Καμία δημιουργική συνεργασία δεν εκφράζει τη μόδα των ’90s όσο εκείνη της Κέιτ Μος με τον Τζον Γκαλιάνο. Το 1989, η Κέιτ Μος έκανε το ντεμπούτο της στην πασαρέλα, στην επίδειξη του Τζον Γκαλιάνο στην Εβδομάδα Μόδας του Λονδίνου. Τη δεκαετία που ακολούθησε, ο σχεδιαστής και η μούσα του θα καθόριζαν τόσο τον κόσμο της μόδας των ’90s: εκείνος, με ένα σχεδόν υπερφυσικό ταλέντο και δημιουργίες που ξεπερνούσαν κάθε μέτρο, μεταμόρφωνε τη ραπτική σε μαγεία· εκείνη, μια παρουσία που σου έμενε ανεξίτηλη, άλλαζε την ίδια την έννοια της ομορφιάς με την εικόνα, το ένστικτο και την αναίδειά της.
Ένα απόγευμα του Ιουλίου συνδέονται μέσω FaceTime από τα εξοχικά τους για λογαριασμό του περιοδικού ΕΕ72: η Μος από την Αγγλία και ο Γκαλιάνο από τη Γαλλία, μαζί με τον σύντροφό του, Αλεξίς Ρος. Τη συζήτηση συντονίζει ο δημοσιογράφος του περιοδικού Άντερς Κρίστιαν Μάντσεν.
Αναδημοσιεύουμε ένα μικρό απόσπασμα όπου η Κέιτ και ο Τζον μιλούν για την άβυσσο που χωρίζει εκείνη την εποχή της μόδας με τη σημερινή και την σταδιακή παρακμή της φωτογραφίας μόδας μετά την εισβολή της ψηφιακής κάμερας.
►
Άντερς Κρίστιαν Μάντσεν: Πώς γνωριστήκατε;
Τζον Γκαλιάνο: Νομίζω σε ένα κάστινγκ. Είχες μαλλιά μέχρι τη μέση. Ήμουν με την Αμάντα [Χάρλεχ, στενή δημιουργική συνεργάτιδά του] και διαλέγαμε τα μοντέλα για την επίδειξη.
Κέιτ Μος: Το θυμάμαι σαν χθες. Πρέπει να ξαναπήγα τρεις φορές. Την πρώτη, νομίζω, φορούσα ακόμα και τη σχολική μου στολή. Την τρίτη μού έμαθες πώς να περπατάω. Μου είπες: «Λεκάνη μπροστά, γείρε πίσω, πηγούνι κάτω!»
Τζον: Το έπιασες αμέσως!
Κέιτ: Και κράτησα αυτό το περπάτημα για ένα εκατομμύριο χρόνια… Θυμάσαι πόσο αγχωμένη ήμουν;
Τζον: Μα ήσουν μια σταλιά! Πόσο ήσουν, δεκαπέντε;
Κέιτ: Κοιτούσα την πασαρέλα και μου φαινόταν σαν διάδρομος αεροδρομίου. Ένιωθα ότι περπατούσα πάνω της έναν χρόνο. Ο χρόνος είχε επιβραδυνθεί απίστευτα. Είχα τρομερό άγχος.
Όταν ο Γκαλιάνο επέλεξε τη Μος για την επίδειξή του για την άνοιξη/καλοκαίρι του 1990, θεωρούνταν ήδη παιδί-θαύμα της μόδας των ’80s. Γεννημένος στο Γιβραλτάρ το 1960 και μεγαλωμένος στο νότιο Λονδίνο, είχε κερδίσει τη θέση του στο στερέωμα της μόδας με τη συλλογή αποφοίτησής του από το Central Saint Martins το 1984 και με όσες ακολούθησαν. Ήταν 29 ετών όταν γνώρισε τη Μος στο στούντιό του στη New King’s Road. Εκείνη, γεννημένη το 1974 και μεγαλωμένη στο Κρόιντον, είχε ανακαλυφθεί μόλις την προηγούμενη χρονιά. Μετά την επίδειξη του Γκαλιάνο, στα δεκαέξι της, βρέθηκε στο εξώφυλλο του The Face τον Ιούλιο του 1990, φωτογραφημένη από την Κορίν Ντέι. Το 1991, το περιοδικό δημοσίευσε τις φωτογραφίες της Μος και της Λορέιν Πασκάλ που έμελλε να μείνουν στην ιστορία: η Ντέι τις είχε τραβήξει σε έναν αυτοκινητόδρομο και στις γειτονιές όπου είχε μεγαλώσει.
