«ΕΚΕΙΝΟΙ ΠΟΥ ΔΕΝ έχουν παιδιά και δεν έχουν να φροντίσουν γι’ αυτά, σκέφθηκαν άραγε ποτέ πώς περνούν τα καημένα τους ζεστούς αυτούς μήνες;» αναρωτιόταν ο ρεπόρτερ της εφημερίδας «Πατρίς» τον Ιούλιο του 1932 και κατόπιν διευκρίνιζε:
«Μιλώ φυσικά για ορισμένη τάξη παιδιών. Για τα παιδιά του λαού. Διότι τα άλλα, τα ευτυχισμένα, των οποίων οι γονείς διαθέτουν και τον χρόνο και το χρήμα, έχουν στη διάθεσή τους τις ωραίες εξοχές, τα μαγευτικά λουτρά, το βουνό, τη θάλασσα.
Όμως τα παιδιά των βιοπαλαιστών; Ξεροψήνονται μέσα στην Αθήνα που φουρνίζεται ολόκληρη. Στη σκόνη του δρόμου, στον τυραννικό ήλιο, στη βρώμα, στον ιδρώτα. Έτσι και όχι αλλιώς περνούν οι διακοπές τους. Ούτε ένα μέσο αναψυχής, ούτε μια σκιά, ούτε ίχνος δροσιάς».
Έτσι, με βάση τα παραπάνω, χαρακτήρισε τη δημιουργία παιδικών δεξαμενών ως «γεγονός για το οποίο θα ταίριαζαν και κωδωνοκρουσίες και κανονιοβολισμοί, ασυγκρίτως σπουδαιότερο από όλα όσα μέχρι σήμερα εορτάστηκαν κατά τον ως άνω τρόπο».
«Λίγο από το άπλετο εκείνο υγιεινό φως φθάνει ως το μυαλό. Κυττάχτε γυμνούς ανθρώπους, άνδρες και γυναίκες, που κάμνουν ηλιοθεραπεία μαζί! Ο ήλιος τα φωτίζει όλα!»
Στις τρεις παιδικές δεξαμενές των Αθηνών που είχαν δημιουργηθεί στη λεωφόρο Συγγρού, στη λεωφόρο Αλεξάνδρας, στον Άγιο Παντελεήμονα, «τα παιδάκια θα κάνουν καθημερινώς το μπάνιο τους καθ’ όλη τη θερινή περίοδο», καθώς «εφεξής θα παρέχεται θαλάσσιο νερό καθημερινώς».
Έπειτα από τα ευεργετικά αποτελέσματα που είχαν αυτές που ήδη λειτουργούν, το συμπέρασμα ήταν ότι πρέπει η κάθε συνοικία της πρωτεύουσας να αποκτήσει τον παιδικό της κήπο και την παιδική της δεξαμενή.
Στη Δεξαμενή Συγγρού
Ο Πέτρος Πικρός ζήτησε να μάθει από ποια ώρα το πρωί άρχιζαν τα μπάνια της λεωφόρου Συγγρού.
«Από πολύ πρωί!» του απάντησαν.
Πήγε στις 7 και βρήκε τα παιδάκια να περιμένουν. Περίμεναν να αρχίσει να γεμίζει η δεξαμενή. Εν τω μεταξύ άρχισαν να γδύνονται κάτω από τις μεγάλες ομπρέλες. Φορούσαν τα μπανιερά τους. Άλλα ξαπλώθηκαν περιμένοντας στον ήλιο, άλλα έπαιζαν γύρω από τις πρασινάδες και τα λουλούδια του μικρού κήπου.
Ακούστηκε μια σφυρίχτρα. Ο επιστάτης είχε έρθει και η δεξαμενή άρχισε να γεμίζει. Το σιντριβάνι στη μέση εκσφενδόνιζε το νερό του και, με το σφύριγμα, το πανδαιμόνιο ήταν απερίγραπτο.
