Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Μέσα στο Βασιλικό Παλάτι της Μαδρίτης ζούσε ένα κρυφό χωριό 500 εργαζομένων


Μέσα στο Βασιλικό Παλάτι της Μαδρίτης δεν ζούσε μόνο η βασιλική οικογένεια. Για περισσότερο από δύο αιώνες, μέσα στο ίδιο κτίριο υπήρχε και μια ολόκληρη μικρή πόλη εργαζομένων.

Υπήρχαν υπηρέτες, μάγειρες, ταπετσέρηδες, ξυλουργοί, διοικητικοί υπάλληλοι, θυρωροί, καμαριέρες, κυρίες της αυλής που υπηρετούσαν τις γυναίκες της βασιλικής οικογένειας, οικογένειες με παιδιά, άνθρωποι που περίμεναν χρόνια για ένα δωμάτιο, άλλοι που παρακαλούσαν για καλύτερη κατοικία, νεαροί που ήθελαν απλώς να γυρίσουν πιο αργά από το θέατρο ή τον κινηματογράφο.

Μέσα στο Βασιλικό Παλάτι της Μαδρίτης ζούσε ένα κρυφό χωριό 500 εργαζομένων Facebook Twitter
Σχέδιο του 18ου αιώνα με έναν από τους ορόφους του Βασιλικού Παλατιού της Μαδρίτης όπου κατοικούσαν εργαζόμενοι του παλατιού. Κάθε δωμάτιο είχε αριθμό που αντιστοιχούσε σε συγκεκριμένο ένοικο.

Αυτή η άγνωστη ζωή του παλατιού προκύπτει μέσα από σχέδια, μητρώα και επιστολές του Γενικού Αρχείου του Παλατιού, που φωτίζουν την καθημερινότητα των ανθρώπων οι οποίοι κατοικούσαν στο Βασιλικό Παλάτι από τα μέσα του 18ου αιώνα έως το τέλος της δικτατορίας του Φράνκο. Στις πιο πυκνές περιόδους, ο αριθμός τους έφτανε περίπου τους 500. Ήταν ένα χωριό μέσα στο παλάτι, μια εργατική και υπηρεσιακή γειτονιά κρυμμένη πίσω από την επίσημη εικόνα της μοναρχίας.

Το ενδιαφέρον αυτής της ιστορίας είναι ότι αναποδογυρίζει το βλέμμα. Αντί να κοιτάξει τους θρόνους, τις αίθουσες, τις τελετές και τα βασιλικά διαμερίσματα, κοιτάζει τις κουζίνες, τις σοφίτες, τα δωμάτια υπηρεσίας, τις σκάλες, τις αιτήσεις κατοικίας και τα μικρά καθημερινά άγχη όσων συντηρούσαν το μεγαλοπρεπές κτίριο από μέσα.

Η κατανομή του χώρου έλεγε ήδη τα πάντα. Στα δύο υπόγεια βρίσκονταν οι δουλειές που είχαν σχέση με το φαγητό, τα έπιπλα και τις ταπετσαρίες. Το ισόγειο χρησιμοποιούνταν από τα υπουργεία. Στον κύριο όροφο ζούσαν οι βασιλείς. Στους δύο τελευταίς. Στους δύο τελευταίους ορόφους βρίσκονταν οι κατοικίες των υπηρετών. Το παλάτι είχε 65 σκάλες, αλλά δεν ήταν όλες για όλους. Κάθε άνθρωπος είχε τις δικές του διαδρομές, ανάλογα με τη θέση του στην αυλική ιεραρχία. Υπήρχε ακόμη και σκάλα μόνο για τον βασιλιά.

Μέσα στο Βασιλικό Παλάτι της Μαδρίτης ζούσε ένα κρυφό χωριό 500 εργαζομένων Facebook Twitter
Εσωτερικό παλιάς κατοικίας εργαζομένων στο Βασιλικό Παλάτι της Μαδρίτης, σε έναν από τους χώρους όπου ζούσε η «κρυφή» κοινότητα του παλατιού.

Αυτό σημαίνει ότι το Βασιλικό Παλάτι δεν ήταν απλώς ένα κτίριο εξουσίας. Ήταν ένας μηχανισμός ταξικής κυκλοφορίας. Οι άνθρωποι μπορούσαν να ζουν κάτω από την ίδια στέγη, αλλά όχι στον ίδιο κόσμο. Άλλες πόρτες, άλλες σκάλες, άλλα δωμάτια, άλλες ώρες, άλλες ορατότητες. Η αρχιτεκτονική δεν χώριζε μόνο λειτουργίες. Χώριζε σώματα, εργασίες και αξίες.

