Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Ο Τραμπ στήνει ΝΑΤΟ δύο ταχυτήτων: Εκτός κρίσιμης συνάντησης Βρετανία, Γαλλία και χώρες της Βαλτικής


Η απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να οργανώσει στην Πολωνία μια κλειστή συνάντηση για το μέλλον του ΝΑΤΟ, αποκλείοντας κρίσιμους ευρωπαίους συμμάχους, υπερβαίνει μια ακόμη αμερικανική ιδιορρυθμία στη διαχείριση της Συμμαχίας. Αποκαλύπτει ένα πολιτικό σχέδιο για μετατροπή του ΝΑΤΟ από οργανισμό συλλογικής άμυνας σε λέσχη κρατών που αξιολογούνται, ταξινομούνται και επιβραβεύονται ανάλογα με τον βαθμό συμμόρφωσής τους στις εκάστοτε επιταγές της Ουάσινγκτον.

Η Βρετανία, η Γαλλία και οι βαλτικές χώρες δεν αποκλείστηκαν από μια τυπική τεχνική συνεδρίαση. Έμειναν εκτός μιας συζήτησης που αφορά τη μελλοντική αρχιτεκτονική του ΝΑΤΟ, παρότι πρόκειται για χώρες με κεντρική στρατιωτική, πολιτική και γεωγραφική βαρύτητα στην ευρωπαϊκή ασφάλεια.

Ιδίως η Εσθονία, η Λετονία και η Λιθουανία -που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της αντιπαράθεσης με τη Ρωσία- δύσκολα μπορούν να αντιμετωπιστούν ως περιφερειακοί παίκτες όταν συζητείται η αξιοπιστία της αποτροπής στο ανατολικό άκρο της βορειοατλαντικής συμμαχίας.

Η λογική Τραμπ για το «καλό» ΝΑΤΟ

Η συνάντηση στην Πολωνία προωθείται από τον επικεφαλής πολιτικής του Πενταγώνου, Έλμπριτζ Κόλμπι, και στηρίζεται στο σχήμα που έχει ήδη συγκροτηθεί με Νορβηγία, Σουηδία, Φινλανδία, Πολωνία, Γερμανία και Ολλανδία. Η επιχειρηματολογία είναι ότι μια μικρότερη ομάδα μπορεί να επεξεργαστεί ιδέες και κατόπιν να τις θέσει προς συζήτηση στην πλήρη Συμμαχία.

Όμως η επιλογή των συμμετεχόντων δεν είναι ουδέτερη τεχνοκρατική διαδικασία. Εντάσσεται στη δημόσια απειλή της κυβέρνησης Τραμπ για μια άτυπη λίστα «καλών» και «κακών» συμμάχων, δηλαδή κρατών που ανταποκρίνονται στις αμερικανικές απαιτήσεις και κρατών που- κατά την Ουάσινγκτον- δεν καταβάλλουν το απαιτούμενο τίμημα σε αμυντικές δαπάνες, στρατιωτική συνεισφορά ή πολιτική ευθυγράμμιση.

Η λογική αυτή πλήττει τον πυρήνα της συμμαχικής σχέσης. Δεν αντιμετωπίζει την άμυνα ως κοινή υποχρέωση απέναντι σε κοινές απειλές, αλλά ως διαπραγμάτευση ανταλλαγμάτων. Η στρατιωτική εγγύηση παύει να θεωρείται σταθερή δέσμευση και εμφανίζεται ως προνόμιο που μπορεί να αναθεωρείται, ανάλογα με το αν ένα κράτος ικανοποιεί τις προτεραιότητες του εκάστοτε ενοίκου του Λευκού Οίκου.

Το μήνυμα Τραμπ προς την Ευρώπη

Ο αποκλεισμός χωρών που βρίσκονται στον σκληρό πυρήνα της ευρωπαϊκής άμυνας δεν επιβαρύνει μόνο τις σχέσεις της Ουάσινγκτον με το Λονδίνο ή το Παρίσι. Διαβρώνει την εμπιστοσύνη που αποτελεί το πραγματικό θεμέλιο του ΝΑΤΟ.

Η Βρετανία και η Γαλλία είναι οι δύο ευρωπαϊκές πυρηνικές δυνάμεις. Η Γαλλία παραμένει βασικός παράγοντας της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας, ενώ η Βρετανία είναι κομβική για την άμυνα της βόρειας Ευρώπης, τις ναυτικές δυνατότητες του ΝΑΤΟ και τη στρατιωτική στήριξη της Ουκρανίας. Οι βαλτικές χώρες δεν είναι απλώς εταίροι με υψηλές αμυντικές δαπάνες, αλλά τα κράτη για τα οποία η ρωσική απειλή αποτελεί ζήτημα άμεσης εθνικής επιβίωσης.

