Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Τι πρέπει να γνωρίζουμε για την παχυσαρκία, το κάπνισμα και τον καρδιαγγειακό κίνδυνο


—Η παχυσαρκία αναγνωρίζεται πλέον ως χρόνια νόσος και όχι απλώς ως αποτέλεσμα προσωπικών επιλογών. Πώς επηρεάζει τον καρδιομεταβολικό κίνδυνο και γιατί είναι σημαντική η έγκαιρη αντιμετώπισή της;

Η παχυσαρκία δεν είναι ζήτημα «θέλησης». Είναι μια χρόνια, πολυπαραγοντική νόσος, στην οποία συμβάλλουν γενετικοί, ορμονικοί, ψυχολογικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες. Αυτό έχει σημασία, γιατί αλλάζει τον τρόπο που την αντιμετωπίζουμε: όχι με επίκριση, αλλά με συστηματική ιατρική φροντίδα. Το περιττό λίπος, ιδιαίτερα το σπλαχνικό, δεν είναι αδρανές. Λειτουργεί όπως ένα ενεργό όργανο που προάγει τη χρόνια φλεγμονή χαμηλού βαθμού και την αντίσταση στην ινσουλίνη. Έτσι ανοίγει ο δρόμος για υπέρταση, δυσλιπιδαιμία, διαβήτη τύπου 2 και λιπώδη νόσο του ήπατος και, τελικά, για έμφραγμα, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο και καρδιακή ανεπάρκεια. Η έγκαιρη παρέμβαση είναι καθοριστική, γιατί πολλές από αυτές τις διαταραχές είναι στην αρχή αναστρέψιμες. Ακόμη και μια μέτρια απώλεια βάρους, της τάξης του 5-10%, βελτιώνει σε σημαντικό βαθμό την αρτηριακή πίεση, το σάκχαρο και τα λιπίδια. Σήμερα διαθέτουμε επίσης αποτελεσματικές φαρμακευτικές επιλογές που, όταν χρησιμοποιούνται σωστά και στους κατάλληλους ασθενείς, μπορούν να αλλάξουν την πορεία της νόσου.

χχ
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΙΧΤΕΡ, MD, FESC
Διευθυντής Καρδιολογικής Κλινικής Ευρωκλινικής Αθηνών

—Ποια διατροφικά πρότυπα μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στην πρόληψη της παχυσαρκίας, του διαβήτη και των καρδιαγγειακών νοσημάτων; Ποιες πρακτικές αλλαγές μπορούν να κάνουν οι πολίτες στην καθημερινότητά τους;

Το πιο τεκμηριωμένο πρότυπο παραμένει η μεσογειακή διατροφή: λαχανικά, όσπρια, φρούτα, δημητριακά ολικής άλεσης, ξηροί καρποί, ψάρι και ελαιόλαδο ως βασικό λιπαρό. Μεγάλες προοπτικές μελέτες έδειξαν ότι ένα τέτοιο πρότυπο μειώνει τα μείζονα καρδιαγγειακά συμβάματα. Το παράδοξο είναι ότι στην Ελλάδα, τη χώρα που ταυτίστηκε με αυτό το πρότυπο, το έχουμε σε μεγάλο βαθμό εγκαταλείψει στην καθημερινότητά μας , ιδίως οι νεότερες γενιές. Αυτό φαίνεται και στα υψηλά ποσοστά παιδικής παχυσαρκίας.

Στην καθημερινότητα, οι αλλαγές που μετρούν είναι απλές:

  • λιγότερα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα, αλλαντικά και αναψυκτικά
  • όσπρια δύο με τρεις φορές την εβδομάδα και ψάρι τουλάχιστον δύο
  • λιγότερο αλάτι, περισσότερα μυρωδικά
  • μαγείρεμα στο σπίτι και προσοχή στις μερίδες
  • τουλάχιστον 150 λεπτά μέτριας σωματικής δραστηριότητας την εβδομάδα
  • Δεν χρειάζονται δραστικές δίαιτες· χρειάζονται μικρές αλλαγές που διατηρούνται για χρόνια.