«Πλατς! Πλουτς! Πουφ! Παφ! Γέλια, φωνές, τρομάρες, θαυμάσια, ονόματα που διασταυρώνονται στον αέρα. Και πάλι γέλια, και πάλι χαρές, φωνές, ξεκαρδίσματα. Αλλά και μερικά… κλάματα.
Μια μητέρα έτρεξε προς το μέρος όπου ακούγονταν τα κλάματα.
— Βγες έξω, σου λέω!
— Δεν βγαίνω, γιατί θα με δείρετε!
— Τότε πάψε να κλαις.
Παύει! Παύει! Είναι ένας τόσο δα πιτσιρίκος ο ήρωας του επεισοδίου.
Γιατί έκλαιγε; Όχι βέβαια διότι φοβάται το νερό. Αλλά ήθελε να κάνει όπως στα μεγάλα τα μπάνια. Μια βουτιά! Και χτύπησε, τόσο ελαφρά άλλωστε.
Εν τω μεταξύ έχουν φθάσει και άλλα παιδιά. Γυμνά τώρα κι αυτά και με τα μπανιερά τους, επιχειρούν να εισορμήσουν στη δεξαμενή. Αλλά εκεί σαν κέρβερος γυρνά γύρω τριγύρω ένας μαντράχαλος, ξυπόλητος, και εμποδίζει τα καινουργιοφερμένα να μπουν στο νερό.
— Περιμένετε! Η δεξαμενή είναι γεμάτη.
Πράγματι, πενήντα περίπου κεφαλάκια πηγαινοέρχονται σαν νερολούλουδα στην όψη της δεξαμενής. Θα πρέπει να τελειώσουν πρώτα εκείνα που λούζονται. Έχουν ένα τέταρτο της ώρας στη διάθεσή τους.
Σε λίγο θα είναι αυτά που θα βρίσκονται μέσα στο νερό, ενώ τα άλλα θα πάνε να ξαπλώσουν στον ήλιο για τη ηλιοθεραπεία».
Τα ηθικά οφέλη
Παρατήρησε επίσης ο Πέτρος Πικρός πως «μαζί με το λουτρό του σώματος, τα παιδάκια αυτά κάνουν και ένα ηθικό και ένα ψυχικό λουτρό. […] Τα λουτρά είναι μικτά: αγόρια και κοριτσάκια μαζί. Γδύνονται το καθένα τους κάτω από τις μεγάλες ομπρέλες δίχως καμιά από τις γνωστές εκείνες προφυλάξεις που δείχνουν οι γεροντοκόρες. Μερικά, σε μια κάποια γωνίτσα, κάνουν τα τσισάκια τους. Έπειτα φορούν τα μπανιερά τους».
Κανένα δεν σκανδαλιζόταν και τα έβρισκαν φυσικά όλα αυτά.
«Και λυπάται κανείς, αλήθεια, με την εντελώς αψυχολογήτη (αντιψυχολογική) σεμνοτυφία μερικών γονέων, που σκανδαλίζουν τα παιδιά τους όταν τους λένε:
— Σκεπάσου γρήγορα! Ντροπή!
Τότε μόνο ίσως τους υποβάλλεται η ιδέα της ντροπής και της αισχρότητος. Τότε μόνο αρχίζει, θα ’λεγες, να τα εγκαταλείπει η αθωότης.
Επέμεινα σ’ αυτό το σημείο, της εξοικειώσεως των δύο φύλων εξ απαλών ονύχων. Είναι ίσως από τα μεγαλύτερα ηθικά ευεργετήματα που παρέχουν οι παιδικές δεξαμενές. Τα παιδιά που μεγαλώνουν έτσι δεν κινδυνεύουν να εξελιχθούν σε γερομπαμπαλήδες, που να τρέχουν μεθαύριο τα σάλια τους μπροστά σε μια πρώτη σελίδα μιας κίτρινης εφημερίδος».
