ΣΤΟ ΜΕΡΟΣ ΟΠΟΥ ΜΕΝΩ τις τελευταίες μέρες, πολύ συχνά δεν ακούγεται τίποτα. Κοιτάζω τη θάλασσα ή τους ανεμόμυλους στην άκρη του χωριού ή το ψηλό βουνό του Προφήτη Ηλία, κι αν τύχει και κοπάσει κι ο αέρας, αντιλαμβάνομαι την πραγματική έννοια της «απόλυτης ησυχίας».
Στην Αθήνα, το σπίτι μου βρίσκεται κοντά σ’ έναν δρόμο όπου η κυκλοφορία των αυτοκινήτων δεν είναι πυκνή, είναι όμως συνεχής. Πριν από μια βδομάδα, μόνος στο μπαλκόνι τον Δεκαπενταύγουστο, στάθηκα μια στιγμή ακίνητος, γιατί πίστεψα πως στη γειτονιά μου επικρατούσε απόλυτη σιγή· και λίγο λίγο άρχισα να ξεχωρίζω θορύβους, θορύβους που υπό κανονικές συνθήκες δεν τους παρατηρώ ποτέ, αλλά είναι εκεί, στο υπόβαθρο, και η παρουσία τους είναι τόσο αυτονόητη ώστε τελικά, και με τρόπο παράδοξο, γίνονται συνώνυμο της ησυχίας μέσα στην πόλη. Ένα παπάκι πέρασε επιταχύνοντας, μια γειτόνισσα άκουγε ραδιόφωνο (άκουγε, κατά κύριο λόγο, διαφημίσεις στο ραδιόφωνο) και στο στενό μου βασίλευε ο βόμβος των κλιματιστικών, παρότι δεν είχε και τρομερή ζέστη.
Ο ορυμαγδός των θορύβων που μας παίρνει τα αυτιά στις πόλεις κάνει πολύ εύκολο να ξεχάσει κανείς την προσανατολιστική λειτουργία της ακοής. Η φασαρία στην Αθήνα, μεταξύ των άλλων ιδιοτήτων της, έχει επίσης μια αποπροσανατολιστική ομοιομορφία.
Τι σημαίνουν τα παραπάνω; Σημαίνουν πως στη σκέψη μου έχει συμβεί μια ελαφρά μετατόπιση στο περιεχόμενο των λέξεων: «θόρυβος» σημαίνει τελικά «πολύς θόρυβος» και η «ησυχία» καταλήγει τελικά να είναι μονάχα ο «λιγότερος θόρυβος».
Όταν όμως απομακρύνομαι από την πόλη και γυρίζω στο χωριό, καταλαβαίνω πως έχω πραγματοποιήσει ένα άλμα μέσα στις έννοιες και πως υπάρχει τελικά ένας κυριολεκτικός βαθμός της λέξης «ησυχία». Αυτό, αρχικά, τοποθετεί αναδρομικά σε νέο πλαίσιο όλες τις φορές που πίστεψα πως στην Αθήνα όλοι οι θόρυβοι είχαν εξαφανιστεί· και στη συνέχεια, ωστόσο, όταν πια έχω κοιτάξει για αρκετή ώρα τους ανεμόμυλους ακούγοντας το τίποτα, αυτή η νέα πραγματικότητα αυτοαναιρείται, γίνεται σαφές πως δεν υπάρχει τελικά η απόλυτη ησυχία, αλλά (και τώρα κάνω ξανά άλμα) όταν παύουν οι θόρυβοι, μπορούν να ακουστούν ορισμένοι χαμηλότερης έντασης ήχοι.
Οι ήχοι του περιβάλλοντος
Από το χωριό μου η θάλασσα απέχει αρκετά, όμως όταν η ένταση του μελτεμιού πέφτει, μπορεί κανείς να ακούσει τα κύματα που σπάνε στους βράχους. Την ίδια στιγμή, ακούγοντας τον ίδιο τον άνεμο, που το καλοκαίρι στις Κυκλάδες είναι συνήθως βοριάς, μπορείς να καταλάβεις ποια είναι η διεύθυνσή του και, με αυτόν τον τρόπο, αν ακούς προσεκτικά, καταφέρνεις έως και να προσανατολιστείς, τοποθετώντας τον Ββορρά στο σημείο του ορίζοντα απ’ όπου έρχεται ο ήχος.
Γενικά, ο προσανατολισμός μου γίνεται ευκολότερος όταν το τοπίο των ήχων γύρω μου καθαρίζει. Εκτός απ’ τη θάλασσα και τον αέρα, φορές φορές στο σπίτι μου ακούγονται βελάσματα ζώων από το βουνό, βήματα και φωνές ανθρώπων που περπατάνε προς την πλατεία, το αυτοκίνητο του φούρναρη ή η άφιξη του ταχυδρομείου στην είσοδο του χωριού.
Ο ορυμαγδός των θορύβων που μας παίρνει τα αυτιά στις πόλεις κάνει πολύ εύκολο να ξεχάσει κανείς την προσανατολιστική λειτουργία της ακοής. Η φασαρία στην Αθήνα, μεταξύ των άλλων ιδιοτήτων της, έχει επίσης μια αποπροσανατολιστική ομοιομορφία. Όταν ακούω παντού κομπρεσέρ και κορναρίσματα, πέρα απ’ το γεγονός πως σπάνε τα νεύρα μου, η πανταχού παρουσία τους σημαίνει πως είναι ουσιαστικά αδύνατον να προσδιορίσω ακριβώς την πηγή τους· στην Αθήνα σχεδόν ποτέ δεν ακούμε για να βρούμε τον δρόμο μας.
