Ο Andrew Durham θυμάται ακόμη την ιστορία με το γράμμα. Ήταν παιδί, γύρω στα εννέα ή δέκα, όταν βρήκε στα σκουπίδια ένα τσαλακωμένο ερωτικό γράμμα. Ήταν από έναν Ιταλό, τον Pietro, προς τον πατέρα του. Το έδειξε στη μητέρα του χωρίς να καταλαβαίνει ακριβώς τι κρατούσε στα χέρια του. Κάπως έτσι, σχεδόν άθελά του, έβγαλε στο φως κάτι από την ιδιωτική ζωή του πατέρα του.
Χρόνια αργότερα, σε κοινή συνέντευξη με τη Σοφία Κόπολα, ο Durham αφηγείται ξανά το περιστατικό με μια παράξενη ελαφρότητα. Η Κόπολα, φίλη και συνεργάτιδά του από τη δεκαετία του ’90, τον ακούει από τη Νέα Υόρκη. Η ιστορία μοιάζει μικρή, σχεδόν οικογενειακό ανέκδοτο. Αλλά μέσα της υπάρχει ήδη το θέμα του Fairyland: τι σημαίνει να μεγαλώνεις δίπλα σε έναν γονιό που η εποχή δεν ξέρει ακόμη πώς να δει καθαρά.
Το Fairyland, που βγαίνει στις αίθουσες στις 29 Μαΐου με προβολές και μέσα στον μήνα του Pride, είναι η πρώτη σκηνοθετική δουλειά μεγάλου μήκους του Andrew Durham. Η ταινία, σε παραγωγή της Σοφίας Κόπολα, βασίζεται στο βιβλίο Fairyland: A Memoir of My Father της Alysia Abbott, όπου η συγγραφέας αφηγείται την παιδική και εφηβική της ηλικία με τον πατέρα της, τον συγγραφέα και ποιητή Steve Abbott. Ο Abbott μίλησε ανοιχτά για τη σεξουαλικότητά του μετά τον θάνατο της μητέρας της. Στην ταινία, τον Steve υποδύεται ο Scoot McNairy, ενώ την Alysia παίζουν η Nessa Dougherty ως παιδί και η Emilia Jones στα μεγαλύτερα χρόνια της.
Η ιστορία ξεκινά μέσα σε ένα Σαν Φρανσίσκο γεμάτο λάμψη, ελευθερία και ανορθόδοξη τρυφερότητα. Η μικρή Alysia μεγαλώνει ανάμεσα στους φίλους και τους εραστές του πατέρα της, σε σπίτια όπου υπάρχουν γκλίτερ, φτερωτά μποά, πάρτι, ουσίες, γέλια, φροντίδα, χαοτική μποέμ ενέργεια και μια αίσθηση ότι η οικογένεια μπορεί να φτιαχτεί αλλιώς. Σε ένα πάρτι γενεθλίων, η μικρή σβήνει τα κεράκια ενώ οι ενήλικοι γύρω της δοκιμάζουν άλλες ελευθερίες και άλλες μορφές ζωής.
Για τον Durham, το υλικό δεν ήταν ποτέ απλώς λογοτεχνική διασκευή. Έμοιαζε πολύ με τη δική του ζωή. Μεγάλωσε κι εκείνος στην περιοχή του Σαν Φρανσίσκο τη δεκαετία του ’70. Μετά τον χωρισμό των γονιών του, περνούσε τα Σαββατοκύριακα με τον πατέρα του, Jerry, επιμελητή μουσείων. Όπως η Alysia Abbott, έτσι και ο ίδιος έζησε από κοντά έναν γκέι πατέρα που ανήκε σε έναν κόσμο γεμάτο άνδρες, θέατρα, εστιατόρια, πάρτι και κοινωνική τόλμη. Και, αργότερα, όπως εκείνη, τον φρόντισε όταν αρρώστησε από HIV. Ο Steve Abbott και ο Jerry Durham πέθαναν την ίδια χρονιά, το 1992.
«Πάντα νόμιζα ότι ήμουν μόνο εγώ», λέει ο Durham. «Δεν γνώριζα πολλούς ανθρώπους που είχαν γκέι μπαμπάδες που πέθαναν από AIDS». Η φράση είναι απλή, αλλά κουβαλάει μια ολόκληρη χαμένη γενεαλογία. Παιδιά που μεγάλωσαν μέσα σε queer κόσμους πριν αυτοί οι κόσμοι γίνουν ορατή ιστορία. Παιδιά που είδαν τους πατέρες τους όχι μόνο ως γονείς, αλλά και ως ανθρώπους που προσπαθούσαν να ζήσουν την επιθυμία τους σε μια εποχή που η κοινωνία δεν είχε χώρο για αυτήν. Και μετά, παιδιά που μεγάλωσαν απότομα, επειδή έπρεπε να γίνουν μάρτυρες μιας αρρώστιας που αφάνιζε ολόκληρες κοινότητες.
