Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Πόσο επικίνδυνη είναι η Σάλι Ρούνεϊ;



ΣΤΟΝ ΣΤΡΟΒΙΛΟ ΜΙΑΣ ΕΠΟΧΗΣ
που θέλει τους κυνικούς ανθρώπους της εξουσίας να δείχνουν τα δόντια τους με τον πιο σκληρό τρόπο απέναντι στους νέους, κάποιοι από αυτούς σηκώνουν ψηλά την παντιέρα, ανοίγοντας τον δρόμο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Σάλι Ρούνεϊ, που ήρθε να επιβεβαιώσει με τον πιο περίτρανο τρόπο την ιρλανδική ταυτότητά της και τη γενεαλογική συνθήκη που την έθρεψε.

Στην ερώτηση, λοιπόν, πόσο επικίνδυνη μπορεί να είναι μια νεαρή συγγραφέας που γράφει μυθιστορήματα για τον έρωτα, την απώλεια και την υπαρξιακή αμηχανία των νέων ανθρώπων απέναντι στις κοινωνικές συμβάσεις και τις αθέατες ταξικές αντιθέσεις, η απάντηση, όπως αποδεικνύεται από τα γεγονότα, είναι προφανώς πολύ – όχι τόσο λόγω της ακατανόητης για πολλούς ανάγκη τής Ρούνεϊ να προασπιστεί τα αυτονόητα, αλλά γιατί δεν αρκέστηκε, όπως άλλοι συνάδελφοί της, στην απομονωμένη επικράτεια της συγγραφής ή στα προνόμια που της εξασφάλιζε η τεράστια εκδοτική επιτυχία της. Ήξερε, άλλωστε, ότι οι εχθροί βρίσκονται, όπως θα έγραφε ο Μαγιακόφσκι, ήδη στον δικό της/μας κήπο.

Γι’ αυτό, ενώ δεν υπήρξε επίσημη απαγόρευση βιβλίων, όπως ευρέως πιστεύεται, τα αντίτυπα των βιβλίων της δεν μπορούν εκ των πραγμάτων, εξαιτίας των νομικών πιέσεων, να κυκλοφορήσουν στην αγορά, κάτι που και πάλι καταργεί την ελευθερία του λόγου και των ιδεών, την οποία υποτίθεται ότι προασπίζονται οι Βρετανοί εδώ και αιώνες.

Στην πραγματικότητα, η περίπτωση της Σάλι Ρούνεϊ δεν αφορά αποκλειστικά τη λογοτεχνία, ούτε εξαντλείται στη σφοδρή αντιπαράθεση γύρω από το παλαιστινιακό ζήτημα. Έχει κυρίως να κάνει με τις ψευδεπίγραφες από καιρού, όπως φαίνεται, κατακτήσεις της ελευθερίας του λόγου και της απρόσκοπτης κυκλοφορίας των ιδεών, που ακόμα και σήμερα τίθενται εν αμφιβόλω. Ως Ιρλανδή, η Ρούνεϊ είχε εξαρχής αντιληφθεί ότι ο ρόλος της δεν εξαντλείται στη συγγραφή ιστοριών για τους αμήχανους millennials, αν και στην πραγματικότητα πολλές από τις ιδέες της υπάρχουν διάχυτες στα βιβλία της.

Η πολιτική διαδραμάτιζε πάντα καίριο και κρίσιμο ρόλο τόσο στη διάρθρωση των θεμάτων που επεξεργαζόταν στα βιβλία της όσο και στη συνολικότερη δημόσια στάση της. Η αμφισβήτηση, η ταξική συνείδηση, η δυσπιστία απέναντι στις παγιωμένες κοινωνικές ιεραρχίες και η πεποίθηση ότι οι ανθρώπινες σχέσεις δεν μπορούν να κατανοηθούν έξω από τις υλικές συνθήκες που τις διαμορφώνουν –και σε αυτό υπήρξε πάντα αμετανόητη μαρξίστρια– αποτελούν εξαρχής τον ιδεολογικό και αισθητικό πυρήνα της σκέψης της. Το αξιοσημείωτο είναι ότι, ενώ εκατομμύρια άνθρωποι την αγάπησαν επειδή αναγνώρισαν στα βιβλία της τις δικές τους μύχιες αντιφάσεις, η ίδια αρνήθηκε να εγκλωβιστεί στον ρόλο της ευπώλητης και τελικά ακίνδυνης μυθιστοριογράφου, παίρνοντας ξεκάθαρη, δημόσια θέση σε διάφορα φλέγοντα ζητήματα.

