ενός μεγάλου οίκου στη Νέα Υόρκη. Ότι έχει μοναδικές ικανότητες, που δυστυχώς δεν του ζητείται να τις εφαρμόσει.
Άλλαξε το όνομά του και του έδωσε μεγαλοαστική χροιά. Έδωσε συνεντεύξεις, όπου τα ισχυρίστηκε. Άλλαξε πόλεις. Έχτισε μύθο. Και άρχισε να τον πιστεύει και αυτός.
Το γεγονός ότι η μπλόφα καταναλώθηκε αμάσητη τον αποθράσυνε. Περιοδικά «κύρους» αναπαρήγαν, δίχως να το τσεκάρουν, τα ψεύδη του. Άρχισε να πιστεύει ότι όλοι γύρω του είναι ηλίθιοι και ότι ένα έτσι να κάνεις, τους εξαπατάς, μπαίνεις στο σπίτι τους και τους ξαφρίζεις. Αυτό, σε συνδυασμό με την αγωνιώδη σπουδή που έχει ο κλέφτης όταν κλέβει, τον έκανε να βιαστεί ν’ ανέβει πίστα. Στο τέλος, έλεγε τέρατα. Αν και υποψιασμένη πια, η κοινωνία τον άφηνε να παίζει. Ήταν ψάρι μικρό.
Ώσπου, μια μέρα, πιάστηκε. Ο μεγάλος οίκος διέψευσε ότι τον είχε σύμβουλο. Διάφοροι φτωχοδιάβολοι που τον φθονούσαν, έψαξαν και βρήκαν τι έχει σπουδάσει (Αριστοτέλειο). Ότι η καταγωγή του είναι λαϊκή και μάλλον ντροπιασμένη (οι γονείς του έβγαλαν κάτι λεφτουδάκια ως πρασινοφρουροί, λίγο ρουφιάνοι). Ότι τον είχε προωθήσει μια υπέργηρη πλουσία, επειδή της έκανε τον γελωτοποιό στη μοναξιά της και τη συνόδευε στα θέατρα. Ότι τον είχαν διώξει νύχτα από μια πόλη, από τα φέσια και τις ίντριγκες
Αυτές οι κουκκίδες (τα ανθρωπάκια) δεν είχαν χέρια, πόδια, μάτια, ούτε αυτό το κύμα αισθημάτων που φουσκώνει από μέσα προς τα έξω και το οποίο συμβατικά ονομάζουμε ψυχή. Ήταν απλώς κορόιδα. Τα πελατάκια του.
Αλλά Αυτός, ως νάρκισσος (σπανίως είσαι απατεώνας, εάν δεν είσαι νάρκισσος), ποτέ δεν είχε νιώσει τι είναι αυτό το «κύμα». Μέσα του υπήρχε το Κενό, παγερό και άδειο, που το σαρώνανε πού και πού μικρές πολεμόχαρες κραυγές κι ανήκουστοι αναστεναγμοί από κάτι πολύ παλιό, παιδικό, που αρνιόταν να τ’ ακούσει.
Αρχικά, το θέαμα τον σόκαρε. Δεν είχε δει ποτέ το πρόσωπό του στον καθρέφτη –εννοώ το αληθινό του πρόσωπο– αλλά το ατσάλινο μπλοκμπάστερ της «μηχανής» που ενσάρκωνε, της μηχανής που εν τέλει ήταν. Όταν ετίθετο, σπανίως, μια διερώτηση ηθική, την έλυνε με την ίδια κατασκευαστική ευκολία: όχι, δεν εξαπάτησε αυτός την κοινωνία – η κοινωνία ήταν ξεχαρβαλωμένη κι απλώς την επιδιόρθωσε! («τους ξέρουμε τους προκομμένους: να τα λέμε τώρα;»). Όχι δεν ήταν ψεύτης- ήταν απλώς ρεαλιστής. Και άλλα ηχηρά παρόμοια.
