Στις 9 Ιουλίου διάβασα στο Διαδίκτυο ότι πέθανε η τρανσέξουαλ και ακτιβίστρια υπέρ των δικαιωμάτων των ΛΟΑΤΚΙ+, Πάολα Ρεβενιώτη.
Η Ρεβενιώτη ήταν το πρώτο «τρανς άτομο», όπως λένε, που έθεσε υποψηφιότητα στις εθνικές εκλογές της χώρας μας, πρώτα με διάφορες οικολογικές κινήσεις και αργότερα με το ΜέΡΑ25, σε αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις, χωρίς να καταφέρει να εκλεγεί τελικά, ακολουθώντας τη μοίρα των πολιτικών σχημάτων με τα οποία συστρατεύτηκε.
Η περίπτωσή της είναι διαφωτιστική για την κατάσταση που επικρατεί στην εποχή μας στους κόλπους της Αριστεράς, η οποία είναι λες και σπαράσσεται από έναν ιδιότυπο δικό της εμφύλιο πόλεμο.
Το ένα κομμάτι της Αριστεράς σήμερα εξακολουθεί να κρίνει τα πράγματα αλά Μαρξ, θεωρώντας σπουδαιότερη τη σύγκρουση μεταξύ αστών και εργατών. Και αντιμετωπίζει το θέμα των ταυτοτήτων ως κάτι που υποκινείται από το σύστημα, ώστε να υποβαθμίζεται η ταξική πάλη.
Οι υπόλοιποι πάλι ισχυρίζονται ότι στην εποχή μας, όπου ο ατομικισμός κάνει θραύση, η πάλη των τάξεων βρίσκεται τουλάχιστον στην ίδια μοίρα με τα κάθε είδους ανθρώπινα δικαιώματα. Και ότι όσοι εγείρουν θέματα ταυτότητας –από τα θύματα κάθε είδους ρατσισμού, φυλής ή φύλου, ως τους οικολόγους– είναι στην πρωτοπορία των διεκδικήσεων.
Γράφοντας για τον θάνατο της Πάολα στο Facebook, δηλαδή δημοσίως, ένας αριστεριστής που κρίνει τα πράγματα με βάση την ταξική πάλη, αντί για τις ταυτότητες, έφτασε στο σημείο να χρησιμοποιήσει το αρσενικό γένος: «Πέθανε ο Ρεβενιώτης»!
Ο ίδιος αυτός άνθρωπος, μετά τις σφοδρές αντιδράσεις εναντίον του, επανήλθε με μία νέα μακροσκελή ανάρτηση, εξίσου ακραία με την πρώτη, τη στιγμή που η Πάολα δεν είχε προλάβει καλά καλά να φύγει, όπως έλεγαν παλιά, «από τον μάταιο τούτο κόσμο».
Ανάμεσα σε πολλά άλλα, λοιπόν, ο εν λόγω ακροαριστερός έγραψε ότι στην εποχή μας το να είσαι τρανς δεν απαιτεί θάρρος και δεν είσαι από πουθενά αποκλεισμένος. Αντιθέτως, λέει, οι ΛΟΑΤΚΙ+ επιχορηγούνται από τις αστικές κυβερνήσεις και προωθούνται ασύστολα από κάθε μηχανισμό της κυρίαρχης προπαγάνδας –από τον κινηματογράφο και τη μόδα ως τα social media –, και μετά νομίζουν ότι κάνουν επανάσταση.
Προσωπικά δεν θα μπορούσα να διαφωνώ περισσότερο. Τι να πρωτοπεί κανείς; Είναι δυνατόν να πιστεύεις ότι σήμερα δεν απαιτεί θάρρος και ότι δεν είσαι από πουθενά αποκλεισμένος αν είσαι τρανς στη μικροαστική Ελλαδίτσα μας; Ή στην Ελλαδάρα μας, διαλέγεις και παίρνεις. Όσο κι αν η ΛΟΑΤΚΙ+ ατζέντα επιχορηγείται και προωθείται κι από τον Θεό τον ίδιο.
Άλλο το ένα κι άλλο το άλλο. Μπορεί να είσαι απολύτως μες στο πνεύμα της εποχής –για να το διατυπώσω πιο ήπια–, κι όμως να σε σταυρώνουν στην καθημερινότητά σου οι οπισθοδρομικοί συμπολίτες σου, ιδίως όταν αποτελούν τη συντριπτική πλειονότητα.
Επίσης, όταν πιστεύεις ότι επιχορηγείται και προωθείται μία ολόκληρη ιδεολογία, και κυρίως ότι μπορεί και επιβάλλεται σε τέτοια κλίμακα, αυτό δεν σημαίνει άραγε ότι ασπάζεσαι μία ακόμη θεωρία συνωμοσίας;
Κι επειδή η πραγματικότητα τρέχει με χίλια, ό,τι κι αν συνέβαινε στο παρελθόν, στις μέρες μας οι κατακτήσεις των κάθε είδους δικαιωματιστών κινδυνεύουν να ακυρωθούν σε ολόκληρο τον δυτικό κόσμο, καθώς προελαύνει η νέα (κι όμως τόσο παλιά) δυστοπία που στο στόχαστρό της έχει από τους μετανάστες ως τους ΛΟΑΤΚΙ+.