Τα δωμάτια ήταν λίγα και πολύτιμα. Όχι όλοι οι εργαζόμενοι του παλατιού μπορούσαν να μείνουν εκεί, και οι αιτήσεις για κατοικία αποκαλύπτουν μια ιστορία που μοιάζει παράξενα σύγχρονη. Το 1930, ο Ραφαέλ Ρουίθ, 60 ετών, υπηρέτης στα βασιλικά διαμερίσματα την εποχή του Αλφόνσου ΙΓ΄, έγραφε ότι εργαζόταν στο παλάτι επί 41 χρόνια αλλά ζούσε στην περιφέρεια της Μαδρίτης, στη συνοικία Προσπεριδάδ. Ζητούσε να του παραχωρηθεί το δωμάτιο που είχε αφήσει κενό η καμαριέρα Αντόνια, πρώην υπηρέτρια της βασίλισσας Μαρίας Κριστίνας.

Η επιστολή του δεν μιλούσε για προνόμια. Μιλούσε για απόσταση, για παιδιά μακριά από την εκπαίδευση, για δυσκολία πρόσβασης σε γιατρό. Με άλλα λόγια, για ένα παλιό πρόβλημα στέγασης στην καρδιά της Μαδρίτης, μόνο που εδώ το σπίτι που διεκδικούσε ο εργαζόμενος βρισκόταν μέσα στο ίδιο το βασιλικό παλάτι.

Μέσα στο Βασιλικό Παλάτι της Μαδρίτης ζούσε ένα κρυφό χωριό 500 εργαζομένων Facebook Twitter
Μητρώο του Βασιλικού Παλατιού, όπου καταγράφονταν οι άνθρωποι που ζούσαν μέσα στο κτίριο, από τον βασιλιά έως τους υπαλλήλους και τις οικογένειές τους

Οι καθυστερημένοι μισθοί εμφανίζονται συχνά στα έγγραφα. Τα πράγματα στο παλάτι, όπως φαίνεται, κινούνταν αργά. Σε περιόδους πολέμου, ακόμη πιο αργά. Παρ’ όλα αυτά, η δουλειά στο παλάτι πρόσφερε μια μορφή ασφάλειας: γιατρό, χειρουργό, φαρμακοποιό, νερό, καυσόξυλα από το Ελ Πάρδο και μια σχετική βεβαιότητα απασχόλησης, εφόσον φυσικά δεν ανατρεπόταν ο ίδιος ο μονάρχης.

Ακόμη και έτσι, οι επιστολές είναι γεμάτες παράπονα. Η Ασουνσιόν Μαρτίν δε Μαρτίνεθ, για παράδειγμα, απευθυνόταν στον δούκα της Μιράντα ζητώντας βοήθεια λόγω της οικονομικής κρίσης της οικογένειάς της. Ένας άλλος υπάλληλος, ο Λουίς Αλκαλά Τρίγο, θυρωρός του Βασιλικού Αρχείου, ζητούσε κατοικία το 1929, για να λάβει μια απάντηση σχεδόν κυνικά γραφειοκρατική: η λίστα των αιτήσεων ήταν ατελείωτη και θα αργούσε να ικανοποιηθεί το αίτημά του.

Η μικρή αυτή πόλη είχε και σχολείο. Από την εποχή της Ισαβέλλας Β΄ σώζονται κατάλογοι μαθητών, με τα επαγγέλματα των γονιών τους και τους βαθμούς των παιδιών σε μαθήματα όπως καλλιγραφία, ορθολογία, γραμματική, αριθμητική, γραφή, κέντημα για τα κορίτσια, ευπρέπεια και κατήχηση. Το παλάτι δεν στέγαζε μόνο εργαζομένους. Στέγαζε και την επόμενη γενιά τους, προσπαθώντας να τη διαμορφώσει σύμφωνα με τη θέση που της αναλογούσε.

Μέσα στο Βασιλικό Παλάτι της Μαδρίτης ζούσε ένα κρυφό χωριό 500 εργαζομένων Facebook Twitter
Επιστολή υπαλλήλου του 1929 προς τον γενικό επιθεωρητή των βασιλικών παλατιών, με αίτημα να του παραχωρηθεί κατοικία μέσα στο κτίριο.