—Το κάπνισμα αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους τροποποιήσιμους παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου. Πώς επιβαρύνει την καρδιά και τα αγγεία, ιδιαίτερα όταν συνυπάρχει με παχυσαρκία, υπέρταση ή διαβήτη;

Το τσιγάρο επιβαρύνει την καρδιά με πολλούς μηχανισμούς ταυτόχρονα. Οι χημικές ουσίες που παράγονται από την καύση βλάπτουν το ενδοθήλιο, δηλαδή την εσωτερική επιφάνεια των αγγείων. Ενισχύουν τη φλεγμονή και το οξειδωτικό στρες, κάνουν το αίμα πιο επιρρεπές σε θρόμβους και επιταχύνουν την αθηροσκλήρωση. Το μονοξείδιο του άνθρακα μειώνει τη μεταφορά οξυγόνου, ενώ η νικοτίνη αυξάνει παροδικά τη συχνότητα και την πίεση και προκαλεί αγγειοσύσπαση. Δεν υπάρχει «ασφαλές» επίπεδο καπνίσματος: ακόμη και λίγα τσιγάρα την ημέρα αυξάνουν σημαντικά τον κίνδυνο στεφανιαίας νόσου. Όταν το κάπνισμα συνυπάρχει με παχυσαρκία, υπέρταση ή διαβήτη, οι κίνδυνοι δεν προστίθενται απλώς· ενισχύουν ο ένας τον άλλον. Ένας καπνιστής με διαβήτη και υψηλή πίεση έχει πολλαπλάσιο κίνδυνο εμφράγματος ή εγκεφαλικού σε σχέση με κάποιον που έχει μόνο έναν παράγοντα κινδύνου. Τα καλά νέα είναι ότι η διακοπή αποδίδει γρήγορα: ο κίνδυνος αρχίζει να μειώνεται ήδη από τους πρώτους μήνες και συνεχίζει να πέφτει τα επόμενα χρόνια. Και κάτι ακόμη που συχνά ξεχνάμε: το κάπνισμα δεν επιβαρύνει μόνο τον καπνιστή. Η έκθεση στο παθητικό κάπνισμα αυξάνει επίσης τον καρδιαγγειακό κίνδυνο, γι’ αυτό η εφαρμογή του αντικαπνιστικού νόμου στους κλειστούς χώρους είναι μέτρο δημόσιας υγείας και όχι λεπτομέρεια.

—Για τους καπνιστές που δεν μπορούν να διακόψουν το κάπνισμα, ποια θα πρέπει να είναι η προσέγγιση του γιατρού και ποιος είναι ο ρόλος της εξατομικευμένης υποστήριξης στη μείωση του καρδιαγγειακού κινδύνου;

Η διακοπή του καπνίσματος παραμένει πάντα ο πρώτος στόχος και η καλύτερη επιλογή για την υγεία. Με κατάλληλη υποστήριξη, δηλαδή συμβουλευτική και φαρμακοθεραπεία, οι πιθανότητες επιτυχίας αυξάνονται σημαντικά. Κάθε γιατρός οφείλει σε κάθε επίσκεψη να ρωτά, να συμβουλεύει και να βοηθά. Η πραγματικότητα, όμως, είναι ότι αρκετοί καπνιστές, παρά τις προσπάθειές τους, δεν καταφέρνουν ή δεν είναι ακόμη έτοιμοι να διακόψουν. Σε αυτούς δεν πρέπει να «κλείνουμε την πόρτα». Η προσέγγιση πρέπει να είναι εξατομικευμένη, χωρίς στιγματισμό, και να ξεκινά από το συνολικό καρδιαγγειακό προφίλ του ασθενούς: ρύθμιση πίεσης, λιπιδίων, σακχάρου και βάρους. Η προσπάθεια διακοπής πρέπει να επανέρχεται σε κάθε ευκαιρία. Με τον ενήλικα καπνιστή που συνεχίζει να καπνίζει παρά τις συστάσεις, ο γιατρός μπορεί από κάποια στιγμή και μετά να συζητήσει για τα εναλλακτικά προϊόντα, με βάση τα δεδομένα. Αυτό που γνωρίζουμε σήμερα είναι ότι η πλήρης μετάβαση σε αυτά μειώνει σημαντικά την έκθεση σε πολλές από τις τοξικές ουσίες του τσιγάρου. Ορισμένες μελέτες δείχνουν επίσης βελτίωση σε δείκτες όπως η ενδοθηλιακή λειτουργία και η φλεγμονή. Αυτό που δεν έχουμε ακόμη είναι μακροχρόνια δεδομένα από μεγάλες μελέτες για κλινικές εκβάσεις, όπως το έμφραγμα και το εγκεφαλικό, αν και κάποιες πρόσφατες μελέτες «πραγματικού κόσμου», όπως λέγονται, μας δίνουν κάποια πρώτα ενθαρρυντικά στοιχεία. Γι’ αυτό η ενημέρωση πρέπει να είναι ειλικρινής: μικρότερη έκθεση δεν σημαίνει ότι τα προϊόντα αυτά είναι ακίνδυνα και σε καμία περίπτωση δεν απευθύνονται σε μη καπνιστές ή σε ανήλικους. Σε κάθε περίπτωση, η καλύτερη επιλογή για την υγεία παραμένει η πλήρης διακοπή του καπνού και της νικοτίνης, και ο γιατρός πρέπει να είναι πάντα δίπλα στον καπνιστή όταν εκείνος είναι έτοιμος να την επιχειρήσει.