© Estate of Corinne Day, Courtesy Gimpel Fils, London
Κέιτ: Ήταν ωραία εκείνη η φωτογραφία. Ήταν ένας αυτοκινητόδρομος κοντά στο σπίτι της γιαγιάς της Κορίν, που τον είχαν κλείσει για έργα. Καταφέραμε να σκαρφαλώσουμε και να μπούμε. Κρατιόμασταν χέρι χέρι κι εγώ είχα τα μαλλιά μου με τοστιέρα. Είχε εμπνευστεί από μια φωτογράφιση του Στίβεν Μαϊζέλ με την Κρίστι και τη Ναόμι.
Τζον: Η Κορίν Ντέι είχε περπατήσει σε δυο από τις πρώτες μου επιδείξεις. Έμοιαζε με ξωτικό.
Κέιτ: Ναι, ήταν μοντέλο και ζούσε στο Μιλάνο. Μέχρι που έπιασε φωτογραφική μηχανή.
Τζον: Εκείνες οι φωτογραφίες που κάνατε άλλαξαν τα πάντα.
Κέιτ: Δεν είναι παράξενο; Δεν θα μπορούσα ποτέ να το φανταστώ. Ήμασταν σαν αδελφές. Κάναμε παρέα και γελούσαμε τόσο πολύ. Κι είχα και κάτι να κάνω, γιατί τι θα έκανα στο Κρόιντον στις καλοκαιρινές διακοπές; Τίποτα. Πηγαίναμε στο Κάμπερ Σαντς, ερχόταν και το αγόρι μου, μέναμε για το Σαββατοκύριακο στο Butlin’s και μαζεύονταν όλοι οι φίλοι μου.
Άντερς: Ήταν πιο εύκολα τα πράγματα τότε;
Κέιτ: Ναι, πολύ πιο εύκολα. Γιατί από το 2000 και μετά άρχισε να ανακατεύεται ο Τύπος. Υπήρχαν άνθρωποι που μας παρακολουθούσαν. Πριν ήμασταν ελεύθεροι — όχι ότι κάναμε κάτι κακό. Απλώς δεν χρειαζόταν να σκέφτεσαι τους ρεπόρτερ. Μετά γίναμε σαλόνια στις εφημερίδες.
Τζον: Υπάρχουν ελάχιστοι άνθρωποι, Κέιτ —κι εσύ είσαι ένας απ’ αυτούς— που βγάζουν τον καλύτερο εαυτό των άλλων και τους κάνουν να θέλουν να δώσουν ό,τι καλύτερο έχουν.
Κέιτ: Δεν καταλαβαίνω αυτούς που λένε: «Πρέπει να φύγω στις έξι». Εγώ ποτέ δεν θα το έκανα. Δεν φεύγω αν δεν βγει η φωτογραφία. Τώρα είναι τόσο διαφορετικά.
Τζον: Τότε δεν υπήρχε η ψηφιακή φωτογραφία. Τώρα φτιάχνουν μια εικόνα ενώνοντας τόσα διαφορετικά κομμάτια σωμάτων. Εσύ έπρεπε να τα έχεις όλα στο μυαλό σου: το φως, την εστίαση. Ενστικτωδώς. Και όλα γίνονταν στ’ αλήθεια.
Κέιτ: Ως μοντέλο, μάθαινες. Ο Άρθουρ Έλγκορτ μού έλεγε συνέχεια: «Πρόσεχε τα χέρια σου». Μάθαινες να έχεις επίγνωση κάθε μέρους του σώματός σου και του τι κάνει. Τώρα στις φωτογραφίσεις έχουν ανθρώπους που καθοδηγούν την κίνηση. Προφανώς τα μοντέλα δεν μπορούν πια να κάνουν μόντελινγκ, γιατί δεν τους δίνεται η ευκαιρία να μπουν μέσα στη φωτογραφία. Δεν ξέρουν ποιον υποδύονται, ποιος είναι ο φανταστικός κόσμος της ιστορίας. Είναι όλο λεφτά, λεφτά, λεφτά. Δώδεκα φωτογραφίες τη μέρα.
Τζον: Είχες χρόνο να μάθεις, όχι μόνο από τους φωτογράφους αλλά και από τους μακιγιέρ και τους κομμωτές της φωτογράφισης, που άφηναν κι αυτοί τη δική τους γραφή στην εικόνα.