Η αρχή της σύγκρουσης

Η ιστορία της πρόσφατης σύγκρουσης –αν και η υπόθεση Ρούνεϊ είναι ακόμα παλιότερη– φαίνεται να ξεκινά το καλοκαίρι του 2025, όταν μέλη της Palestine Action εισήλθαν στη βρετανική αεροπορική βάση Brize Norton προκαλώντας φθορές σε δύο στρατιωτικά αεροσκάφη, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τη στρατιωτική υποστήριξη προς το Ισραήλ. Η βρετανική κυβέρνηση, επικαλούμενη την εθνική ασφάλεια, έκρινε, βάσει της αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας του 2000, την οργάνωση παράνομη. Η νομική ένταξη της Palestine Action στην ίδια κατηγορία απαγορευμένων οργανώσεων με την Αλ Κάιντα και το Ισλαμικό Κράτος προκάλεσε μια θυελλώδη δημόσια συζήτηση για την αναλογικότητα του μέτρου και την επικίνδυνα ασαφή γραμμή ανάμεσα στην πολιτική διαμαρτυρία και την τρομοκρατία – κάτι που έχει αποδειχθεί περίτρανα στην περίπτωση όλων των οργανώσεων που σχετίζονται ιστορικά με τον παλαιστινιακό αγώνα. Παρά τις διαμαρτυρίες, η βρετανική κυβέρνηση δεν έκανε πίσω.

Πόσο επικίνδυνη είναι η Σάλι Ρούνεϊ; Facebook Twitter
Το ένα από τα δύο βανδαλισμένα στρατιωτικά αεροσκάφη στη βάση Brize Norton. Πηγή: BBC
Πόσο επικίνδυνη είναι η Σάλι Ρούνεϊ; Facebook Twitter
Λονδίνο, 2025. Στιγμιότυπο από τις διαμαρτυρίες για να αρθεί η νομική ένταξη της Palestine Action στην κατηγορία «τρομοκρατική οργάνωση». Φωτ.: Getty Images.

Όλοι θα θυμόμαστε τις συλλήψεις διάσημων προσώπων και πολιτικών σε διαδηλώσεις στο κέντρο του Λονδίνου και τις αντιδράσεις της κοινής γνώμης. Σε αυτήν ακριβώς την ηλεκτρισμένη συγκυρία, και γνωρίζοντας καλά –ως Ιρλανδή– τι σημαίνει να σε αποκαλούν τρομοκράτισσα οι Βρετανοί, η Σάλι Ρούνεϊ δημοσιεύει τον Αύγουστο του 2025 στους «Irish Times» ένα άρθρο στο οποίο δηλώνει ευθέως ότι υποστηρίζει την Palestine Action και ότι προτίθεται να χρησιμοποιήσει έσοδα από τα βιβλία της και τις τηλεοπτικές διασκευές τους για τη στήριξη του παλαιστινιακού αγώνα. «Αν αυτό με καθιστά υποστηρίκτρια της τρομοκρατίας σύμφωνα με τη βρετανική νομοθεσία, ας είναι», έγραφε, γνωρίζοντας με ακρίβεια τις επιπτώσεις αυτής της δήλωσης, καθώς απέναντι σε αυτή θα έπρεπε να λάβουν θέση και οι Bρετανοί εκδότες της και οι υπόλοιποι συνεργάτες της. Ως εκ τούτου, μόλις πρόσφατα ο βρετανικός οίκος Faber ανακοίνωσε ότι αποσύρει τα βιβλία της Ρούνεϊ από τη βρετανική αγορά, επικαλούμενος τους νομικούς κινδύνους που συνδέονται με την καταβολή των συγγραφικών δικαιωμάτων της.

