Yπήρξε μια εποχή που οι πλατφόρμες ήθελαν να κρύβουν αυτό που πραγματικά πουλούσαν. Το OnlyFans, αντίθετα, μοιάζει να έχει καταλάβει ότι η δύναμή του βρίσκεται ακριβώς στο να μην κρύβεται. Γι’ αυτό και η δεύτερη συνεργασία του με τον Louis-Gabriel Nouchi δεν διαβάζεται απλώς ως ακόμη μία συνεργασία μόδας, αλλά ως μια πολύ καθαρή δήλωση για το πού συναντιούνται σήμερα η μόδα, το ανδρικό σώμα, η ψηφιακή επιθυμία και η οικονομία της εικόνας.
Μετά την πρώτη τους σύμπραξη τον Ιανουάριο, το OnlyFans και ο Γάλλος σχεδιαστής επιστρέφουν με ένα δεύτερο κεφάλαιο που συνεχίζει την ίδια ιδέα: η συνδρομητική πλατφόρμα δεν θέλει απλώς να ακουμπήσει τη μόδα, θέλει να γίνει μέρος της οπτικής της γλώσσας. Η νέα περιορισμένη συλλογή κινείται ανάμεσα στο εσώρουχο και το αθλητικό ρούχο και στήνεται πάνω σε ένα γνώριμο αλλά πάντα αποτελεσματικό υλικό: το σχεδόν γλυπτικό ανδρικό σώμα.
Το πρόσωπο της καμπάνιας είναι ο Shamu Azizam, αθλητής σωματικής διάπλασης, φωτογραφημένος από τον Tré Koch στο Λονδίνο, σε μια σειρά εικόνων που πατάνε στη μνήμη των διαφημιστικών καμπανιών μόδας των ’90s, αλλά τις σπρώχνουν προς μια πιο σημερινή, πιο διαδικτυακή υπερβολή. Δεν έχουμε απλώς ένα γυμνασμένο μοντέλο που φοράει εσώρουχα. Έχουμε ένα σώμα που λειτουργεί σαν σκηνή, σαν προϊόν, σαν πόζα, σαν αστείο, σαν φαντασίωση.
Και αυτό είναι που κάνει την καμπάνια πιο ενδιαφέρουσα απ’ όσο φαίνεται με την πρώτη ματιά. Γιατί το OnlyFans δεν χρησιμοποιεί εδώ τη μόδα για να εξευγενίσει το όνομά του. Δεν προσπαθεί να βγάλει από πάνω του το πορνογραφικό φορτίο ή να ντυθεί με κάποιο αμήχανο κύρος. Κάνει σχεδόν το αντίθετο: βάζει το όνομά του πάνω στο λευκό κορμάκι, πάνω στο σλιπ, πάνω στον κώλο, πάνω στην ίδια την εικόνα. Δεν λέει «κοιτάξτε, μπορούμε να γίνουμε και κάτι άλλο». Λέει: αυτό είμαστε, και ακριβώς αυτό μπορεί να γίνει αισθητική πρόταση.
Οι φωτογραφίες παίζουν έξυπνα σε πολλά επίπεδα μαζί. Από τη μία υπάρχει η κλασική γλώσσα της ανδρικής σωματικής επίδειξης: μυϊκή ένταση, πόζες σωματικής διάπλασης, τεταμένοι μηροί, γυαλισμένο δέρμα, ελεγχόμενη υπερβολή. Από την άλλη, αυτή η υπεραρρενωπή εικόνα σαμποτάρεται διαρκώς από θεατρικές, ειρωνικές χειρονομίες: κόκκινες γόβες, λευκό κορμάκι με σκίσιμο, γλυκό σε πιάτο, ένα χέρι που κρύβει το πρόσωπο, μια σχεδόν γελοιογραφική σοβαρότητα που ξέρει πολύ καλά ότι ποζάρει.
Το αποτέλεσμα δεν είναι ούτε καθαρό macho ούτε απλή κουίρ παρωδία. Είναι κάτι πιο σύγχρονο: μια εικόνα του ανδρικού σώματος που ξέρει πως είναι θέαμα και δεν ντρέπεται γι’ αυτό. Ένα σώμα που μπορεί την ίδια στιγμή να είναι μυώδες, σεξουαλικό, αστείο, επιθετικό, αυτάρεσκο και αυτοπαρωδιακό. Με άλλα λόγια, ένα σώμα απολύτως κατάλληλο για την εποχή της ασταμάτητης διαδικτυακής εικόνας.