Η Κόπολα δεν σκηνοθετεί το Fairyland. Το παράγει. Και αυτό έχει τη δική του σημασία. Είναι η πρώτη φορά που αναλαμβάνει ως παραγωγός ταινία άλλου σκηνοθέτη, συνεχίζοντας, όπως λέει η ίδια, μια παράδοση που συνδέει με τον πατέρα της, Francis Ford Coppola, και την Zoetrope: να στηρίζεις έργα που αγαπάς και στα οποία πιστεύεις. Η ταινία είναι παραγωγή της Zoetrope και ανοίγει με το αυθεντικό λογότυπο της εταιρείας από τη δεκαετία του ’70, μια λεπτομέρεια που ενθουσίασε τον Durham. «Ένα πράγμα που έχουμε κοινό με τη Σοφία είναι ότι μισούμε τα κακά λογότυπα», λέει.
Η παρουσία της Κόπολα δεν είναι διακοσμητική. Το Fairyland συνομιλεί με κάτι που διατρέχει μεγάλο μέρος της δικής της φιλμογραφίας: ιστορίες πατέρων και θυγατέρων, από το Somewhere μέχρι το On the Rocks και, με πιο υπόγειο τρόπο, το Lost in Translation. Η ίδια μεγάλωσε επίσης σε έναν ανορθόδοξο καλλιτεχνικό κόσμο, σε μια Καλιφόρνια γεμάτη κινηματογραφιστές, vintage ρούχα, μεγάλα σπίτια, γονείς που δεν έκρυβαν τα παιδιά από τη ζωή των ενηλίκων. Θυμάται τον πατέρα της με κοτλέ κοστούμια, τη ζωή σε ένα μεγάλο βικτοριανό σπίτι στο Σαν Φρανσίσκο, τους Ευρωπαίους σκηνοθέτες που μπαινόβγαιναν, την αίσθηση ότι η παιδική ηλικία δεν ήταν απομονωμένη από τον κόσμο των μεγάλων.
Αυτό το κοινό υπόστρωμα εξηγεί γιατί η ταινία δεν αντιμετωπίζει το queer περιβάλλον της Alysia ως «θέμα». Το αντιμετωπίζει ως σπίτι. Ως ατμόσφαιρα παιδικής ηλικίας. Ως ένα μέρος όπου ένα παιδί μπορεί να νιώθει προστατευμένο, μπερδεμένο, παρατηρητικό, αγαπημένο και εκτεθειμένο ταυτόχρονα. Το Fairyland δεν ενδιαφέρεται μόνο για τον γκέι πατέρα ως πολιτική φιγούρα ή ως θύμα της επιδημίας. Τον βλέπει πρώτα ως μπαμπά: ακατάστατο, τρυφερό, ελλιπή, ζωντανό, γεμάτο επιθυμίες και αντιφάσεις.
Η queer οικογένεια δεν παρουσιάζεται ως μοντέλο τελειότητας, αλλά ως πραγματική ζωή. Υπάρχουν φτερά και λάμψη, αλλά υπάρχουν και απουσίες. Υπάρχει ελευθερία, αλλά υπάρχει και ανασφάλεια. Υπάρχει ο μύθος ενός Σαν Φρανσίσκο που μπορούσε να μοιάζει με καταφύγιο, αλλά υπάρχει και η σκληρή γνώση ότι αυτό το καταφύγιο δεν θα κρατούσε για πάντα.
Για τον Durham, το δυσκολότερο κομμάτι ήταν η επιστροφή στην αρρώστια του πατέρα του. Καθώς έγραφε την τρίτη πράξη της ταινίας, ένιωθε να ξαναμπαίνει στο σώμα εκείνων των χρόνων. Πρόσθεσε μάλιστα λεπτομέρειες που δεν υπάρχουν στο βιβλίο της Abbott, αλλά προέρχονται από τη δική του εμπειρία: τη μνήμη που χάνεται όταν ο ιός επηρεάζει τον εγκέφαλο, την αίσθηση ότι νέοι άνδρες γερνούσαν απότομα μέσα σε λίγες ημέρες, σαν να έπεφταν πάνω τους δεκαετίες.
Μια από τις πιο δυνατές μνήμες του αφορά το AZT, το πρώιμο φάρμακο για τον HIV, με τις σκληρές παρενέργειες. Ο Durham θυμάται να λέει στον πατέρα του ότι φοβόταν πως το φάρμακο σκότωνε τους ανθρώπους αντί να τους βοηθά. Ο πατέρας του απάντησε ότι δεν το έπαιρνε για τον εαυτό του, αλλά επειδή εκείνοι ήταν τα «πειραματόζωα» για τις επόμενες γενιές. Για τον Durham, αυτή η φράση έμεινε σαν ηθικό μάθημα.