Η απόφαση ελήφθη σε συνεννόηση και με τη συμφωνία της συγγραφέως, καθώς η βρετανική κυβέρνηση αποφάσισε ουσιαστικά να κατασχέσει τα έσοδα των βιβλίων γιατί υποτίθεται πως θα ενίσχυαν το «τρομοκρατικό» έργο των Παλαιστινίων. Γι’ αυτό, ενώ δεν υπήρξε επίσημη απαγόρευση βιβλίων, όπως ευρέως πιστεύεται, τα αντίτυπα των βιβλίων της δεν μπορούν εκ των πραγμάτων, εξαιτίας των νομικών πιέσεων, να κυκλοφορήσουν στην αγορά, κάτι που και πάλι καταργεί την ελευθερία του λόγου και των ιδεών, την οποία υποτίθεται ότι προασπίζονται οι Βρετανοί εδώ και αιώνες. Εν ολίγοις, η μοίρα της εκδοτικής παρουσίας της Ρούνεϊ φαίνεται να συνδέεται, σχεδόν μυθιστορηματικά, με μια ευρύτερη θεσμική δοκιμασία για την έκταση της αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας και τη θέση της πολιτικής ανυπακοής σε μια δημοκρατική κοινωνία, την ώρα μάλιστα που χιλιάδες νέοι κατεβαίνουν στους δρόμους για τη διεκδίκηση ενός καλύτερου μέλλοντος.

Iρλανδική μνήμη της αντίστασης

Η Σάλι Ρούνεϊ γεννήθηκε στις 20 Φλεβάρη του 1991 στο Κάσλμπαρ της κομητείας Μέιο, στη δυτική Ιρλανδία, και σπούδασε αγγλική φιλολογία στο Trinity College του Δουβλίνου. Ήταν φυσικό λοιπόν η πολιτική της συγκρότηση να ζυμωθεί με την ιρλανδική μνήμη της βρετανικής κυριαρχίας, με τους αγώνες για την αυτοδιάθεση, με τη μετανάστευση και την κοινωνική ανισότητα της χώρας της αλλά και με τη λαμπρή, άκρως ανυπότακτη ιρλανδική λογοτεχνική παράδοση: από τον Τζόις, που συγκρούστηκε με την ασφυκτική ηθική της κοινωνίας του, έως τον Μπέκετ, που απογύμνωσε τις γλωσσικές βεβαιότητες, και την Έντνα Ο’Μπράιαν, που δέχτηκε αμείλικτη λογοκρισία για την τολμηρή απεικόνιση της γυναικείας επιθυμίας, η ιρλανδική γραμματεία υπήρξε ένα επίμονο εργαστήριο αμφισβήτησης. Η Ρούνεϊ φάνηκε, επομένως, να κληρονομεί όχι μόνο το ιρλανδικό γενεαλογικό τραύμα αλλά και τη δυσπιστία απέναντι στον κοινωνικό ευπρεπισμό, τρέφοντας ταυτόχρονα τη βαθιά πεποίθηση ότι ο ιδιωτικός βίος συνιστά διαρκές πεδίο άσκησης δημόσιας εξουσίας.

https://www.lifoshop.gr/authors/royney-sally/
ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΑΓΟΡΑΣΕΤΕ.: Σάλλυ Ρούνεϋ, «Όμορφε κόσμε, πού είσαι», μτφρ.: Στέλλα Κάσδαγλη, εκδόσεις Πατάκη

