Οι περισσότερες χώρες χρησιμοποιούν περισσότερα αντιβιοτικά από όσα χρειάζονται και στρέφονται υπερβολικά συχνά σε ισχυρά σκευάσματα, ενώ παράλληλα δεν εξασφαλίζουν επαρκή πρόσβαση στις θεραπείες τελευταίας γραμμής για τις σοβαρότερες λοιμώξεις.
Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα μελέτης που εξέτασε τη χρήση αντιβιοτικών σε 186 χώρες και δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό «The Lancet Public Health».
Οι ερευνητές επιχείρησαν να υπολογίσουν όχι μόνο πόσα αντιβιοτικά χρειάζεται κάθε χώρα, αλλά και ποιο μείγμα φαρμάκων ανταποκρίνεται καλύτερα στις πραγματικές της ανάγκες. Για τον υπολογισμό έλαβαν υπόψη τη συχνότητα των λοιμώξεων, τα επίπεδα μικροβιακής αντοχής και τις δυνατότητες του εκάστοτε συστήματος υγείας.
Το αποτέλεσμα δείχνει ότι το πρόβλημα δεν είναι απλώς η υπερκατανάλωση. Σε πολλές περιπτώσεις χορηγούνται τα λάθος αντιβιοτικά, ενώ τα κατάλληλα φάρμακα δεν φτάνουν στους ασθενείς που τα χρειάζονται περισσότερο.
Οι τρεις κατηγορίες αντιβιοτικών
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας χωρίζει τα αντιβιοτικά σε τρεις βασικές κατηγορίες, ανάλογα με τον τρόπο και τη συχνότητα με την οποία πρέπει να χρησιμοποιούνται.
Στην κατηγορία Access περιλαμβάνονται τα αντιβιοτικά πρώτης επιλογής, όπως η αμοξικιλλίνη, τα οποία είναι κατάλληλα για τις περισσότερες κοινές βακτηριακές λοιμώξεις.
Στην κατηγορία Watch ανήκουν ισχυρότερα φάρμακα, τα οποία πρέπει να χορηγούνται πιο επιλεκτικά, επειδή η αλόγιστη χρήση τους επιταχύνει την ανάπτυξη ανθεκτικών μικροβίων.
Η κατηγορία Reserve περιλαμβάνει αντιβιοτικά ύστατης επιλογής. Πρόκειται για φάρμακα που προορίζονται για βαριές και συχνά απειλητικές για τη ζωή λοιμώξεις, όταν τα συνήθη αντιβιοτικά δεν είναι πλέον αποτελεσματικά.
Το 2024, τα κράτη-μέλη του ΟΗΕ συμφώνησαν ότι έως το 2030 τουλάχιστον το 70% της παγκόσμιας κατανάλωσης αντιβιοτικών θα πρέπει να προέρχεται από την κατηγορία Access.
Μέχρι σήμερα, ωστόσο, δεν υπήρχε ένας ενιαίος τρόπος να εκτιμηθεί ποια αναλογία μεταξύ των τριών κατηγοριών είναι κατάλληλη για κάθε χώρα.
Πώς υπολογίστηκε η πραγματική ανάγκη
Για να καλύψουν αυτό το κενό, οι ερευνητές ομαδοποίησαν τις χώρες με βάση κοινά χαρακτηριστικά, όπως το εισόδημα, τη συχνότητα των λοιμωδών νοσημάτων, την ανθεκτικότητα των βακτηρίων στα φάρμακα και την ποιότητα των υπηρεσιών υγείας.
Στη συνέχεια, εντόπισαν μέσα σε κάθε ομάδα τις χώρες που συνδύαζαν χαμηλότερη κατανάλωση αντιβιοτικών με λιγότερους θανάτους από λοιμώξεις.
Οι επιδόσεις αυτών των χωρών χρησιμοποιήθηκαν ως σημείο αναφοράς, ώστε να υπολογιστεί πόσα και ποια αντιβιοτικά θα ήταν εύλογο να καταναλώνονται σε χώρες με παρόμοιες συνθήκες.
Με βάση αυτό το μοντέλο, οι ερευνητές εκτίμησαν ότι το 2019 χρησιμοποιήθηκαν παγκοσμίως περίπου 43 δισεκατομμύρια κύκλοι αντιβιοτικής θεραπείας. Ο αριθμός αντιστοιχεί κατά μέσο όρο σε περίπου μία θεραπεία ανά κάτοικο μέσα σε ένα έτος.
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς τους, περίπου το 77% αυτών των θεραπειών θα έπρεπε να αφορά αντιβιοτικά της κατηγορίας Access. Η εκτίμηση αυτή δείχνει ότι ο διεθνής στόχος για ποσοστό τουλάχιστον 70% είναι εφικτός.
Υπερβολική χρήση των ισχυρότερων φαρμάκων
Όταν οι ερευνητές συνέκριναν το θεωρητικά αναγκαίο επίπεδο κατανάλωσης με πραγματικά στοιχεία από 67 χώρες, διαπίστωσαν ότι σχεδόν οι τρεις στις τέσσερις χρησιμοποιούσαν συνολικά περισσότερα αντιβιοτικά από όσα δικαιολογούσαν οι ανάγκες τους.