Σήμερα, λέει, οι άνθρωποι που ζουν με PrEP πρέπει να ξέρουν από πού ήρθε αυτή η δυνατότητα και ποιες θυσίες προηγήθηκαν.
Το Fairyland γίνεται έτσι μνήμη μιας γενιάς που αναγκάστηκε να μάθει τη φροντίδα πολύ νωρίς. Όχι τη φροντίδα ως αφηρημένη αξία, αλλά ως σωματική, καθημερινή πράξη: να φροντίζεις έναν πατέρα που χάνει τη δύναμή του, τη μνήμη του, την ανεξαρτησία του. Να βλέπεις τον άνθρωπο που κάποτε σε έβαζε μέσα σε έναν κόσμο γκλίτερ και πάρτι να γίνεται ασθενής. Να ανακαλύπτεις ότι η παιδική σου ηλικία ήταν γεμάτη ομορφιά, αλλά και ότι εκείνη η ομορφιά βρισκόταν ήδη πολύ κοντά στην καταστροφή.
Η ταινία αποκτά ιδιαίτερη ένταση σήμερα, όχι μόνο επειδή επιστρέφει στην ιστορία του AIDS, αλλά επειδή κυκλοφορεί σε μια στιγμή όπου η queer ζωή βρίσκεται ξανά στο στόχαστρο. Η Κόπολα το λέει καθαρά: τη συγκλόνισε το ότι τόσα χρόνια μετά εξακολουθεί να υπάρχει τέτοια προκατάληψη. Για εκείνη, ήταν σημαντικό το Fairyland να δείξει πολλών ειδών οικογένειες. Ο Durham το βλέπει σαν εκκρεμές που πηγαίνει μπρος-πίσω. Όσο μεγαλώνεις, λέει, καταλαβαίνεις ότι οι ελευθερίες δεν προχωρούν πάντα σε ευθεία γραμμή.
Το Fairyland δεν επιστρέφει στο Σαν Φρανσίσκο των ’70s για να το ντύσει απλώς με φτερά, μουσικές και χρώματα. Επιστρέφει για να θυμηθεί ότι εκείνη η ελευθερία υπήρξε πραγματική, αλλά όχι αθώα. Ότι τα queer σπίτια, οι παρέες, οι εραστές, οι πατέρες, οι φίλοι, οι άνθρωποι που έφτιαχναν οικογένειες έξω από τις κανονικές οικογενειακές φόρμες, δεν ήταν σύμβολα. Ήταν καθημερινές ζωές. Και πολλές από αυτές κόπηκαν βίαια.
Στο κέντρο της ταινίας βρίσκεται τελικά ένα παιδί. Όχι η επιδημία ως ιστορικό κεφάλαιο, όχι το queer Σαν Φρανσίσκο ως μυθολογία, όχι η Σοφία Κόπολα ως όνομα που δίνει κύρος στην ταινία. Ένα παιδί που μεγαλώνει δίπλα σε έναν πατέρα που το αγαπά, αλλά δεν μπορεί πάντα να το προστατεύσει. Ένα παιδί που βλέπει έναν κόσμο ενηλίκων πολύ πιο ελεύθερο από τον δικό της σχολικό κόσμο και αργότερα πολύ πιο εύθραυστο από όσο μπορούσε να φανταστεί. Ένα παιδί που αναγκάζεται να καταλάβει ότι οι άνθρωποι που μας μαθαίνουν την ελευθερία μπορεί να είναι οι ίδιοι άνθρωποι που θα χρειαστούν τη φροντίδα μας.
Το Fairyland μοιάζει, έτσι, με ταινία για μια παλιά μορφή οικογένειας που στην πραγματικότητα παραμένει επείγουσα. Όχι την οικογένεια ως αίμα ή θεσμό, αλλά την οικογένεια ως περιβάλλον όπου ένα παιδί μαθαίνει τον κόσμο, ακόμη κι όταν ο κόσμος είναι ακατάστατος, queer, ημιφωτισμένος, γεμάτος ανθρώπους που μπαίνουν και βγαίνουν, γεμάτος απώλειες και λάθος στιγμές.
Η ταινία δεν ρωτά αν αυτή η οικογένεια ήταν «κανονική». Ρωτά αν ήταν αληθινή. Και την αφήνει να υπάρξει έτσι: με τα γκλίτερ, τα φτερωτά μποά, τα γράμματα στα σκουπίδια, τους πατέρες που δεν πρόλαβαν να γεράσουν και τα παιδιά που αναγκάστηκαν να θυμούνται για λογαριασμό τους
με στοιχεία από Guardian