Κέιτ: Ήταν ένα παζλ στο οποίο ο καθένας έβαζε το κομμάτι του. Έφτανα στο σετ και αναρωτιόμουν: «Ποια είμαι τώρα;» Έπρεπε να μαντέψεις ποια ήταν η γυναίκα που υποδυόσουν. Όλοι είχαν τις αναφορές τους, αλλά ποτέ δεν τις μοιράζονταν με το μοντέλο.
Τζον: Εσύ δεν το χρειαζόσουν ποτέ αυτό, Κέιτ. Ήξερες από ένστικτο πώς να φορέσεις ένα σακάκι ή μια ετόλ. Εκεί ήταν η διαφορά.
Kate on couch, for Calvin Klein Obsession for Men campaign, 1992
Κέιτ: Ο Μάριο Σορέντι ξόδευε όλα του τα λεφτά, και τα δικά μου, σε λευκώματα φωτογραφίας, γιατί μάθαινε να γίνεται φωτογράφος. Κάθε βράδυ χαζεύαμε με τις ώρες βιβλία του Μπρους Γουέμπερ ή του Χέλμουτ Νιούτον, οπότε είχα τις αναφορές μου. Ήξερα ότι με εκείνο το τακούνι και εκείνα τα μαλλιά η αναφορά ήταν στον Χέλμουτ Νιούτον. Ή τι θα ήθελε ο Πίτερ Λίντμπεργκ από σένα, επειδή υποδυόσουν «εκείνο το είδος γυναίκας».
Τζον: Όλοι γύρω σου είχαν δει εκείνη την εικόνα, αλλά μόνο εσύ κι ο Πίτερ ξέρατε τι πραγματικά συνέβαινε μέσα της. Αυτό είναι τέχνη. Δούλεψες με τους καλύτερους.
Κέιτ: Τώρα οι μηχανές δεν κάνουν πια ούτε κλικ. Είναι σαν βίντεο. Δεν υπάρχει καν το κλικ-κλικ-κλικ. Είναι τελείως διαφορετικό, γιατί όταν δεν υπάρχει παύση, είναι μια συνεχής ροή. Κι αυτό δεν είναι μόντελινγκ.
Τζον: Δεν υπάρχει δηλαδή εκείνη η στιγμή που σταματάς και ξανασυγκεντρώνεις το βλέμμα.
Κέιτ: Είχες δουλέψει με τον [Ίρβινγκ] Πεν, έτσι δεν είναι;
Τζον: Καταπληκτικός. Καταπληκτικός.
Κέιτ: Δεν ήταν ένα όνειρο;
Τζον: Και στις δύο πλευρές της μηχανής.
Κέιτ: Ήταν τόσο γλυκός και ήρεμος. Όταν πατούσε εκείνο το κουμπί…
Τζον: Σε ζωγράφιζε με το φως της μέρας. Εκείνο το κλάσμα του δευτερολέπτου…
Κέιτ: Εκείνο το κλικ!
Τζον: Οι γόπες…
Κέιτ: Τα λουλούδια…
Τζον: Ιδιοφυΐα.
Κέιτ: Τον Ρίτσαρντ Άβεντον τον γνώρισες ποτέ;
Τζον: Ναι, με τον Ντίκι έκανα την πρώτη μου γυμνή φωτογράφιση.
Κέιτ: Αποκλείεται!
Τζον: Για πορτρέτο πηγαίναμε. Αλλά τι να κάνεις, θα του πεις όχι;
Κέιτ: Είδα πρόσφατα το ντοκιμαντέρ για την Νταϊάνα Βρίλαντ, μετά μίλησα με τον [Ντέιβιντ] Μπέιλι, τώρα μιλάω μαζί σου και μ’ έχει πιάσει μια νοσταλγία. Μου λείπει όλο αυτό. Μου λείπει ο τρόπος που δουλεύαμε.
Τζον: Νομίζω πως συμφωνώ. Να έχεις χρόνο να δημιουργήσεις. Θέλει χρόνο η ομορφιά.
Κέιτ: Δεν καταλαβαίνω γιατί έχει λιγοστέψει τόσο ο χρόνος. Πού τρέχουν όλοι και δεν μπορούν να αφιερώσουν χρόνο σ’ αυτό που κάνουν;
Τζον: Ζουν περιμένοντας την επόμενη δόση: το επόμενο σκρολάρισμα στο Instagram, την επόμενη έκρηξη ντοπαμίνης.
Κέιτ: Εγώ δεν ξέρω καν πού είναι το κινητό μου. Το μισώ.
Τζον: Καλύτερα είσαι χωρίς αυτό, Κέιτ.