Σε αυτό βοηθά πολύ και η αισθητική της λήψης. Οι φωτογραφίες στο στούντιο, με το ουδέτερο φόντο και το μικρό βάθρο, θυμίζουν άσκηση μόδας πάνω στη φόρμα, στη στάση και στην επιφάνεια. Οι πιο εξωτερικές εικόνες, με τις μπάρες, το τσιγάρο, το θολό τζάμι και την ταμπέλα «NO BALL GAMES», σπρώχνουν το εγχείρημα προς μια πιο βρόμικη, πιο αστική, πιο παιχνιδιάρικα προκλητική κατεύθυνση. Το εσώρουχο βγαίνει από το δοκιμαστήριο και εμφανίζεται σχεδόν σαν δημόσια παράσταση.
Ο Louis-Gabriel Nouchi, που ήδη από την πρώτη συνεργασία είχε χρησιμοποιήσει το OnlyFans όχι μόνο ως εμπορικό συνεργάτη αλλά και ως επέκταση του δικού του σύμπαντος, φαίνεται να επιμένει σε κάτι που τον ενδιαφέρει γενικότερα: στο πώς το ρούχο μπορεί να είναι ταυτόχρονα οικείο, ερωτικό και εκτεθειμένο. Για τον ίδιο, η πλατφόρμα λειτουργεί και ως δημιουργικός χώρος, ένα μέρος όπου μπορεί να επεκτείνει την ταυτότητα του οίκου πέρα από την πασαρέλα και τις επίσημες εικόνες της συλλογής. Κι αυτό είναι κρίσιμο. Εδώ δεν πουλιέται μόνο ένα εσώρουχο ή μια μικρή συλλογή. Πουλιέται μια ολόκληρη ιδέα πρόσβασης, παρασκηνίων και σκηνοθετημένης εγγύτητας.
Το OnlyFans, φυσικά, ξέρει ακριβώς γιατί θέλει να είναι εκεί. Τα τελευταία χρόνια προσπαθεί συστηματικά να εμφανιστεί όχι μόνο ως πλατφόρμα συνδρομητικού ερωτικού περιεχομένου, αλλά και ως κομμάτι μιας ευρύτερης οικονομίας των δημιουργών. Η συνεργασία με τον Nouchi του επιτρέπει να κάνει κάτι ακόμη πιο φιλόδοξο: να μπει στη μόδα όχι ως εξωτερικός χορηγός, αλλά ως αισθητικό αντικείμενο. Όχι απλώς να ντύσει το σώμα, αλλά να τυπωθεί πάνω του.
Το πιο πετυχημένο στοιχείο της καμπάνιας είναι μάλλον ότι δεν φοβάται να είναι γελοία, ακριβώς επειδή ξέρει ότι είναι και σέξι. Το μοντέλο ποζάρει με στόμφο αθλητή σωματικής διάπλασης, ύστερα με γόβες, ύστερα με σλιπ, ύστερα με γλυκό, ύστερα μισόγυμνο σε ένα βιομηχανικό τοπίο. Αυτό το πέρασμα από την υπερσεξουαλική εικόνα στην ελαφριά αυτογελοιοποίηση είναι που σώζει το εγχείρημα από το να γίνει απλώς εικόνα προς κατανάλωση. Του δίνει μόδα, δηλαδή επίγνωση, επιμέλεια και ύφος.
Και ίσως εκεί βρίσκεται τελικά το νόημα αυτής της δεύτερης πράξης. Το OnlyFans και ο Louis-Gabriel Nouchi δεν μας δείχνουν απλώς ότι το σεξ πουλάει. Αυτό το ξέρουμε εδώ και δεκαετίες. Μας δείχνουν ότι ένα σεξουαλικά φορτισμένο όνομα μπορεί να εμφανιστεί σήμερα ως πλήρως συνειδητή εικόνα μόδας: όχι εξαγνισμένη, όχι σοκαριστική με τον παλιό τρόπο, αλλά ανοιχτά εκτεθειμένη, ελαφρώς αστεία, ακριβώς όσο προκλητική χρειάζεται και απόλυτα έτοιμη να κυκλοφορήσει ως οπτικό περιεχόμενο.
Με άλλα λόγια, δεν είναι απλώς μια καμπάνια με ωραίο ανδρικό σώμα. Είναι μια καμπάνια για το τι σημαίνει σήμερα να φοράς πάνω σου μια πλατφόρμα. Να γίνεσαι ταυτόχρονα μοντέλο, επιφάνεια, μήνυμα και εμπόρευμα. Και σε αυτή τη μικρή, πολύ σύγχρονη μετατόπιση, το OnlyFans αποδεικνύεται πολύ πιο έξυπνο απ’ όσο θα ήθελαν ίσως οι πιο πρόθυμοι να το υποτιμήσουν.
με στοιχεία από Dazed