Σε αυτό το πλαίσιο αποφασίζει να υποστηρίξει τον παλαιστινιακό αγώνα στην πράξη, ενώ το 2021 αρνείται να παραχωρήσει τα δικαιώματα μετάφρασης του «Όμορφε κόσμε, πού είσαι» στον ισραηλινό εκδοτικό οίκο Modan, επικαλούμενη τη συμμετοχή της στο κίνημα BDS, που στόχο είχε να μποϊκοτάρει ισραηλινές εταιρείες και προϊόντα. Έσπευσε, ωστόσο, τότε να διευκρινίσει ότι δεν εναντιωνόταν στην εβραϊκή γλώσσα, ούτε στους Ισραηλινούς αναγνώστες, αλλά σε συγκεκριμένες θεσμικές συνεργασίες. Η μεταγενέστερη συμφωνία για εβραϊκή έκδοση του «Intermezzo» από ανεξάρτητο εκδοτικό σχήμα το 2026 έδειξε ότι αυτή η διάκριση δεν ήταν απλή ρητορική υπεκφυγή αλλά στοιχείο της συνεπούς πολιτικής της επιλογής. Το ευτυχές είναι ότι από τότε, στις διαρκείς συγκρούσεις που είχε με θεσμούς και κυβερνήσεις, στο πλευρό της στάθηκε μια σειρά από συγγραφείς και ανθρώπους του χώρου που είχαν αρχίσει να αντιλαμβάνονται ότι η υπόθεση Ρούνεϊ τους αφορά άμεσα. Πρόσφατα, μάλιστα, και μετά τις τελευταίες εξελίξεις, 419 άνθρωποι της λογοτεχνίας και των εκδόσεων, ανάμεσά τους ο Πάτρικ Νες, ο Ντέμιαν Μπαρ, ο Νικές Σούκλα και η Τζούνο Ντόσον, υπέγραψαν επιστολή υπεράσπισης της Ιρλανδής συγγραφέως. Το σύνθημά τους, «Αν απαγορεύσετε τη Σάλι Ρούνεϊ, μας απαγορεύετε όλους»,  συμπύκνωνε τον φόβο ότι οι πολιτικές πεποιθήσεις μπορούν, ακόμα και στην εποχή μας, να μετατραπούν σε κριτήριο αποκλεισμού των δημιουργών από την εκδοτική αγορά και σε καθολικές απαγορεύσεις που θυμίζουν τις σκοτεινές εποχές των banned books ή τότε που τα βιβλία ρίχνονταν μαζικά στην πυρά από τους οπαδούς των ολοκληρωτικών καθεστώτων που πάντοτε απεχθάνονταν την ελεύθερη σκέψη.

Πόσο επικίνδυνη είναι η Σάλι Ρούνεϊ; Facebook Twitter
H Εβραϊκή εκδοση του μυθιστορήματος «Intermezzo». Πηγή: November Books

Η δημόσια συζήτηση για τη Ρούνεϊ έφτασε ακόμη και σε κύκλους κοντά στη βρετανική κυβέρνηση, όταν η συγγραφέας και δημοσιογράφος Σάρα Χελμ, σύζυγος του συμβούλου εθνικής ασφάλειας Τζόναθαν Πάουελ, εξέφρασε τη συμπαράστασή της και η ανάρτησή της βοήθησε ώστε να μη στοιχειοθετηθεί τελικά ποινικό αδίκημα που θα οδηγούσε σε σύλληψη της Ρούνεϊ. Αντίστοιχα, στα καθ’ ημάς, η Εταιρεία Συγγραφέων, επιδεικνύοντας, ευτυχώς, καλά αντανακλαστικά, παρενέβη με οξύτατη ανακοίνωση, χαρακτηρίζοντας την εξέλιξη «πράξη βάναυσης λογοκρισίας» που μετατρέπει αυτομάτως την υπόθεση Ρούνεϊ σε μια δημόσια, καθολική υπόθεση που μας αφορά όλους. Οι πιστοί, ωστόσο, αναγνώστες της γνωρίζουν ότι τα βιβλία της δημιουργούσαν κάθε φορά με τον πιο απτό τρόπο δημόσιο προβληματισμό για την ακραία καταπίεση της εξουσίας, τις κοινωνικές ανισότητες αλλά και τα αδιέξοδα των νέων, που τελικώς, όπως φαίνεται, μετατρέπεται σιγά σιγά σε κοινωνικό κύμα εξέγερσης που απλώνεται σε όλο τον κόσμο.

«Intermezzo» και οι αόρατες σχέσεις εξουσίας

Όποιος εντοπίζει την πολιτική στάση της Ρούνεϊ αποκλειστικά στις δημόσιες δηλώσεις της προφανώς παραβλέπει ότι οι ιδέες που σήμερα την οδηγούν σε σύγκρουση με τη βρετανική εξουσία διαπερνούν, με τον πιο υπόγειο και αισθητικά πολυσύνθετο τρόπο, την ευταξία του μυθιστορηματικού της κόσμου. Στις «Συζητήσεις με φίλους» οι διακηρυγμένες ιδέες περί ελευθερίας και ισότητας συγκρούονται με τις ερωτικές εξαρτήσεις, ενώ στους «Κανονικούς ανθρώπους» η εύθραυστη σχέση της Μαριάν και του Κόνελ καθορίζεται και από την ταξική απόσταση που τους χωρίζει. Και στο «Όμορφε κόσμε, πού είσαι» η εμπορευματοποίηση της τέχνης και η αγωνία για έναν κόσμο σε κρίση αντικατοπτρίζονται με ενάργεια στην αλληλογραφία των ηρώων.