—Ακούει τελικά η πολιτική την επιστήμη όταν λαμβάνει αποφάσεις για την καρδιαγγειακή υγεία και το κάπνισμα;

Ακούει, αλλά όχι πάντα με την ταχύτητα και τη συνέπεια που θα θέλαμε. Το θετικό είναι ότι η καρδιαγγειακή υγεία βρίσκεται πλέον ψηλά στην ευρωπαϊκή ατζέντα. Το Safe Hearts Plan, που παρουσίασε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τον Δεκέμβριο του 2025, αποτελεί την πρώτη ολοκληρωμένη ευρωπαϊκή στρατηγική για την καρδιαγγειακή υγεία και θέτει, μεταξύ άλλων, ως στόχο τη μείωση της πρόωρης καρδιαγγειακής θνησιμότητας κατά 25% έως το 2035. Δίνει έμφαση στην πρόληψη, την έγκαιρη διάγνωση και τη θεραπεία, αντιμετωπίζοντας παράλληλα σημαντικούς παράγοντες κινδύνου, όπως το κάπνισμα, η παχυσαρκία, η ανθυγιεινή διατροφή και η έλλειψη άσκησης. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με ψήφισμά του τον Σεπτέμβριο, ζήτησε επίσης ισχυρότερα μέτρα για την αντιμετώπιση αυτών των παραγόντων κινδύνου. Παράλληλα, στην Ευρώπη βρίσκεται σε εξέλιξη μια ευρύτερη συζήτηση για την πολιτική γύρω από τον καπνό και τα προϊόντα νικοτίνης. Σε αυτήν τη συζήτηση, θεωρώ ότι η επιστημονική γνώση πρέπει να είναι η πυξίδα: οι αποφάσεις πρέπει να βασίζονται στα καλύτερα διαθέσιμα δεδομένα και να επανεξετάζονται καθώς αυτά εξελίσσονται. Στο κάπνισμα, το μήνυμα πρέπει να παραμένει ξεκάθαρο: η πλήρης διακοπή είναι η καλύτερη επιλογή για την υγεία. Το συμβατικό τσιγάρο, λόγω της καύσης, εκθέτει τον οργανισμό σε ένα μεγάλο εύρος τοξικών ουσιών που συνδέονται με καρδιαγγειακή βλάβη. Παράλληλα, όμως, η επιστημονική αξιολόγηση οφείλει να εξετάζει αντικειμενικά τα διαθέσιμα δεδομένα για κάθε προϊόν και να λαμβάνει υπόψη πιθανές διαφορές στην έκθεση και στο προφίλ κινδύνου. Χαμηλότερη έκθεση σε ορισμένες τοξικές ουσίες δεν σημαίνει ούτε μηδενικό κίνδυνο ούτε, από μόνη της, αποδεδειγμένη μείωση του μακροχρόνιου κινδύνου για την υγεία. Γι’ αυτό χρειάζεται ένα αυστηρό και επιστημονικά τεκμηριωμένο ρυθμιστικό πλαίσιο, το οποίο αφενός θα στηρίζει τη διακοπή του καπνίσματος και αφετέρου θα αξιολογεί τα διαφορετικά προϊόντα με βάση τα διαθέσιμα επιστημονικά στοιχεία. Η προστασία των παιδιών και των εφήβων από την έναρξη χρήσης, καθώς και των μη καπνιστών, πρέπει σε κάθε περίπτωση να αποτελεί αδιαπραγμάτευτη προτεραιότητα. Το ίδιο ισχύει και για άλλους σημαντικούς παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου, όπως η παχυσαρκία, η διατροφή και η έλλειψη άσκησης. Χρειαζόμαστε πολιτικές που κάνουν την υγιεινή επιλογή πιο εύκολη στην καθημερινότητα. Τελικά, η πολιτική ακούει περισσότερο όταν η επιστημονική κοινότητα μιλά με σαφήνεια, με δεδομένα και χωρίς υπεραπλουστεύσεις. Αυτό είναι και δική μας ευθύνη.



Πηγή: www.lifo.gr