Τα μπεν-μιξτ, ένας συντελεστής πολιτισμού
Το ίδιο θέμα, «της εξοικειώσεως των δυο φύλων, των ηθικολόγων και των γερομπαμπαλήδων», είχε απασχολήσει σε σειρά ρεπορτάζ τον Πέτρο Πικρό ήδη από το καλοκαίρι του 1930 και με αφορμή τα «μπεν-μιξτ», τα πρωτοποριακά για την εποχή μεικτά λουτρά αντρών και γυναικών στις πλαζ της Αττικής.
Εκείνη τη χρονιά, περισσότερο από κάθε άλλη, τα μπεν-μιξτ πήραν σημαντικές διαστάσεις. Από τη Φρεαττύδα ως τη Βούλα, δεν υπήρξε γωνία της ακτής που να μη χρησίμευσε ως αποδυτήριο, δεν υπήρξε βράχος που να μην αντιλάλησε τα γέλια και τις φωνές κάποιας χαρούμενης παρέας.
«Η εκπνέουσα σαιζόν θα μπορούσε να χαρακτηρισθή ως κάθοδος των Αθηναίων προς την θάλασσαν. Ένας Θεός ξέρει τι πρόκειται να γίνη του χρόνου· μα την αλήθειαν… Τόσο το καλλίτερο! Ο Νεοέλλην άρχισε να λούεται. Γεγονός κοσμοϊστορικής σημασίας.
Και τίθεται το ερώτημα:
Τι ήταν εκείνο που ώθησε εφέτος τόσο κόσμο στη θάλασσα; Όχι βέβαια η υπερβολική ζέστη: ή καλλίτερα όχι μόνο αυτή. Ζέστη έκαμνε κάθε χρόνο. Αλλά τότε ήτο έγκλημα να υποπέση το μαγιό μιας γυναίκας στο μάτι του ανδρός. Νόμιζαν, και πίστευαν οι υγιώς σκεπτόμενοι, ότι θα χαλούσε ο κόσμος. Εν τούτοις έγινε και αυτό. Όμως δεν χάλασε ο κόσμος, δεν ήλθε η συντέλεια του αιώνος. Συνέβη μάλιστα κάτι το αντιστρόφως ανάλογο από εκείνο που περίμεναν οι νοσταλγοί του παλαιού καλού καιρού. Ενώ εις την οδόν Σταδίου, πολύ δε περισσότερον εις μίαν πάροδον, η εμφάνισις ενός θηλυκού εξακολουθεί να αναστατώνη τα άρρενα, εκεί κάτω τα φύλα εξημερώθησαν».
Ήταν η πρώτη φορά που ο δημοσιογράφος της εφημερίδας «Πατρίς» άκουσε Νεοέλληνα να ζητάει συγγνώμη, προκειμένου να περάσει δίπλα από μία κυρία, φοβούμενος μην την αγγίξει, την ώρα που δεν φορούσε παρά το «καλτσανάκι» του, η δε κυρία δεν φορούσε παρά το μαγιό της, «το οποίον, κατά την ανάδυσιν, βρεγμένο και κολλημένο επάνω της, ήταν ωσάν να μην υπήρχε».
Ο ίδιος αυτός κύριος, ντυμένος, περνώντας δίπλα από την ιδία αυτή κυρία, «ημίγυμνον εις τους αθηναϊκούς δρόμους, θα μούγκριζε, θα γρύλλιζε, θα βωμολοχούσε, θα ήταν έτοιμος να την κατασπαράξη, να την “ρουφήξη”, να την καταβροχθίση… Εκεί κάτω κανείς δεν έφαγε κανέναν, κανείς δεν έδειξε ορέξεις μανίας προ επίσης ωμής γυμνής όμως σαρκός».
Προς επίρρωση μάλιστα του επιχειρήματός του για τον θεσμό των μπεν-μιξτ, που θεωρεί «ως ένα συντελεστήν προόδου, εξημερώσεως ενστίκτων και εκπολιτιστικής διαπαιδαγωγήσεως», ο Πικρός σημείωνε ότι καθ’ όλον αυτό το διάστημα «δεν εσημειώθη ούτε ένας, μα ούτε ένας ρωμέικος καυγάς».