Σάλι Ρούνεϊ, Intermezzo, μτφρ.: Μυρτώ Καλοφωλιά, εκδόσεις Πατάκη
ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΑΓΟΡΑΣΕΤΕ.: Σάλλυ Ρούνεϋ, «Intermezzo», μτφρ.: Μυρτώ Καλοφωλιά, εκδόσεις Πατάκη

Στο «Intermezzo», ωστόσο, το πιο ώριμο κατά τη γνώμη μου έργο της, η Ρούνεϊ προχωρά πέρα από την ιδεολογική συζήτηση και αφήνει την ίδια τη δραματουργία των σωμάτων, των σιωπών και των αμήχανων χειρονομιών να αποκαλύψει τις αντιφάσεις μιας ολόκληρης εποχής. Η ιστορία των δύο αδελφών, Πίτερ και Ίβαν, που επιχειρούν να διαχειριστούν τον θάνατο του πατέρα τους, εξελίσσεται σε μια λεπταίσθητη μελέτη του πένθους, της επιθυμίας και των ασφυκτικών ρόλων που συνηθίζει να μας αποδίδει η κοινωνία. Ο επιτυχημένος δικηγόρος Πίτερ, φαινομενικά αυτάρκης και κοινωνικά θωρακισμένος, αποδεικνύεται βαθιά τρωτός, παγιδευμένος ανάμεσα στην αυτοκαταστροφή και στις αντιφατικές σχέσεις του με τη Ναόμι και τη Σίλβια, ενώ ο εσωστρεφής σκακιστής Ίβαν, αντιθέτως, ανακαλύπτει μέσα από την αγάπη για τη μεγαλύτερή του Μάργκαρετ τη δυνατότητα μιας απροσδόκητης εσωτερικής μεταμόρφωσης.

Είναι, εν προκειμένω, σημαντικό ότι η συγγραφέας δεν αντιμετωπίζει τις σχέσεις αυτές ως αυτάρκη ψυχολογικά επεισόδια αλλά, αντιθέτως, τις παρακολουθεί ως περίπλοκα πεδία, μιλώντας για το χρήμα, τις κοινωνικές προκαταλήψεις, τη σωματική ευαλωτότητα, την επιθυμία και την ανάγκη για κυριαρχία. Στη σχέση του Πίτερ με τη Ναόμι, η εύκολη διάκριση ανάμεσα στον εκμεταλλευτή και στον εκμεταλλευόμενο καταρρέει: η οικονομική ισχύς δεν εγγυάται συναισθηματική κυριαρχία και η εξάρτηση δεν αποκλείει την ικανότητα χειραγώγησης. Εδώ βρίσκεται η σχεδόν φουκοϊκή, ταυτόχρονα μαρξιστική, διορατικότητα της Ρούνεϊ: η εξουσία δεν διαπερνά μόνο τους θεσμούς αλλά και τις καθημερινές σχέσεις, ακόμη και την πιο τρυφερή σχέση. Ακόμα και ο τίτλος, «Intermezzo», αποκαλύπτει ότι στη σκέψη της Ρούνεϊ τίποτα δεν είναι τυχαίο, καθώς παραπέμπει τόσο στο μουσικό ενδιάμεσο όσο και σε μια απρόσμενη ενδιάμεση κίνηση στο σκάκι, ικανή να ανατρέψει την προβλέψιμη συνέχεια της παρτίδας. Η μεταφορά λειτουργεί ως κρυφή αρχιτεκτονική του μυθιστορήματος: κάθε ήρωας καλείται να αντιμετωπίσει ένα απροσδόκητο γεγονός που τον αναγκάζει να επαναδιαπραγματευτεί τη θέση του απέναντι στους άλλους. Η αναφορά στον Βιτγκενστάιν στην προμετωπίδα προσθέτει φιλοσοφικό βάθος στο ερώτημα της γλώσσας, των κοινών κανόνων και της απόστασης ανάμεσα στην εσωτερική πρόθεση και τη δημόσια πράξη. Ο άνθρωπος δεν υπάρχει έξω από τα βλέμματα και τις ερμηνείες των άλλων, αλλά η ελευθερία του δοκιμάζεται μέσα στον κοινό κόσμο – και είναι πραγματικά ειρωνικό το πώς αυτό επιβεβαιώνεται πανηγυρικά στην περίπτωσή της.