Tο κύμα της ακροδεξιάς ανεβαίνει παγκοσμίως. Δεν είναι μόνο το γερμανικό AfD ή η Λεπέν, η Μελόνι και οι υπόλοιποι συνάδελφοί τους στην Ευρώπη, αλλά και ο Τραμπ, ο Πούτιν, ο Ερντογάν, κι ένα σωρό άλλοι ηγέτες που μπορεί και να φαίνονται, αλλά δεν είναι υπεράνω υποψίας.
Ακόμη και ο Μητσοτάκης, για να επιστρέψουμε στα καθ’ ημάς, που σπεύδει να αναιρέσει τη woke ατζέντα, την οποία είχε υιοθετήσει δειλά πριν από λίγο καιρό, και να υποταχθεί πρώτα στον αρχιτραμπούκο Πρόεδρο των ΗΠΑ, και μετά στους λοιπούς ακροδεξιούς όχι μόνο της παράταξής του, αλλά και εκτός αυτής.
Οι απόψεις κάποιου για τους ΛΟΑΤΚΙ+ δεν μπορούν να είναι θέμα διαφωνίας, ειδικά αν αυτός ο κάποιος είναι ετεροφυλόφιλος. Η Πάολα δεν είχε απλώς άλλη άποψη – την υποστήριζε με την ίδια τη ζωή της. Ή μάλλον, αυτή ήταν η ζωή της.
Με δυο λόγια, ανάμεσα σ’ εκείνους που υποστηρίζουν το κίνημα των ταυτοτήτων υπάρχουν πάρα πολλοί οι οποίοι δεν το κάνουν από άποψη και πολύ περισσότερο από ιδιοτροπία, αλλά επειδή το βιώνουν μ’ αυτόν τον τρόπο, επειδή το νιώθουν επάνω στο πετσί τους.
Από την άλλη, σαφώς υπάρχουν ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα τόσο συντηρητικά, ώστε να απορείς πώς είναι δυνατόν να ενσαρκώνουν μια τέτοια χονδροειδή αντίφαση.
Ωστόσο υπάρχουν και πάρα πολλοί ομοφυλόφιλοι, non-binary άτομα ή τρανς κ.ο.κ. (πιθανότατα η πλειονότητά τους), που δεν βιώνουν καμία αντίφαση. Επειδή ακριβώς έχουν ριζοσπαστικοποιηθεί λόγω του ότι ανήκουν στη ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα.
Φτάνω μάλιστα στο σημείο να σκέφτομαι ότι παρόμοιες αριστερές απόψεις, ανθρώπων που κρίνουν τα πάντα με βάση την ταξική πάλη, τις έχουν μόνο όσοι δεν έτυχε ποτέ να έχουν φίλες και φίλους, ή και παιδιά φίλων, που έκαναν φυλομετάβαση ή είναι γκέι, λεσβίες και τα ρέστα.
Και ακόμη περισσότερο δεν έτυχε ποτέ να έχουν φίλες και φίλους, ή και παιδιά φίλων, ΛΟΑΤΚΙ+ που έχουν ριζοσπαστικοποιηθεί και σου αποδεικνύουν ως ζωντανό παράδειγμα ότι απαιτείται συχνά εκ μέρους τους μεγάλη γενναιότητα.
Επιπλέον, όσα, όσες και όσοι τυχαίνει να γνωρίζω προσωπικά, προσφέρουν αφιλοκερδώς σε αναξιοπαθούντες κάθε είδους, στηρίζοντάς τους και βοηθώντας τους με μια τόσο αλληλέγγυα στάση, που δύσκολα βρίσκεις όμοιά της σήμερα.
Η woke ατζέντα μπορεί να ξέφυγε στα μητροπολιτικά κέντρα, φτάνοντας συχνά στο άλλο άκρο. Όμως, ειδικά σε μια συντηρητική χώρα της περιφέρειας σαν την Ελλάδα, είναι στην εποχή μας η εμπροσθοφυλακή του αγώνα για ελευθερία, ισότητα και κοινωνική δικαιοσύνη, μαζί με το εργατικό κίνημα.
Το να αποκαλείς την Πάολα «ο Ρεβενιώτης» δείχνει απλούστατα ιδεοληψία. Και δυστυχώς υπάρχουν κολλημένοι, με παρωπίδες, και στις δύο πολιτικές όχθες, Δεξιά και Αριστερά.
