Ένας κοστουμαρισμένος άντρας στέκεται στην Ακαδημίας, αλλά το πρόσωπό του έχει εξαφανιστεί πίσω από τις εφημερίδες ενός περιπτέρου. Μια γυναίκα γελά με ολόκληρο το σώμα της από το ανοιχτό παράθυρο ενός κίτρινου ταξί. Τρεις άντρες σκύβουν πάνω από ένα τάβλι πίσω από μια τζαμαρία, μια πλαστική λεκάνη έχει μείνει δίπλα στη θάλασσα, η πανσέληνος ανεβαίνει πάνω από τις πολυκατοικίες και σε μια ταράτσα στα Εξάρχεια μια νεαρή γυναίκα κάθεται μπροστά σε μια σειρά από άδεια πράσινα μπουκάλια.
Δεν υπάρχει Παρθενώνας. Κι όμως, δύσκολα θα μπορούσε αυτή η πόλη να είναι άλλη.
Αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του Postcards from Athens, της έκθεσης που παρουσιάζεται έως τις 10 Νοεμβρίου στη γκαλερί FACES της Μασσαλίας. Είκοσι έξι έργα των Spyros Rennt, Marco Argüello, Eftihia Stefanidi, Chris Kontos και Despina Spyrou συνθέτουν ένα πορτρέτο της Αθήνας από μικρά θραύσματα: δρόμους, πρόσωπα, ακτές, παράθυρα, αντικείμενα, καθημερινές τελετουργίες. Δίπλα στις φωτογραφίες παρουσιάζονται βιβλία και αφίσες του Hyper Hypo, μεταφέροντας στη Μασσαλία και ένα κομμάτι της ανεξάρτητης εκδοτικής και οπτικής κουλτούρας που έχει αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια στην Αθήνα.
Η επιλογή της Μασσαλίας κουβαλά και μια ιστορική αναφορά. Η αρχαία Μασσαλία ιδρύθηκε γύρω στο 600 π.Χ. από Φωκαείς· τώρα, περισσότερο από δυόμισι χιλιάδες χρόνια αργότερα, εικόνες μιας σύγχρονης ελληνικής πόλης διασχίζουν τη Μεσόγειο προς την αντίθετη κατεύθυνση. Στην επιμελητική αφήγηση της έκθεσης, οι δύο πόλεις συναντιούνται στη θάλασσα, στη μετανάστευση, στις αλλαγές της ταυτότητάς τους και, σήμερα, στις πιέσεις του εξευγενισμού και του τουρισμού.
Όμως το πραγματικό νήμα ανάμεσα στις φωτογραφίες δεν είναι μια θεωρία για τη Μεσόγειο. Είναι η προσοχή σε όσα συνήθως μένουν έξω από την επίσημη εικόνα μιας πόλης.
Στις φωτογραφίες του Chris Kontos, η Αθήνα υπάρχει στην Ακαδημίας και στον Πειραιά: ένα περίπτερο, ένας άντρας με κοστούμι, ένα παλιό εστιατόριο, το πράσινο ενός μπιλιάρδου, τρεις ηλικιωμένοι γύρω από ένα τραπέζι. Δεν είναι αξιοθέατα· είναι εκείνα που βλέπεις επειδή έτυχε να περάσεις από δίπλα τους.
Η Eftihia Stefanidi πλησιάζει την πόλη περισσότερο σαν ανάμνηση. Στο Full, η πανσέληνος ακουμπά σχεδόν στην κορυφογραμμή, πάνω από ένα πυκνό τοπίο πολυκατοικιών. Στο August, ένα αυτοκίνητο και μια παρέα λουομένων μοιράζονται το κάδρο με μια επίπεδη γαλάζια θάλασσα. Στο À Nos Amours μένουν μόνο ο αφρός του νερού και ένα γυμνό πόδι στην άκρη του κάδρου. Είναι εικόνες στις οποίες ο τόπος γίνεται πρώτα αίσθηση και μετά γεωγραφία.
Η Despina Spyrou πιάνει κάτι από την παράξενη θεατρικότητα της Αθήνας. Σε μια ταβέρνα, ένας ολόκληρος χιονισμένος αλπικός κόσμος καλύπτει τον τοίχο. Σε ένα ταξί, μια γυναίκα ξεσπά σε γέλιο. Σε μια γωνιακή πολυκατοικία, ένας άντρας και ένας σκύλος εμφανίζονται μαζί σε ένα φωτισμένο παράθυρο. Στους Saints, οι μορφές των αγίων έχουν φθαρεί τόσο ώστε μοιάζουν σχεδόν ξαναφτιαγμένες από κομμάτια.
Ο Marco Argüello απομακρύνεται ακόμη περισσότερο από οποιοδήποτε αναγνωρίσιμο αθηναϊκό σύμβολο: μια κατσίκα δίπλα στη θάλασσα, ένα χέρι που χτενίζει βρεγμένα μαλλιά κάτω από καθαρό ουρανό, ένα μπλε λάστιχο μπερδεμένο δίπλα σε μια πορτοκαλί λεκάνη. Είναι εικόνες τόσο καθημερινές και μεσογειακές που η Αθήνα σχεδόν δεν χρειάζεται όνομα.
Στον Spyros Rennt, τέλος, η πόλη αποκτά σώμα. Εξάρχεια, η λαϊκή της Καλλιδρομίου, απομεινάρια πανηγυριού, σώματα στα βράχια, η Sia στα Λιμανάκια. Εδώ η Αθήνα δεν είναι μόνο δημόσιος χώρος αλλά παρέα, επιθυμία και κοινότητα. Ο ίδιος έχει μιλήσει για μια σταδιακή μετατόπιση της δουλειάς του από τη νυχτερινή ζωή προς μια ευρύτερη καταγραφή «κοινοτήτων και ανθρώπινων σχέσεων», με μεγαλύτερη έμφαση στην τρυφερότητα. Το queer βλέμμα του είναι επίσης συνειδητή επιλογή: έχει μιλήσει για την queer ορατότητα ως κομμάτι της δουλειάς του, χωρίς να τη διαχωρίζει από τη δική του ζωή και τους ανθρώπους γύρω του.
Η παρουσία του Hyper Hypo συμπληρώνει την εικόνα. Η Αθήνα δεν ταξιδεύει στη Μασσαλία μόνο μέσα από φωτογραφίες αλλά και μέσα από βιβλία, zines, αφίσες και μια ανεξάρτητη εκδοτική παραγωγή που αποτελεί πλέον μέρος της σύγχρονης οπτικής κουλτούρας της πόλης.
Ίσως γι’ αυτό το Postcards from Athens καταφέρνει κάτι πιο ενδιαφέρον από μια ακόμη έκθεση «για την Αθήνα». Δεν χρειάζεται να αρνηθεί τα μνημεία της· απλώς στρέφει το βλέμμα αλλού και δείχνει ότι η πόλη αναγνωρίζεται και χωρίς αυτά.
Την προδίδουν ένα κίτρινο ταξί, τα κουτάκια της Άλφα μετά το πανηγύρι, μια λευκή πλαστική λεκάνη, οι εφημερίδες του περιπτέρου, μια ταβέρνα με χιονισμένα βουνά στον τοίχο, τα καλώδια πάνω από τον δρόμο, ένα σώμα που μόλις βγήκε από τη θάλασσα.
Οι καρτ ποστάλ έχουν αλλάξει. Η Αθήνα όχι τόσο.













