Η γερμανική ναυτιλία εξαπολύει σφοδρή επίθεση στο Βερολίνο, κατηγορώντας το για κωλυσιεργία 34 ετών σχετικά με το έργο εκβάθυνσης του Ρήνου.
Τα ιστορικά χαμηλά επίπεδα του νερού στην περιοχή προκαλούν πλέον σοβαρές αναταράξεις στις εφοδιαστικές αλυσίδες, απειλώντας παράλληλα να φρενάρουν την οικονομική ανάπτυξη της χώρας.
Ήταν 1992 όταν η κυβέρνηση του καγκελάριου Χέλμουτ Κολ δεσμευόταν να απομακρύνει τους υποθαλάσσιους βράχους του Ρήνου, μόλις νότια της μυθικής Λόρελαϊ, του επιβλητικού βράχου από τον οποίο, σύμφωνα με τον θρύλο, μια σειρήνα παρασύρει τα πλοία στα βράχια.
Τρεις και πλέον δεκαετίες μετά, το ρηχό αυτό πέρασμα παραμένει ένα τεράστιο σημείο συμφόρησης για τη ναυσιπλοΐα στον μεγαλύτερο και σημαντικότερο πλωτό διάδρομο της Γερμανίας, από τον οποίο διέρχεται το 80% των εσωτερικών μεταφορών της χώρας.
Κοντά στην κωμόπολη Κάουμπ, δυτικά της Φρανκφούρτης, το κανάλι ναυσιπλοΐας είναι κατά 20 εκατοστά πιο ρηχό σε σύγκριση με το υπόλοιπο ποτάμι. Έτσι, κάθε φορά που υποχωρεί η στάθμη, τα πλοία αναγκάζονται να μειώνουν αισθητά το φορτίο τους.
«Χάνουμε χρόνο που δεν διαθέτουμε»
Η χειρότερη ξηρασία που έχει καταγραφεί στη Γερμανία από το 1882 οδήγησε τη στάθμη του νερού στον σταθμό μέτρησης του Κάουμπ σε νέο ιστορικό χαμηλό την Τετάρτη, υποχωρώντας κατά περισσότερο από 50% σε σχέση με το αμέσως προηγούμενο αρνητικό ρεκόρ του 2018. Η κρίση αυτή επανέφερε στο προσκήνιο το ερώτημα γιατί ένα τόσο κρίσιμο έργο παραμένει κολλημένο στα χαρτιά.
«Είναι απλώς ανεξήγητο πώς χρειάζεται τόσο πολύν χρόνο η απομάκρυνση έξι βραχωδών εξάρσεων στον πυθμένα», δήλωσε στους Financial Times ο Γενς Σβάνεν, διευθύνων σύμβουλος της Ομοσπονδιακής Ένωσης Γερμανικής Εσωτερικής Ναυσιπλοΐας (BDB).
Ο Σβάνεν εκτιμά ότι οι τεχνικές εργασίες για την αφαίρεση των βράχων δεν θα διαρκούσαν πάνω από οκτώ μήνες. Το πρόβλημα, ωστόσο, αποτυπώνει ανάγλυφα τη γενικότερη κρίση υποδομών της Γερμανίας. «Χάνουμε χρόνο που απλά δεν διαθέτουμε», υπογράμμισε.
Σε «προτεραιότητα» από το 2019 το έργο
Οι προσπάθειες για την εκβάθυνση του καναλιού έχουν καθυστερήσει δραματικά εξαιτίας ενός συνδυασμού παραγόντων: περιβαλλοντικές ενστάσεις, αλλαγές στις πολιτικές προτεραιότητες των διαδοχικών κυβερνήσεων και γραφειοκρατικές διαδικασίες σχεδιασμού.
Παρότι το έργο τέθηκε εκ νέου σε τροχιά υψηλής προτεραιότητας το 2019, αφού το χαμηλό επίπεδο των υδάτων την προηγούμενη χρονιά είχε πλήξει το γερμανικό ΑΕΠ, ο ισχύον προγραμματισμός μεταθέτει την ολοκλήρωσή του για το 2033.
Το Ομοσπονδιακό Ινστιτούτο Υδραυλικής Μηχανικής και Ερευνών της Γερμανίας έχει χαρακτηρίσει το έργο ως «απόλυτης προτεραιότητας».
Ο ομοσπονδιακός υπουργός Μεταφορών, Στέφεν Μπίλγκερ, δήλωσε την Τετάρτη ότι το Βερολίνο «προχωρά με ταχείς ρυθμούς» τις διαδικασίες για την εκβάθυνση στο τμήμα του Κάουμπ, σημειώνοντας πως το έργο εξυπηρετεί υπέρτερο δημόσιο συμφέρον.
Μετά από πρόσφατη αλλαγή στη γερμανική νομοθεσία, οι διαδικασίες αδειοδότησης για τέτοιου είδους υποδομές έχουν απλοποιηθεί. Ωστόσο, το υπουργείο Μεταφορών δεν απάντησε σε ερώτημα των FT για το αν το χρονοδιάγραμμα μπορεί να επισπευσθεί και να ολοκληρωθεί νωρίτερα από το 2033.