Αλλά το πρώτο σοκ, διαδέχτηκε η παλιά λύσσα. Η παλιά εφευρετικότητα. Σύντομα βρέθηκε άγνωστος σε άλλες αγορές, μικρότερου βεληνεκούς, με άψογο νέο κουστούμι, και φρεσκοτυπωμένες κάρτες. Αλλά έπληττε. Η σκηνή ήταν μικρή, οι θεατές άξεστοι. Έπαιζε το ρόλο του παπαγαλία, βαρυεστημένος. Μαράθηκε, αν και σε ωραίο σπίτι, με τα ταξίδια, τα fancy εστιατόρια, τα αυτοκίνητα.
Ώσπου μια μέρα αποφάσισε να επιστρέψει. Στον τόπο του εγκλήματος. Προς μεγάλη του έκπληξη, υπήρξε ένα υπολογίσιμο πλήθος που τον υποδέχτηκε, υπομειδιώντας πονηρά, συνένοχα, συγχωρώντας του τα πάντα. Το ίδιο πλήθος που κατά βάθος ελκύεται από τους καταφερτζήδες. Που νοιώθει οικειότητα και μια κρυφή συμπάθεια για τους κλέφτες, τους απατεώνες, τους χαριτωμένους υποκριτές. Οι Έλληνες τρέφουν κρυφό θαυμασμό για τους μαφιόζους, τα γατόνια, τους αγαπούλες και τους τραμπούκους ενγένει, διότι δεν υπάρχει τίμιο κράτος να το πιστεύουν και να το σέβονται, ενώ μέσα στο θολωμένο τους μυαλό, εκεί έξω υπάρχει ακόμη κάτι σαν ευρωπαϊκή Τουρκοκρατία, που τους απειλεί και τους συνθλίβει, κι αυτοί καλπάζουν λεύτεροι, με χιψτερογενειάδες στα βουνά, Αρματολοί και Κλέφτες, άπλυτοι ολημερίς στο φέισμπουκ. Οπότε, το μόνο που τους απομένει είναι είτε ένα αυτοκαταναλούμενο μικροαντάρτικο είτε η αξιοπρεπής μοναξιά ― τουλάχιστον να μην προσθέτεις με την παρουσία σου στην τόση διάχυτη ασκήμια κι άλλη.
Αλλά ο ήρωάς μας, είχε χάσει την παλιά του ορμή. Την ακραιφνή του ωραιότητα. Σύρθηκε λίγο στα παλιά λημέρια, αποδεκτός σε ρόλους δεύτερους, βαρέθηκε, κουράστηκε και κόλλησε σκρολάροντας στο κινητό, να δει αν τον θυμάται κάποιος και γιατί.Τον ήξερα. Δούλεψα μαζί του. Κι επέζησα της μικρής του τραγωδίας για να την διηγηθώ.
•••
Η Στροφή…
Λίγο πριν τα πάρουμε όλα αλλιώς, ο καθένας το δρόμο του, ένας θεός ξέρει γιατί αφού πάλι στα λεφτά μας είμαστε, υπήρχε μια ταβέρνα στο Πέραμα που λεγόταν Στροφή. Δεν συμβόλιζε κάτι το όνομα, απλώς έστριβε ο δρόμος. Κι έβγαινε στη θάλασσα. Θάλασσα μολυσμένη· θάλασσα πάντως. Και τα ψάρια ― αφρόψαρα. Τίποτα το σπουδαίο. Ήταν όμως σπουδαία η στιγμή. Χωρίς να το ξέρουμε. Κι ίσως χωρίς ποτέ να το καταλάβουμε. Μιχάλης, Σταύρος, Άννα, Φώτης, Τζούλια, Χρήστος, Άλεξ, Κωστής, Μαρκέλα, Σύλβια, Γιώργος, Φαίδρα, Ερρίκος, Αγιάτη. Τραβηγμένο με ένα παλιό κινητό, βρήκα το βίντεο σε ένα ξεχασμένο δίσκο. Φεβρουάριος, νομίζω γενέθλια Μιχάλη. Χύμα όλοι. Ζεστοί. Χωρίς αποδείξεις. Ο Μιχάλης είπε: «Ωραία ζήσαμε». Εγώ λέω: «Αυτό ήταν».
…