Στα μητρώα του Βασιλικού Παρεκκλησίου καταγράφονταν όλοι οι κάτοικοι του παλατιού, αρχίζοντας από τον βασιλιά. Ιερείς, γιατροί, υπηρέτες, παιδαγωγοί, άνθρωποι της αυλής και άνθρωποι της δουλειάς εμφανίζονται μέσα στο ίδιο εκκλησιαστικό και διοικητικό σύστημα. Το παρεκκλήσι λειτουργούσε ως ενορία του παλατιού· όποιος ζούσε εκεί έπρεπε να έχει τη δική του βεβαίωση κοινωνίας.

Μετά την ανακήρυξη της Δεύτερης Ισπανικής Δημοκρατίας, το 1931, αυτή η εσωτερική πόλη άρχισε να αδειάζει. Οι περισσότεροι εργαζόμενοι απομακρύνθηκαν, με εξαίρεση τους θυρωρούς, στους οποίους δόθηκαν νέες αρμοδιότητες. Το παλάτι πέρασε σε μουσειακή χρήση και τα παλιά διαμερίσματα των εργαζομένων άρχισαν να νοικιάζονται. Για ένα διάστημα, τα ενοίκια αυτών των κατοικιών απέφεραν περισσότερα χρήματα από τις επισκέψεις στο μουσείο.

Τα σχέδια του 18ου αιώνα δείχνουν πώς ήταν οργανωμένη αυτή η ζωή. Τα δωμάτια αριθμούνται, και κάθε αριθμός αντιστοιχεί σε έναν κάτοικο ή σε μια οικογένεια. Σε ένα από αυτά, για παράδειγμα, ζούσε η Χοσέφα δε Ταβάρες, ανώτερη υπηρέτρια της αυλής μιας από τις κόρες του Καρόλου Δ΄, της ινφάντας Μαρίας Λουίζας. Ακόμη και μέσα στον κόσμο της υπηρεσίας υπήρχαν βαθμίδες, αποστάσεις, καλύτερα και χειρότερα δωμάτια.

Πολλά από αυτά τα σπίτια άλλαζαν συνεχώς. Σε κατοικίες προσώπων με σημαντικές θέσεις γίνονταν συχνά έργα: τοίχοι χτίζονταν ή γκρεμίζονταν, δωμάτια προσαρμόζονταν, η εσωτερική διάταξη άλλαζε ανάλογα με το ποιος ζούσε εκεί και πόσοι άνθρωποι τον ακολουθούσαν. Κάποιοι χώροι, όμως, διατηρούν ακόμη τη δομή του 18ου αιώνα: μικρό προθάλαμο, κουζίνα στο πλάι, σαλόνι, δωμάτιο υποδοχής και κρεβατοκάμαρα. Σήμερα μπορεί να λειτουργούν ως γραφεία ή χώροι εργασίας, αλλά οι παλιές κατοικίες παραμένουν αναγνώσιμες κάτω από τη διοικητική χρήση.

Μέσα στο Βασιλικό Παλάτι της Μαδρίτης ζούσε ένα κρυφό χωριό 500 εργαζομένων Facebook Twitter
Παλιά αριθμημένη πόρτα κατοικίας εργαζομένων μέσα στο Βασιλικό Παλάτι της Μαδρίτης

Αυτή η άλλη ζωή του παλατιού πέρασε και στη λογοτεχνία. Στο μυθιστόρημα La de Bringas του Μπενίτο Πέρεθ Γκαλδός, που εκδόθηκε το 1884, περιγράφεται η ζωή μιας οικογένειας μέσα στο Βασιλικό Παλάτι: ένας γραφειοκράτης σύζυγος, τσιγκούνης σχεδόν σαν τον Φιλάργυρο του Μολιέρου, και η γυναίκα του, Ροσαλία, που πλέκει ένα δίκτυο ψεμάτων για να καλύψει τα χρήματα που λείπουν από το ταμείο. Στο Γενικό Αρχείο του Παλατιού υπάρχει φάκελος υπαλλήλου με το όνομα Φρανθίσκο δελ Κάμπο ι Μπρίνγκας, που φαίνεται να ενέπνευσε τον Γκαλδός.