Ο Μπίλγκερ προειδοποίησε ότι «οι επόμενες εβδομάδες θα είναι δύσκολες», καθώς η στάθμη των υδάτων τόσο στον Ρήνο όσο και στον Δούναβη «θα παραμείνει ιδιαίτερα χαμηλή προς το παρόν».
«Μια ιστορία χωρίς τέλος»
Ο Μπερντ Ρόιτερ, πρώην βουλευτής των Φιλελευθέρων (FDP), συμμερίζεται πλήρως την αγανάκτηση του ναυτιλιακού κλάδου. «Πρόκειται για μια ιστορία χωρίς τέλος που με απασχολεί εδώ και πάρα πολλά χρόνια», ανέφερε.
Το 2019, ο Ρόιτερ είχε καταθέσει πρόταση στο κοινοβούλιο για την επιτάχυνση των εργασιών στον πυθμένα του ποταμού, χαρακτηρίζοντας το έργο «ένα από τα σημαντικότερα έργα υποδομής στη Γερμανία». Τότε είχε προειδοποιήσει ότι ο στόχος για ολοκλήρωση έως το 2030 βρισκόταν στον αέρα, μια πρόβλεψη που τελικά επιβεβαιώθηκε.
«Κάνουμε τις ίδιες συζητήσεις κάθε φορά που πέφτει η στάθμη του νερού, αλλά εδώ και χρόνια δεν γίνεται απολύτως τίποτα», δήλωσε ο Ρόιτερ, προσθέτοντας ότι η εκβάθυνση θα προσέφερε «ανάσα ανακούφισης».
Δυσκολία στις μετακινήσεις για φεριμπότ και εμπορικά πλοία
Το τοπικό φέριμποτ στο Κάουμπ διέκοψε τη λειτουργία του το βράδυ της Δευτέρας λόγω της χαμηλής στάθμης. Την ίδια στιγμή, τα εμπορευματικά πλοία έχουν μειώσει δραματικά το φορτίο τους, προκαλώντας σοβαρές καθυστερήσεις στις παραδόσεις άνθρακα, πετρελαίου, μεταλλευμάτων και άλλων πρώτων υλών στις βιομηχανικές και χημικές μονάδες κατά μήκος του Ρήνου.
Πολλοί από τους μεγαλύτερους βιομηχανικούς ομίλους της χώρας εδρεύουν στις όχθες του, μεταξύ των οποίων ο κολοσσός των χημικών BASF, η χαλυβουργία Thyssenkrupp, ο φαρμακευτικός όμιλος Bayer και η εταιρεία πλαστικών Covestro.
Η Ένωση Γερμανικής Χημικής Βιομηχανίας προειδοποιεί ότι οι παραγωγοί βρίσκονται αντιμέτωποι με αυξημένους ναύλους και ενδέχεται να υποχρεωθούν σε μείωση της παραγωγής τους.
Ο κίνδυνος για τη γερμανική οικονομία
Την προηγούμενη εβδομάδα, ο Μπίλγκερ συγκάλεσε έκτακτη σύσκεψη στο Βερολίνο με εκπροσώπους της βιομηχανίας. Πέντε γερμανικά κρατίδια, ανάμεσά τους και ισχυρά οικονομικά κέντρα όπως η Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία, η Βάδη-Βυρτεμβέργη και η Κάτω Σαξονία, ήραν προσωρινά την απαγόρευση κυκλοφορίας των φορτηγών τις Κυριακές, προκειμένου να μεταφερθούν περισσότερα εμπορεύματα οδικώς.
Οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι τα προβλήματα στη ναυσιπλοΐα ενδέχεται να κοστίσουν ακριβά στη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης. Η εταιρεία συμβούλων Oxford Economics σημείωσε αυτή την εβδομάδα ότι μια «παρατεταμένη ξηρασία» θα μπορούσε να αφαιρέσει 0,2 ποσοστιαίες μονάδες από την τριμηνιαία ανάπτυξη στο τρίμηνο έως τον Σεπτέμβριο.
«Το τμήμα του Κάουμπ έχει μετατραπεί ουσιαστικά στα Στενά του Ορμούζ για τη Γερμανία», σχολίασε στους FT ο Κάρστεν Μπρζέσκι, επικεφαλής μακροοικονομικής ανάλυσης της ING, παρομοιάζοντας την κατάσταση με το κρίσιμο θαλάσσιο πέρασμα στον Περσικό Κόλπο.
Παρότι η κρίση στη Γερμανία δεν οφείλεται σε πολεμική σύρραξη, αποτελεί «άλλο ένα παράδειγμα υποδομής που αφέθηκε χωρίς τη δέουσα συντήρηση», τόνισε ο Μπρζέσκι. Πρόσθεσε δε ότι οι Γερμανοί πολιτικοί θεωρούσαν για δεκαετίες δεδομένες τις φυσικές υποδομές, όπως τα ποτάμια και οι πλωτοί δίαυλοι.
«Αποτέλεσμα ήταν να παραμεληθεί πλήρως η συντήρηση και ο εκσυγχρονισμός τους», κατέληξε.
Με πληροφορίες από Financial Times















