Μία μόλις ημέρα μετά την αναστολή των κυρώσεων και των δασμών στις ρωσικές εξαγωγές, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, δήλωσε το Σάββατο ότι δεν έχει λάβει ακόμη την τελική του απόφαση. Την ίδια ώρα, ο υπουργός Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, ξεκαθάρισε ότι η αμερικανική κυβέρνηση χρειάζεται περισσότερο χρόνο για να εκτιμήσει την κατάσταση.
Ο Ρούμπιο ανέφερε ότι ο Αμερικανός πρόεδρος θα αξιοποιήσει ένα παράθυρο έως και 60 ημερών για να επανεκτιμήσει τις οικονομικές επιπτώσεις των μέτρων, την εφαρμογή των οποίων πάγωσε μία ημέρα νωρίτερα.
«Πολλοί από εσάς δεν γνωρίζετε ακόμη ποια είναι η απόφασή μου. Θα το βρούμε όμως στην πορεία και θα το μάθετε σύντομα», δήλωσε ο Τραμπ σε δημοσιογράφους από το θέρετρό του, Μαρ-α-Λάγκο, στο Παλμ Μπιτς της Φλόριντα.
Η αναστολή των μέτρων καταγράφεται λίγες εβδομάδες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου. Ο Τραμπ δέχεται εντονότατες πιέσεις λόγω της εκτόξευσης των τιμών της ενέργειας, καθώς ο πόλεμος με το Ιράν προκαλεί σοβαρές αναταράξεις στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου.
Την Παρασκευή, ο Τραμπ υπέγραψε προεδρικό διάταγμα με το οποίο ανέστειλε βασικές κυρώσεις και δασμούς που προβλέπει ο νόμος Γκράαμ. Την εν λόγω νομοθεσία είχε υπογράψει ο ίδιος μόλις τον περασμένο μήνα, ύστερα από πιέσεις βουλευτών και γερουσιαστών που ζητούσαν να ασκηθεί ισχυρότερη πίεση στη Μόσχα για τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Ο Τραμπ έχει στη διάθεσή του 60 μέρες
Τα μέτρα, τα οποία περιλαμβάνουν δασμούς σε ρωσικά προϊόντα και κυρώσεις σε χώρες που αγοράζουν ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο, επρόκειτο να τεθούν σε ισχύ την ερχόμενη εβδομάδα. Αν και το διάταγμα της Παρασκευής δεν διευκρίνιζε τη διάρκεια της αναστολής, ο Ρούμπιο ξεκαθάρισε ότι ο Τραμπ επέλεξε μια περίοδο αξιολόγησης 60 ημερών.
«Θεωρώ ότι ο πρόεδρος θέλει αυτό το διάστημα των 60 ημερών για να αναλύσει τι συνεπάγεται η επιβολή κυρώσεων και δασμών τόσο για την παγκόσμια όσο και για την αμερικανική οικονομία», δήλωσε ο Ρούμπιο σε δημοσιογράφους, λίγο πριν επιβιβαστεί στο αεροσκάφος για το ταξίδι του στο Ουζμπεκιστάν.
Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο σύνθετη, καθώς ο νόμος Γκράαμ προβλέπει όχι μόνο κυρώσεις κατά της Ρωσίας, αλλά και την επιβολή δασμών σε προϊόντα χωρών που εισάγουν ρωσική ενέργεια. Ο Ρούμπιο έφερε ως παράδειγμα την Ινδία, έναν σημαντικό εταίρο των ΗΠΑ, η οποία, παρότι έχει διαφοροποιήσει τις πηγές της, εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το ρωσικό πετρέλαιο.
Το διάταγμα της Παρασκευής προκάλεσε την έντονη αντίδραση του Ουκρανού προέδρου, Βολοντίμιρ Ζελένσκι, ο οποίος προειδοποίησε ότι η απόφαση αυτή αποθρασύνει τον Ρώσο πρόεδρο, Βλαντίμιρ Πούτιν, και παρατείνει τον πόλεμο.
Από την πλευρά της, η Ρεπουμπλικανή γερουσιαστής της Νότιας Καρολίνας, Ντάρλιν Γκράαμ, αδελφή του εκλιπόντος γερουσιαστή Λίντσεϊ Γκράαμ, ο οποίος είχε πρωτοστατήσει στη θέσπιση του ομώνυμου νόμου, εξέφρασε την πλήρη διαφωνία της με την απόφαση Τραμπ. Πρόσθεσε, μάλιστα, ότι σκοπεύει να συζητήσει το θέμα μαζί του όταν εκείνος επισκεφθεί την πολιτεία της την ερχόμενη εβδομάδα στο πλαίσιο της προεκλογικής του εκστρατείας.
«Προσωπικά, θα προτιμούσα να διατηρήσουμε την πίεση στη Ρωσία», δήλωσε σε δημοσιογράφους το Σάββατο. «Δεν εμπιστεύομαι ούτε τον Πούτιν ούτε τη Ρωσία».
Θετικός για το ρωσικό ντίζελ ο Ρούμπιο
Ο Ρούμπιο υπερασπίστηκε επίσης μια ξεχωριστή συμφωνία των ΗΠΑ με τη Ρωσία για την αύξηση της προμήθειας ντίζελ στις διεθνείς αγορές, με στόχο τη συγκράτηση των τιμών των καυσίμων που έχουν εκτιναχθεί στα ύψη λόγω του πολέμου με το Ιράν.
Στο πλαίσιο αυτής της συμφωνίας, ο Τραμπ δήλωσε ότι η Ρωσία θα προμηθεύσει αρχικά τις Ηνωμένες Πολιτείες με περισσότερους από 300.000 τόνους ντίζελ, ενώ θα ακολουθήσουν επιπλέον φορτία από τον Νοέμβριο και μετά.
«Αυτό το ντίζελ θα διοχετευόταν έτσι κι αλλιώς στην αγορά», σχολίασε ο Ρούμπιο. «Η μόνη διαφορά είναι το πόση από αυτή την ποσότητα θα έπαιρναν οι Ηνωμένες Πολιτείες».
Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών τόνισε ότι τόσο η συμφωνία για το ντίζελ όσο και η αναστολή των κυρώσεων αποτυπώνουν τη δυσκολία ταυτόχρονης διαχείρισης δύο μετώπων, στη Μέση Ανατολή και την Ουκρανία, που προκαλούν σοβαρές αναταράξεις στον παγκόσμιο ενεργειακό εφοδιασμό.
«Αυτές οι μέτωπα ανά τον κόσμο έχουν αρχίσει πλέον να συγκρούονται μεταξύ τους», κατέληξε.
Με πληροφορίες από Reuters