Οι ήχοι των άλλων (ανθρώπων και ζώων)
Κάτω από το σπίτι μου στο χωριό περιφέρεται ένα μουλάρι. Όταν μας βλέπει να ερχόμαστε, καλπάζει προς το μέρος μας με την ελπίδα πως του φέρνουμε φαγητό. Μόλις κλείνω την πόρτα και πια δεν τον βλέπω, ο ήχος των δραστηριοτήτων του μου θυμίζει πως είναι ακόμα εκεί: το ακούω να χλιμιντρίζει ή να πίνει νερό στην ποτίστρα ή να ψάχνει σκιά κάτω από το μόνο δέντρο του χωραφιού όπου το κρατά ο ιδιοκτήτης του όταν οι εργασίες τους τελειώνουν.
Την ίδια στιγμή, έχουμε συνηθίσει να ακούμε την αναπνοή των ανθρώπων μας αποκλειστικά στις πιο ήσυχες ώρες της μέρας, κλεισμένοι μέσα στους τοίχους των σπιτιών μας. Όταν, τελικά, μας δοθεί η ευκαιρία να ακούσουμε τους ήχους τους μέσα στο γενικότερο ηχητικό τοπίο (και όχι αποκλεισμένοι απ’ αυτό, σε μια προσπάθεια να γλιτώσουμε από τον θόρυβο), το συναισθηματικό αποτέλεσμα είναι διαφορετικό. Στη μία περίπτωση η ιδιωτική μας ζωή μοιάζει να βρίσκεται σε κατάσταση (ηχητικής) πολιορκίας από τον γύρω κόσμο και να καταφεύγει ακριβώς στο «άσυλο» της κατοικίας, ενώ στην άλλη η σχέση μεταξύ προσωπικής εμπειρίας και περιβάλλοντος χαρακτηρίζεται, αν όχι από την ευμένεια του τελευταίου, τουλάχιστον από την πραγματική και βαθιά αδιαφορία του για το τι κάνουμε εμείς.
Ο μη ήχος
«Έκανε τόση ησυχία, ώστε μπορούσε να ακούσει τις σκέψεις του». Αυτή η στερεότυπη φράση εκφράζει, νομίζω, δύο διαφορετικές όψεις της σχέσης ανάμεσα στον θόρυβο και τη σκέψη.
Αρχικά –και ποιος δεν το έχει νιώσει άραγε αυτό;– τα ξαφνικά ξεσπάσματα της φασαρίας, σκουπιδιάρες που αδειάζουν κάδους ή κακόφωνες συμφωνίες από κορναρίσματα, ή και η ίδια η αδιάκοπη ομοιομορφία της φασαρίας, σφυριά στους τοίχους του διπλανού διαμερίσματος για ώρες ή συνεργεία που σκάβουν τον δρόμο, διακόπτουν τον ειρμό της σκέψης μας. Δηλαδή, μιλώντας για την ησυχία που μας επιτρέπει να ακούμε τι συμβαίνει στο μυαλό μας, μιλάμε εξ αντανακλάσεως για τη φασαρία που καθιστά αδύνατη μια τέτοια δραστηριότητα.
Από την άλλη πλευρά, ίσως υπάρχει μια κάπως πιο κυριολεκτική ερμηνεία της φράσης: σε καταστάσεις μιας σχεδόν απόλυτης ησυχίας το μυαλό αρχίζει να «ακούει» ήχους που παράγει το ίδιο (να άλλη μια απόδειξη πως η ολική σιωπή είναι ένας φασματικός στόχος, δεν μπορεί να υπάρξει, γιατί τελικά θα ήταν τόσο απαράδεκτη, ώστε εμείς οι ίδιοι θα τη γεμίζαμε με νέο ήχο). Δεν αναφέρομαι στη βασανιστική κατάσταση των εμβοών, αλλά στα σιγανά μουρμουρητά ή στη νοερή επανάληψη μιας λέξης-κλειδί για την πορεία των σκέψεών μας μια δεδομένη στιγμή ή σε απροσδιόριστα βουητά που μοιάζουν να είναι το ηχητικό αντίστοιχο των λάμψεων που βλέπουμε όταν κλείνουμε σφιχτά τα μάτια μας: μη ήχοι, δηλαδή, που κατά κάποιον τρόπο μάς θυμίζουν πόσο αντιφατική είναι η κατάστασή μας ως ακουόντων υποκειμένων, υποκειμένων που έχουν ανάγκη τον ήχο την ίδια στιγμή που τα εξαντλεί ο θόρυβος, και αναζητούν την ισορροπία, ή έστω τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο ευχάριστο και το ενοχλητικό, την οποία δεν πρόκειται να βρουν ποτέ, γιατί το ηχητικό τοπίο χαρακτηρίζεται από μια βαθιά αδιαφορία για τα αυτιά τους.














