Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Σημάδια πριν από την εφηβεία μπορεί να προβλέπουν επώδυνη περίοδο, σύμφωνα με μελέτη


Η εμφάνιση μη επώδυνων συμπτωμάτων, όπως η κόπωση και η ζάλη, πριν από την πρώτη περίοδο μπορεί να αποτελεί ένδειξη αυξημένου κινδύνου εμφάνισης δυσμηνόρροιας – δηλαδή επώδυνης εμμήνου ρύσης – τα επόμενα χρόνια, σύμφωνα με νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό The Lancet Child & Adolescent Health.

Πολλές γυναίκες αντιμετωπίζουν πόνους περιόδου, οι οποίοι εμφανίζονται ήδη από την εφηβεία και μπορεί να επηρεάζουν τη ζωή τους για χρόνια. Οι ερευνητές ελπίζουν ότι η αντιμετώπιση ορισμένων συμπτωμάτων πριν από την πρώτη έμμηνο ρύση θα μπορούσε να περιορίσει την επιβάρυνση που προκαλεί η δυσμηνόρροια στις έφηβες.

«Ο εντοπισμός των παραγόντων κινδύνου για τη δυσμηνόρροια, ιδιαίτερα για τη σοβαρή δυσμηνόρροια, έχει τη δυνατότητα να βελτιώσει την έκβαση για τις έφηβες, μέσω έγκαιρης και πιο στοχευμένης θεραπείας», έγραψαν οι συγγραφείς της μελέτης.

Οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα από περισσότερες από 2.000 έφηβες και διαπίστωσαν ότι μη επώδυνα σωματικά συμπτώματα- όπως η κόπωση, η ζάλη, τα γαστρεντερικά προβλήματα, οι εφιάλτες ή οι αισθητηριακές αλλαγές- καθώς και η προχωρημένη εφηβική ανάπτυξη στην ηλικία των 9 έως 10 ετών, αποτελούν ισχυρούς δείκτες μελλοντικού πόνου κατά την περίοδο.

Η δυσμηνόρροια είναι συχνή στην εφηβεία και συχνά θεωρείται αναπόφευκτη ή παραμένει χωρίς θεραπεία, σημειώνουν οι συγγραφείς. Μπορεί να επηρεάσει την καθημερινή λειτουργικότητα και να οδηγήσει στην εμφάνιση άλλων χρόνιων καταστάσεων πόνου. Ωστόσο, λίγα είναι γνωστά για τους παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισής της, ενώ η έλλειψη έρευνας σχετικά με την περίοδο πριν από την πρώτη έμμηνο ρύση δυσχεραίνει τον έγκαιρο εντοπισμό των ατόμων που διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο.

Προηγούμενες έρευνες έχουν δείξει ότι περίπου το 70% των εφήβων κοριτσιών βιώνουν πόνους κατά την περίοδο, ενώ σε περίπου 20% των περιπτώσεων ο πόνος επηρεάζει σημαντικά τις καθημερινές δραστηριότητες.

Η νέα μελέτη διαπίστωσε επίσης ότι τα προβλήματα ύπνου συνδέονται σε μεγάλο βαθμό με εντονότερη επίδραση του πόνου στις καθημερινές δραστηριότητες. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι η αντιμετώπιση των διαταραχών ύπνου πριν από την πρώτη περίοδο θα μπορούσε να συμβάλει στη μείωση της επιβάρυνσης από τον πόνο.

Για παράδειγμα, η γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία που στοχεύει στην αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος σε εφήβους με χρόνιο πόνο φαίνεται να έχει ενθαρρυντικά αποτελέσματα, καθώς μπορεί να βελτιώσει τόσο τα προβλήματα ύπνου όσο και την επίδραση του πόνου στην καθημερινότητα.

«Τα ευρήματα αυτά δημιουργούν την προοπτική εντοπισμού των ατόμων που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο, προτού ο πόνος εξελιχθεί σε ένα πρόβλημα που θα τα ακολουθεί σε όλη τους τη ζωή», έγραψαν οι συγγραφείς.

Με πληροφορίες από euronews.com

 



Πηγή: www.lifo.gr