Με τον αποκλεισμό τους, η κυβέρνηση Τραμπ στέλνει το αντίθετο μήνυμα από εκείνο που απαιτεί η ευρωπαϊκή ασφάλεια. Ακόμη και η μεγαλύτερη στρατιωτική συνεισφορά ή η συνεπέστερη ευθυγράμμιση δεν εξασφαλίζουν θέση στο τραπέζι των αποφάσεων, ενώ η συμμετοχή στον στρατηγικό σχεδιασμό κινδυνεύει να εξαρτάται από την πολιτική εύνοια της Ουάσινγκτον και όχι από τη θεσμική ισοτιμία των συμμάχων.

Δεν είναι τυχαίο ότι διπλωμάτης χώρας που αποκλείστηκε δήλωσε πως η χώρα του «κάνει ό,τι της ζητείται», αλλά δεν έχει λάβει καθαρή εξήγηση για τα κριτήρια και τον σκοπό της πρωτοβουλίας. Η φράση αυτή συμπυκνώνει το πρόβλημα: όταν οι σύμμαχοι δεν γνωρίζουν τους κανόνες με τους οποίους κρίνονται, η σχέση παύει να είναι συμμαχική και μετατρέπεται σε σχέση εξάρτησης.

Αποτροπή ή κατακερματισμός του ΝΑΤΟ;

Οι υποστηρικτές του σχήματος υποστηρίζουν ότι δεν επιδιώκεται ρήξη και ότι η ομάδα μπορεί να λειτουργήσει ως «κινητήρας μετασχηματισμού» για ολόκληρη τη Συμμαχία. Ο ίδιος ο Κόλμπι έχει υποστηρίξει ότι η επιδίωξη είναι να «παρασύρει» προς τα εμπρός το σύνολο του ΝΑΤΟ και να ενισχύσει τις ευρωπαϊκές στρατιωτικές δυνατότητες.

Αλλά εδώ ακριβώς βρίσκεται η αντίφαση. Η Ευρώπη χρειάζεται μεγαλύτερη στρατιωτική ικανότητα, επενδύσεις, κοινό σχεδιασμό και παραγωγή οπλικών συστημάτων. Δεν χρειάζεται μια Ουάσινγκτον που αντιλαμβάνεται την ενίσχυση της ευρωπαϊκής άμυνας ως μηχανισμό διαχωρισμού των Ευρωπαίων σε προνομιούχους και περιθωριοποιημένους.

Η αποτροπή λειτουργεί μόνο όταν είναι αξιόπιστη, ενιαία και προβλέψιμη. Ένα ΝΑΤΟ χωρισμένο σε εσωτερικούς κύκλους, ειδικές προσκλήσεις και ανεπίσημες βαθμίδες συμμετοχής δίνει στη Μόσχα ακριβώς το υλικό που χρειάζεται: την εντύπωση ότι η πολιτική συνοχή της Δύσης είναι διαπραγματεύσιμη. Η στρατιωτική ισχύς δεν αρκεί όταν η πολιτική βούληση εμφανίζεται επιλεκτική ή υπό αίρεση.

Η ευρωπαϊκή άμυνα χωρίς αμερικανικές εγγυήσεις

Το ουσιαστικό διακύβευμα, επομένως, δεν είναι αν η συνάντηση στην Πολωνία θα καταλήξει σε μια ακόμη κοινή δήλωση. Είναι αν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις θα αποδεχθούν ότι οι αποφάσεις για τη δική τους ασφάλεια θα λαμβάνονται σε περιορισμένα σχήματα, σχεδιασμένα από την Ουάσινγκτον και με κριτήρια που δεν εξηγούνται δημόσια.

Για την Ευρώπη, η απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε η παθητική προσαρμογή ούτε μια ρητορική «στρατηγικής αυτονομίας» χωρίς υλικό αντίκρισμα. Χρειάζεται κοινή στρατιωτική ικανότητα, πιο συνεκτική αμυντική βιομηχανία, μακροπρόθεσμη χρηματοδότηση και πολιτική βούληση ώστε η ευρωπαϊκή ασφάλεια να μη βρίσκεται διαρκώς υπό διαπραγμάτευση με την εκάστοτε αμερικανική κυβέρνηση.

Η πολιτική Τραμπ δεν διακινδυνεύει μόνο να αποδυναμώσει το ΝΑΤΟ, αλλά να μετατραπεί από μια συμμαχία αμοιβαίων δεσμεύσεων σε μια πυραμίδα εξαρτήσεων, όπου η ασφάλεια θα μοιράζεται βάσει της πολιτικής «υπακοής». 

Με πληροφορίες από Politico



Πηγή: www.lifo.gr