Η ζωή όμως δεν προχωράει με βάση τις απόλυτες ιδέες μας και δεν ακολουθεί προκαθορισμένη πορεία. Η κοίτη του ποταμού δεν είναι τσιμεντωμένη, άκαμπτη. Το νερό με την ορμή του τη διαμορφώνει ανοίγοντας δρόμο για να κυλήσει.
Η ζωή είναι ένα χάος που ακατάπαυστα κινείται και αλλάζει, κι όπου το βίωμα υπερισχύει της ιδεολογίας. Γι’ αυτό και τρέφω μεγαλύτερη εκτίμηση στις βιωμένες απόψεις, σε σύγκριση με τις θεωρητικές.
Από τις άφθονες δηλώσεις τις οποίες έκανε στη διάρκεια του ταραχώδους βίου της η Πάολα, κρατάω δύο.
Η πρώτη λέει ότι «η καύλα είναι επαναστατική». Συμφωνώ κι επαυξάνω. Τι το επαναστατικό όμως, ή τι το καυλωτικό έχει η κομματική γραφειοκρατία με την οποία πήγε κι έμπλεξε η Ρεβενιώτη, ακόμη κι αν επρόκειτο για τη γραφειοκρατία ενός αριστερού γκρουπούσκουλου;
Τη δεύτερη δήλωσή της την είδα να αναπαράγεται κατά κόρον τις ημέρες που ακολούθησαν τον θάνατό της. Είναι μια άποψή της εμβληματική, ίσως η πιο ευρηματική της, η οποία την ίδια στιγμή έχει πολύ ψαχνό.
Η Πάολα είχε διατυπώσει αυτήν την άποψη σχολιάζοντας τη δολοφονία ενός άλλου ακτιβιστή της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας και επίσης τρανς, του αδικοχαμένου Ζακ Κωστόπουλου.
«Οι Έλληνες δεν μισούν τις αδελφές, τους gay, τους πούστηδες όπως τους αποκαλούν. Ούτε μισούν τους κλέφτες και αυτούς που πίνουν ναρκωτικά. Μισούν τους φτωχούς gay και τους φτωχούς κλέφτες, τους φτωχούς εξαρτημένους».
Οι δυο αυτές φράσεις της Ρεβενιώτη μου φαίνεται ότι υπογραμμίζουν και ακτινογραφούν κάποιες εθνικές μας ιδιαιτερότητες, οι οποίες δεν νομίζω ότι έχουν απασχολήσει ποτέ ιδιαίτερα την Αριστερά, ει μη τι άλλο επειδή αλλιώς κινδυνεύει να μείνει χωρίς ακροατήριο.
«Δυστυχώς οι μικροαστοί χαράσσουν την μοίρα της Ελλάδος», γράφει στα πάντα πρωτοποριακά «Καλιαρντά» του ο Ηλίας Πετρόπουλος. «Αυτά τα αήττητα κνώδαλα ήταν, είναι και θα είναι ανεπίδεκτα αισθητικής διαπαιδαγωγήσεως».
Και μήπως η μικροαστική τάξη δεν είναι η ραχοκοκαλιά της χώρας μας; Η τάξη που με την αριθμητική υπεροχή της και με τη δεσπόζουσα βαρύτητά της κάνει τις υπόλοιπες να δείχνουν μπροστά της σχεδόν ανύπαρκτες;
Μήπως η βιωμένη άποψη της Πάολα έχει να κάνει κυρίως μ’ αυτήν την εθνική μας ιδιαιτερότητα; Μήπως εν τέλει οι Έλληνες μικροαστοί, οι νοικοκυραίοι, οι κυρ-παντελήδες είναι εκείνοι που «μισούν τους φτωχούς gay και τους φτωχούς κλέφτες, τους φτωχούς εξαρτημένους»;
Μήπως οι ίδιοι είναι που εξόντωσαν με τον πιο βάρβαρο τρόπο τον Ζακ Κωστόπουλο; Μήπως ένα κομμάτι τους είναι διεφθαρμένο και χαλασμένο όσο και πολλοί από τους αστούς και τους μεγαλοαστούς;
Μήπως αυτούς και πάλι εννοούσε ο Πετρόπουλος, όταν έλεγε ότι ο λαός δεν είναι μόνο καλός, ήρωας και αγνός, αλλά και κακός, δειλός και τιποτένιος; Μήπως αυτοί είναι που δεν κακολογεί ποτέ η Αριστερά, που τους χαϊδεύει μονίμως τ’ αφτιά και τους κανακεύει πάντα;
Αυτοί από τους οποίους κι εγώ προέρχομαι, και οι οποίοι νιώθουν κάποτε τόση αλλεργία για τη δουλειά μου, και για τη δουλειά των ομοίων μου σε όλες τις τέχνες, όση ακριβώς νιώθει ώρες ώρες και η αφεντιά μου για την ύπαρξή τους.