Ακόμη πιο έντονη ήταν η υπερκατανάλωση των αντιβιοτικών της κατηγορίας Watch. Σχεδόν όλες οι χώρες για τις οποίες υπήρχαν διαθέσιμα δεδομένα χρησιμοποιούσαν περισσότερα από όσα θα έπρεπε.
Η τάση αυτή θεωρείται ιδιαίτερα ανησυχητική, επειδή τα συγκεκριμένα φάρμακα ασκούν μεγαλύτερη πίεση στα βακτήρια και ευνοούν την εμφάνιση στελεχών που δεν ανταποκρίνονται πλέον στις διαθέσιμες θεραπείες.
Η μικροβιακή αντοχή περιορίζει σταδιακά τις θεραπευτικές επιλογές και μπορεί να καταστήσει δύσκολη ή ακόμη και αδύνατη την αντιμετώπιση λοιμώξεων που παλαιότερα θεραπεύονταν σχετικά εύκολα.
Την ίδια στιγμή, περισσότερες από τις μισές χώρες και επικράτειες με διαθέσιμα στοιχεία χρησιμοποιούσαν λιγότερα αντιβιοτικά της κατηγορίας Reserve από όσα εκτιμάται ότι χρειάζονταν.
Η χαμηλή χρήση δεν αποτελεί απαραίτητα ένδειξη ορθής συνταγογράφησης. Σε αρκετές περιπτώσεις μπορεί να σημαίνει ότι τα εξειδικευμένα φάρμακα δεν είναι διαθέσιμα, δεν διαγιγνώσκονται εγκαίρως οι ανθεκτικές λοιμώξεις ή οι ασθενείς δεν έχουν πρόσβαση σε νοσοκομεία που μπορούν να τα χορηγήσουν.
Έτσι, ενώ ορισμένοι ασθενείς λαμβάνουν ισχυρά αντιβιοτικά χωρίς να τα χρειάζονται, άλλοι με βαριές λοιμώξεις μπορεί να στερούνται τη μοναδική αποτελεσματική θεραπεία.
Η μελέτη διαπίστωσε επίσης ότι το 60% των χωρών εξακολουθούσε να χρησιμοποιεί αντιβιοτικά που ο ΠΟΥ δεν συνιστά πλέον, είτε επειδή έχουν περιορισμένη αποτελεσματικότητα είτε επειδή θεωρείται ότι συμβάλλουν δυσανάλογα στην ανάπτυξη αντοχής.
Το χάσμα ανάμεσα σε πλούσιες και φτωχότερες χώρες
Τα ευρήματα αναδεικνύουν και μια ευρύτερη ανισότητα στην παγκόσμια πρόσβαση στα φάρμακα.
Οι χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος αντιμετωπίζουν συνήθως περισσότερες λοιμώξεις και υψηλότερα επίπεδα μικροβιακής αντοχής. Αυτό σημαίνει ότι έχουν αναλογικά μεγαλύτερη ανάγκη από εξειδικευμένα αντιβιοτικά των κατηγοριών Watch και Reserve.
Παρά ταύτα, τα συγκεκριμένα φάρμακα χρησιμοποιούνται περισσότερο στις χώρες υψηλού εισοδήματος, όπου η πρόσβαση σε διαγνωστικές εξετάσεις, νοσοκομειακές υποδομές και νεότερες θεραπείες είναι ευκολότερη.
Το πρόβλημα, επομένως, έχει δύο αντίθετες όψεις. Στα πλουσιότερα κράτη τα ισχυρά αντιβιοτικά συχνά συνταγογραφούνται περισσότερο από όσο χρειάζεται, ενώ στα φτωχότερα μπορεί να μην είναι διαθέσιμα ούτε όταν είναι απολύτως απαραίτητα.
Οι συγγραφείς της μελέτης υποστηρίζουν ότι το νέο μοντέλο μπορεί να βοηθήσει τις κυβερνήσεις να αξιολογήσουν με μεγαλύτερη ακρίβεια τη χρήση αντιβιοτικών.
Μέχρι σήμερα, οι περισσότερες διεθνείς συγκρίσεις εστίαζαν κυρίως στη συνολική κατανάλωση. Το νέο πλαίσιο εξετάζει ταυτόχρονα την ποσότητα, το είδος των φαρμάκων και τις ιδιαίτερες ανάγκες κάθε χώρας.
Οι ερευνητές ζητούν εθνικές πολιτικές που θα περιορίζουν τις περιττές συνταγογραφήσεις, θα ενισχύουν τις εργαστηριακές διαγνώσεις και θα διασφαλίζουν ότι τα εξειδικευμένα αντιβιοτικά φτάνουν στους ασθενείς με ανθεκτικές λοιμώξεις.
Η αποτελεσματική αντιμετώπιση της μικροβιακής αντοχής, τονίζουν, δεν απαιτεί απλώς λιγότερα αντιβιοτικά. Απαιτεί τη σωστή θεραπεία, στον σωστό ασθενή και τη σωστή στιγμή.
Με πληροφορίες από Medical xpress, ΕΡΤ News