Η αντίστροφη όψη
Θα μπορούσε να είχε σταματήσει εκεί τον απολογισμό, όμως, καθώς στην πραγματικότητα τα μπεν-μιξτ, όπως και καθετί άλλο στη ζωή, είχαν και την αντίστροφη όψη, αποφάσισε να παρουσιάσει και κάποιες απογοητεύσεις που ήταν «πολύ ολιγώτερον τραγικαί και άλλο τόσο ανώδυναι».
Όπως μια μαμά που καμάρωνε τη «μικρούλα» της με το μάλλινο μαγιό, την οποία συνόδευε εύρωστος νεαρός· μισή ώρα μετά, που βγήκε από μια καμπίνα ντυμένος με τα ρούχα της δουλειάς, διαπίστωσε, προς μεγάλη της απογοήτευση, ότι ήταν εισπράκτορας λεωφορείου και όχι ο «ιππότης των ονείρων». Μια άλλη νόμιζε ότι συνοδευόταν «εις το πέλαγος των ονείρων από περιοδεύοντα ευπατρίδην, τον οποίον εύρισκεν έπειτα ντυμένον με τα χωροφυλακίστικα».
Ανάλογες μικροαπογοητεύσεις έπαθαν εκείνη τη χρονιά και οι κύριοι, που πολλές φορές νόμιζαν ότι είχαν να κάνουν με τη «δέσποιναν των ονείρων των, την οποίαν υπέσχοντο να συνοδεύσουν μέχρι περάτων της Οικουμένης. Όταν όμως την έβλεπαν ντυμένην, δεν ήξευραν από πού να σκαπουλάρουν».
Αλλά υπήρξαν και οι αντίστροφες απογοητεύσεις, όπως της Λέλας, λόγου χάριν, που ήταν ξετρελαμένη με τον αρραβωνιαστικό της, «ένα τζέντλεμαν, σικ, σωστόν ιππότην. Θεέ μου, τι πράμμα ήταν αυτό, όταν ο ιππότης ενεφανίσθη με το μαγιό του, λιπόσαρκος σαν να νήστευε σ’ όλη του τη ζωή, πιο τριχερός, πιο μαλλιαρός και από τον Ψυχάρη!».
Δεν κράτησε ο Πικρός στατιστικά δεδομένα των απογοητεύσεων, πάντως εκτιμούσε ότι περισσότεροι του ενός αρραβώνες θα διαλύθηκαν και πολλές υποσχέσεις γάμου θα αθετήθηκαν.
Αυτή περίπου υπήρξε η άλλη όψη του θεάματος και αυτομάτως ο λόγος που τα μπεν-μιξτ ήταν, κατά τον δημοσιογράφο της «Πατρίδος», το κατώφλι του πολιτισμού, καθώς η «υποκρισία μένει στην πόρτα της καμπίνας».
Έπειτα, στα μπεν-μιξτ δεν έπαιρνε κανείς μόνον ένα λουτρό στο νερό αλλά και ένα λουτρό αέρος και φωτός.
«Λίγο από το άπλετο εκείνο υγιεινό φως φθάνει ως το μυαλό. Κυττάχτε γυμνούς ανθρώπους, άνδρες και γυναίκες, που κάμνουν ηλιοθεραπεία μαζί! Ο ήλιος τα φωτίζει όλα. Στον ήλιο… μοίρα!».
Αν μπορούσε να συμπυκνωθεί ο ενθουσιασμός του Πέτρου Πικρού για τα μπεν-μιξτ σε μια φράση του, μάλλον θα ήταν αυτή:
«Εκείνο που δεν κατάλαβαν οι ηθικολόγοι, το κατάλαβε φαίνεται μόνος του ο κόσμος. Εκείνο που δεν επέτυχαν οι ταρτούφοι, το επέτυχεν η πρόοδος. Πηγαίνετε στα μπεν-μιξτ!».