Ακόμη, όμως, και η γλωσσική υφή του έργου της Ρούνεϊ ακολουθεί τις ψυχικές διακυμάνσεις: άλλοτε στακάτη, σχεδόν μπεκετική, άλλοτε παρασυρμένη σε έναν πυρετώδη εσωτερικό μονόλογο που ανακαλεί τον Τζόις, διατηρεί μια έντονη, σχεδόν θεατρική αμεσότητα. Οι ερωτικές σκηνές, με την αφοπλιστική τους ειλικρίνεια και την απροσδόκητη ποιητική διαύγεια, δεν λειτουργούν ως εντυπωσιοθηρικά διαλείμματα αλλά ως στιγμές αποκάλυψης του πιο ευάλωτου εαυτού. Και μέσα στην ασφυκτική ατμόσφαιρα της απώλειας η αγάπη παραμένει η δύναμη που μετακινεί τους ανθρώπους από τις ακλόνητες βεβαιότητές τους. Είναι αυτή ακριβώς η αντίληψη που συνδέει την αισθητική με την πολιτική της Ρούνεϊ. Η αλληλεγγύη, όπως η αγάπη στο μυθιστορηματικό της σύμπαν, δεν είναι ένα αφηρημένο αίσθημα, ούτε μια κομψή ηθική διακήρυξη, αλλά μια πράξη που απαιτεί ολική εσωτερική μεταμόρφωση –με τον τρόπο του Κάφκα–, έκθεση και ανάληψη ευθύνης. Μια στάση την οποία υιοθετεί σήμερα η ίδια, επιβεβαιώνοντας την ανάγκη για συνέπεια μεταξύ θεωρίας και πράξης. Είναι, επομένως, τραγική ειρωνεία η Ρούνεϊ, που έγινε παγκοσμίως διάσημη περιγράφοντας τη δυσκολία στην έκφραση των συναισθημάτων και την επικοινωνία, να βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο μιας οξύτατης αντιπαράθεσης επειδή επέλεξε να εκφράσει τις πεποιθήσεις της απερίφραστα. Και σίγουρα δεν χρειάζεται να μετατραπεί σε σύγχρονη Ζαν ντ’ Αρκ της λογοτεχνίας για να αναγνωριστεί η αποφασιστικότητά της, καθώς τέτοιες αγιογραφικές αναλογίες θα αποδυνάμωναν την πνευματική της αυτονομία και τη σθεναρή στάση μιας νέας που ξέρει ακριβώς τι της γίνεται. Απλώς επέλεξε συνειδητά να μη θεωρήσει την αναγνώριση, την οικονομική επιτυχία και την αφοσιωμένη αναγνωστική της κοινότητα ως αδιασάλευτα προνόμια και να αναλάβει το τεράστιο ρίσκο που άλλοι καταξιωμένοι συγγραφείς αρνούνται σε οποιαδήποτε πτυχή του δημόσιου βίου.

Ακόμα, λοιπόν, κι αν διαφωνεί κανείς με τις ριζοσπαστικές πολιτικές της απόψεις ή αν αναγνωρίζει κάποια νεανική αφέλεια στις μαρξιστικές αναλύσεις που διαπερνούν καίριες στιγμές των βιβλίων της, δεν μπορεί να μην παραδεχθεί το τσαγανό και την αποφασιστικότητά της, την επίδειξη συνέπειας μεταξύ της δημόσιας στάσης της και του προσωπικού της βίου, όταν άλλοι φοβούνται να προασπιστούν ακόμα και τα βασικά. Γι’ αυτό και η Ρούνεϊ θεωρήθηκε και έγινε επικίνδυνη, όχι γιατί αγνόησε τους κανόνες αλλά γιατί αρνήθηκε να προδώσει όλα όσα προασπίζεται στα βιβλία της, τα οποία, τελικά, δεν είναι ούτε απλοϊκά ούτε επιφανειακά, όπως ακριβώς δείχνουν να μην είναι ούτε οι ίδιοι οι νέοι.

ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ ΣΑΛΙ ΡΟΥΝΕΪ ΕΔΩ



Πηγή: www.lifo.gr