Το παλάτι, λοιπόν, δεν ήταν μόνο χώρος τελετής. Ήταν και μυθιστορηματικός λαβύρινθος. Ο Γκαλδός το περιέγραφε σαν πόλη από γωνίες, εκπλήξεις και αρχιτεκτονικές παραξενιές, έναν τόπο που κορόιδευε τη συμμετρία. Και αυτό ταιριάζει τέλεια με την πραγματικότητα που δείχνουν τα αρχεία: πίσω από την επίσημη πρόσοψη, υπήρχε μια ατελείωτη μικρογεωγραφία κατοίκησης, εργασίας, φιλοδοξίας και ανάγκης.

Από τις πιο ωραίες λεπτομέρειες είναι μια ανώνυμη επιστολή του 1924 από έναν νεαρό που ζούσε στο παλάτι και δεν ήθελε να φτάσει το θράσος του στα αυτιά του πατέρα του, ο οποίος εργαζόταν εκεί. Το πρόβλημά του ήταν απλό και διαχρονικό: η πύλη του παλατιού έκλεινε στη μία μετά τα μεσάνυχτα, και εκείνος με τους φίλους του δεν μπορούσαν να παρακολουθήσουν μέχρι τέλους μια θεατρική ή κινηματογραφική παράσταση.

Ο νεαρός εξηγούσε ότι τον χειμώνα οι παραστάσεις άρχιζαν αργά, το καλοκαίρι ακόμη αργότερα, και ότι ήταν απελπιστικό να κοιτάς συνεχώς το ρολόι και να φεύγεις πριν τελειώσει το έργο. Αν δεν ερχόταν τραμ ή δεν έβρισκες ταξί, κινδύνευες να μείνεις έξω από το σπίτι σου. Η λύση που πρότεινε ήταν πρακτική: το καλοκαίρι, όταν η βασιλική οικογένεια έλειπε, να καθυστερεί κατά μία ώρα το κλείσιμο της πύλης ή να δίνονται ειδικά συνθηματικά για είσοδο μετά την επίσημη ώρα.

Η επιστολή είναι αστεία, αλλά αποκαλυπτική. Θυμίζει ότι ακόμη και σε έναν τόσο αυστηρά ιεραρχημένο χώρο, οι νέοι ήθελαν ακριβώς ό,τι θέλουν οι νέοι παντού: να μείνουν λίγο παραπάνω έξω, να δουν το τέλος της παράστασης, να μη μετράνε τη ζωή τους με το ρολόι μιας πύλης.

Μέσα στο Βασιλικό Παλάτι της Μαδρίτης ζούσε ένα κρυφό χωριό 500 εργαζομένων Facebook Twitter
Το Βασιλικό Παλάτι της Μαδρίτης από τους κήπους του, το κτίριο που έκρυβε στα υπόγεια και στους επάνω ορόφους του μια αυστηρά οργανωμένη κοινωνία υπηρετών και υπαλλήλων

Το κρυφό χωριό του Βασιλικού Παλατιού της Μαδρίτης δεν υπάρχει πια ως κατοικημένη κοινότητα. Άφησε όμως πίσω του ίχνη: αριθμημένα δωμάτια, πόρτες, παλιές κατόψεις, λίστες μαθητών, επιστολές αγωνίας και μικρά παράπονα που κάνουν την Ιστορία πιο ζωντανή από κάθε επίσημη αίθουσα. Γιατί τελικά τα παλάτια δεν τα έφτιαξαν μόνο οι βασιλιάδες που τα κατοίκησαν. Τα έφτιαξαν, τα ζέσταναν, τα καθάρισαν, τα μαγείρεψαν και τα κράτησαν όρθια άνθρωποι που συνήθως δεν εμφανίζονται στις ξεναγήσεις.

Και ίσως αυτό είναι το πιο ενδιαφέρον σε αυτή την άγνωστη ιστορία: το Βασιλικό Παλάτι της Μαδρίτης, σύμβολο εξουσίας και μεγαλείου, έκρυβε για δύο αιώνες μια δεύτερη πόλη μέσα του. Όχι μια πόλη από μάρμαρο και τελετές, αλλά από καθυστερημένους μισθούς, ακριβά δωμάτια, παιδιά που μάθαιναν καλλιγραφία, υπηρέτες που περίμεναν σειρά για στέγη και νέους που ήθελαν απλώς να γυρίσουν αργότερα από το σινεμά.

Με στοιχεία από El País



Πηγή: www.lifo.gr